Η κυβερνητική πολιτική επικοινωνίας ως προπαγάνδα

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού φαινομένου της προπαγάνδας και πώς αυτή ορίζεται. Ποιος είναι ο απώτερος στόχος της και τι προϋποθέσεις χρειάζεται για να καλλιεργηθεί, αλλά και να έχει αποτελεσματικότητα. 
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

DSC_7657©MARIA_ZACHARIOUDAKI προπαγάνδα

Του Γιώργου Κέντα (*)

Η προπαγάνδα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο έχει ιδιαίτερες εφαρμογές στην πολιτική σφαίρα της ανθρώπινης ζωής. Το φαινόμενο αυτό ορίζεται ως η συστηματική προσπάθεια διάδοσης ιδεών, απόψεων, αντιλήψεων ή θέσεων σε ένα κοινωνικό σύνολο, με σκοπό τη δημιουργία ενός συγκεκριμένου τρόπου αντίληψης και σκέψης. Απώτερος στόχος του είναι η συμμόρφωση του συνόλου αυτού με την «επίσημη» αντίληψη της «πραγματικότητας» και ο εύκολος εντοπισμός των «παραβατών», δηλαδή αυτών που σκέπτονται ή πράττουν διαφορετικά.

Το φαινόμενο της προπαγάνδας προϋποθέτει μια δυαδική σχέση ανάμεσα σε ένα φορέα εξουσίας από τη μια, ο οποίος έχει τα μέσα και τις δυνατότητες παραγωγής και διάδοσης ιδεών, απόψεων, αντιλήψεων ή θέσεων, και ένα κοινωνικό σύνολο από την άλλη, το οποίο έχει πρόσβαση μόνο στο παραχθέν προϊόν της προπαγάνδας, δηλαδή είναι δέκτης της επίσημης γραμμής. Η εκδήλωση του φαινομένου της προπαγάνδας δεν προϋποθέτει άβουλους, αμόρφωτους ή αδαείς πολίτες. Όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, το φαινόμενο αυτό είναι πιο αποτελεσματικό σε κοινωνίες ενεργών ανθρώπων, οι οποίοι είναι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι.

Στερεότυπα και Προπαγάνδα

Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν επικρατήσει ορισμένα στερεότυπα σχετικά με το φαινόμενο της προπαγάνδας, τα οποία δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις. Υπάρχει γενικά η αντίληψη ότι η προπαγάνδα είναι ένα μέσο παραπλάνησης της κοινής γνώμης, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως από δικτατορικά ή απολυταρχικά καθεστώτα, ή ακόμα από υπανάπτυκτα δημοκρατικά κράτη. Η έρευνα έχει καταδείξει ότι η προπαγάνδα είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- αποτελεσματική σε (φαινομενικά) προηγμένα δημοκρατικά κράτη, όπως η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία. Η πρωτοποριακή εργασία του Jacques Ellul το 1965 για την προπαγάνδα, στο ομώνυμο βιβλίο του Προπαγάνδα, αναδεικνύει την ευρύτερη διάσταση του φαινομένου και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σε δημοκρατικά πολιτεύματα.

Στις σύγχρονες δημοκρατικές πολιτείες η προπαγάνδα είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής πρακτικής και διεργασίας, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος και η συμβολή των ηλεκτρονικών και έντυπων μέσων πληροφόρησης στην υλοποίηση γενικών και ειδικών στρατηγημάτων των προπαγανδιστών. Στη μελέτη του ο Ellul –αλλά και σε άλλες πιο εξειδικευμένες μελέτες για το ρόλο των ΜΜΕ στην εμπέδωση της προπαγάνδας, όπως αυτές των Chomsky, Paul και Elder, και Davies– καταδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο τα ΜΜΕ αναδεικνύονται σε βραχίονες της συστηματικής πολιτικής των κυβερνήσεων στην παραγωγή και διάδοση συγκεκριμένων ιδεών και πολιτικών, και την εμπέδωσή τους σε μια κοινωνία ή σε ένα ακροατήριο, τοπικό ή διεθνές. Στην εποχή των ηλεκτρονικών Μέσων το φαινόμενο της προπαγάνδας έχει μετεξελιχθεί και έχει πάρει νέες διαστάσεις.

Ένα δεύτερο, εξίσου ενδιαφέρον στερεότυπο για το φαινόμενο της προπαγάνδας αποτελεί η αντίληψη πως είναι πιο αποτελεσματική σε υπανάπτυκτες κοινωνίες. Και σε αυτό το σημείο η έρευνα αναδεικνύει αντι-διαισθητικά συμπεράσματα. Σε μια κλασική εργασία για το ζήτημα της εκπαίδευσης ο Paulo Friere παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η εκπαίδευση μπορεί να καταστεί ο καλύτερος σύμμαχος σε μια διαδικασία προπαγάνδας. Όπως αναδεικνύει και η εργασία του Ellul, το παράδοξο με την προπαγάνδα είναι ότι όσο περισσότερο ενημερώνεται ή προσπαθεί να ενημερώνεται ένας πολίτης, τόσο περισσότερο εκτεθειμένος είναι σε μορφές συστηματικής προπαγάνδας. Η παραδοξότητα αυτή είναι εμφανής σε δημοκρατικά κράτη, όπου ο πλουραλισμός των μέσων πληροφόρησης εμφανίζεται ως πέπλο απόκρυψης των στρατηγημάτων διαφόρων μορφών εξουσίας.

Προπαγάνδα και Κύπρος

Ανάμεσα στις πολιτικές παθογένειες που παρουσιάζει η Κυπριακή Δημοκρατία είναι και η έντονη παρουσία φαινομένων προπαγάνδας, που με την πάροδο του χρόνου εξειδικεύονται και γίνονται πιο έντονα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η εκάστοτε κυβέρνηση προσπαθεί να προωθήσει πολιτικές, να αποκρύψει λάθη, να ωραιοποιήσει προβλήματα και γενικότερα να «διαμορφώσει την κοινή γνώμη». Η προσπάθεια αυτή ήταν απλή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενόσω στην Κύπρο υπήρχε μόνο ένας φορέας ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής πληροφόρησης, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ). Η πλουραλιστική παρουσία έντυπων μέσων ενημέρωσης, κυρίως εφημερίδων, δεν κατόρθωσε να υπερβεί την εμπεδωμένη αντίληψη που επικρατούσε για χρόνια στην Κύπρο, ότι ο μόνος «έγκυρος» φορέας ενημέρωσης ήταν το ΡΙΚ, λόγω της ταύτισης πλείστων εφημερίδων με κόμματα και παρατάξεις.

Η προπαγανδιστική διαδικασία έγινε πιο περίπλοκη και απαιτητική με την ανάδυση των πρώτων ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών τη δεκαετία του 1990. Πολύ σύντομα ο ιδεαλισμός που χαρακτήριζε την «ελεύθερη ραδιοφωνία και τηλεόραση» έδωσε τη θέση του στον σκληρό κυνισμό της διαπλοκής ανάμεσα στα επιχειρηματικά συμφέροντα των ιδιοκτητών των Μέσων αυτών και της πολιτικής εξουσίας. Πέρα από το ΡΙΚ, το οποίο παρέμεινε φορέας προώθησης της κυβερνητικής προπαγάνδας, τα υπόλοιπα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα πληροφόρησης μετατράπηκαν σε εύπλαστους φορείς στρατηγημάτων προπαγάνδας ενίοτε πολιτικών κομμάτων και ενίοτε κυβερνητικών σχηματισμών. Η σχέση πολιτικής-πληροφόρησης εξειδικεύθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι λεγόμενοι «καναλάρχες» να επιλέγουν τα πολιτικά πρόσωπα τα οποία θα έχουν δημόσιο λόγο και τα πρόσωπα τα οποία θα τυγχάνουν πλεονεκτικής δημόσιας προβολής σε περιόδους προεκλογικού αγώνα. Στο πλαίσιο των χαρακτηριστικών αυτών ξεχωρίζει ο ρόλος των λεγόμενων «επικοινωνιολόγων» και των δημοσκόπων. Οι πρώτοι αποκτούν σημαίνοντα ρόλο στην παραγωγή και τη διάδοση του πολιτικού λόγου και οι δεύτεροι στη μέτρηση, επεξεργασία και παρουσίαση της «κοινής γνώμης».

Μια εξελιγμένη μορφή κυβερνητικής προπαγάνδας

Ο περιορισμένος χώρος που προσφέρεται για το κείμενο αυτό δεν επιτρέπει μια ολική εξειδίκευση στο φαινόμενο της προπαγάνδας στην Κύπρο. Για το λόγο αυτό θα γίνει μια σύντομη συζήτηση της πιο πρόσφατης και συνάμα της πιο εξελιγμένης μορφής προπαγάνδας που παρουσιάστηκε ποτέ στην Κύπρο. Πρόκειται για τη θεσμική σύσταση στο Προεδρικό ενός μηχανισμού επικοινωνιακής πολιτικής το 2013 από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, η οποία μέσα σε λίγους μόνο μήνες έχει δώσει δείγματα των στρατηγημάτων της.

Παραδοσιακά στην Κύπρο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναλάμβανε τα ζητήματα επικοινωνίας και ενημέρωσης εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ένας σημαντικός βραχίονας της επικοινωνιακής πολιτικής της εκάστοτε κυβέρνησης ήταν το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, του οποίου ηγείτο ο εκάστοτε κυβερνητικός εκπρόσωπος. Η τακτική αυτή υιοθετήθηκε για χρόνια από όλους τους Προέδρους. Τόσο οι υπουργοί όσο και άλλα στελέχη της κυβέρνησης αναλάμβαναν ενεργό ρόλο στην επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης. Οι σχέσεις των δημοσιογράφων με κυβερνητικά στελέχη ήταν δεδομένη και τα ΜΜΕ λάμβαναν εσωτερική πληροφόρηση, σύμφωνα με τους στόχους και τις σκοπιμότητες της εκάστοτε κυβέρνησης. Αυτό που χαρακτήριζε τη διεργασία αυτή ήταν η οργανωμένη λειτουργία του γραφείου του κυβερνητικού εκπροσώπου σε συντονισμό με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Το νέο στοιχείο που έφερε η κυβέρνηση Αναστασιάδη είναι η σύσταση ενός ολόκληρου μηχανισμού επικοινωνιακής πολιτικής στο Προεδρικό, ο οποίος αποτελείται από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και τέσσερις φτασμένους δημοσιογράφους.5 Ταυτόχρονα με τη λειτουργία της ομάδας επικοινωνίας έχουν προσληφθεί μία «ειδική συνεργάτιδα του Προέδρου», η οποία «χειρίζεται τα θέματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών του Προέδρου (όπως Facebook, Twitter, κ.ά.)» και μία ειδική συνεργάτιδα του Προέδρου, η οποία ασχολείται «με την επίλυση προβλημάτων πολιτών».

Όσον αφορά το υπό συζήτηση θέμα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον τρόπο λειτουργίας της ομάδας του κυβερνητικού εκπροσώπου και των δημοσιογράφων. Στο πλαίσιο της έρευνας για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αποκαλύφθηκε ο στόχος και ο τρόπος λειτουργίας της ομάδας αυτής.6 Ο στόχος είναι πρωτίστως η αντιμετώπιση των επικοινωνιακών προκλήσεων και ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει η χρονική συγκυρία της ανάληψης της εξουσίας από τον Νίκο Αναστασιάδη. Η οικονομική κατάσταση στην Κύπρο, η υπογραφή μνημονίου, το κούρεμα των καταθέσεων, η νέα διαδικασία στο Κυπριακό και η προοπτική της εξόρυξης υδρογονανθράκων είναι τα κύρια θέματα αιχμής τα οποία χρήζουν ειδικού χειρισμού. Η ομάδα αυτή βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με συγκεκριμένους δημοσιογράφους και μέσα πληροφόρησης, με στόχο τη διοχέτευση συγκεκριμένης πληροφόρησης και ανάλυσης, η οποία αναπαράγεται και μεταφέρεται στην κοινή γνώμη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θεσμική σχέση των δημοσιογράφων που έχουν προσληφθεί με τα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα πληροφόρησης.7 Μια σύντομη περισκόπηση των μέσων αυτών τους μήνες Φεβρουάριο-Ιούνιο 2013 καταδεικνύει το εύρος και το βάθος της σχέσης της ομάδας επικοινωνίας του Προεδρικού με τα δημοσιεύματα, την ανάλυση και τις «αποκαλύψεις» που έχουν γίνει. Η ομάδα επικοινωνίας στο Προεδρικό έχει επίσης σχέση και με συγκεκριμένους δημοσιογράφους άλλων μέσων ενημέρωσης, τους οποίους τροφοδοτούν με έγγραφα, ανάλυση και πληροφόρηση που εκείνοι αναμεταδίδουν.

Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Προεδρικού εντοπίζονται στον τρόπο με τον οποίο διοχετεύτηκαν στον Τύπο δύο επιστολές του Προέδρου Αναστασιάδη, η μία προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ (Μάιος 2013) και η δεύτερη προς τα μέλη της Τρόικας (Ιούνιος 2013). Οι δύο αυτές επιστολές είχαν διαβιβαστεί σε συγκεκριμένα μέσα πληροφόρησης ταυτόχρονα με την αποστολή τους στους παραλήπτες τους. Η τακτική αυτή αποκαλύπτει τη σκοπιμότητα που εξυπηρετούσαν οι επιστολές αυτές, δηλαδή να προπαγανδίσουν την κυβερνητική πολιτική και να επιβάλουν στην «κοινή γνώμη» συγκεκριμένες ιδέες, απόψεις και θέσεις.

Συμπέρασμα

Το φαινόμενο της προπαγάνδας ευδοκιμεί τόσο σε απολυταρχικά όσο και σε δημοκρατικά πολιτεύματα. Στη σύγχρονη εποχή η προώθηση της προπαγάνδας γίνεται με συστηματικό τρόπο από τα μέσα μαζικής πληροφόρησης, τα οποία λειτουργούν ως διαμεσολαβητές μεταξύ του φορέα πολιτικής εξουσίας και των πολιτών.

Η κυπριακή πολιτεία παρουσιάζει έντονα χαρακτηριστικά προπαγάνδας. Σε πολιτικό επίπεδο η κυβερνητική προπαγάνδα προωθείτο εύκολα την περίοδο της μονοκρατορίας του ΡΙΚ. Η εποχή της «ελεύθερης ραδιοφωνίας και τηλεόρασης» όχι μόνο δεν απάλλαξε την κυπριακή κοινωνία από το φαινόμενο αυτό, αλλά συνέτεινε στο να γίνει εντονότερο. Όλες οι κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα στην Κύπρο άσκησαν προπαγάνδα. Φαίνεται όμως ότι η κυβέρνηση που εκλέχτηκε το 2013 έχει οργανώσει τον πιο εξειδικευμένο μηχανισμό κυβερνητικής προπαγάνδας που συστάθηκε ποτέ στην Κύπρο.

Το αέναο ερώτημα σχετικά με την προπαγάνδα είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται δεκτή ή αντικρούεται από την «κοινωνία των πολιτών». Στην Κύπρο η ταύτιση του πολίτη με την κομματική πολιτική δημιούργησε μια άρρηκτη σχέση ανάμεσα στους κομματικούς μηχανισμούς πολιτικής προπαγάνδας και τους κομματικοποιημένους πολίτες. Στη σημερινή εποχή υπάρχει μια τάση αποστασιοποίησης από τα κόμματα. Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσο η τάση αυτή θα δημιουργήσει μια νέα πολιτική διεργασία στην Κύπρο, η οποία θα βελτιώσει την ποιότητα της δημοκρατίας ή κατά πόσο το αποτέλεσμα θα είναι από τη μια η έντονη αποστασιοποίηση μεγάλου μέρους των πολιτών από την πολιτική και από την άλλη η εντατικοποίηση του κομματικού προπαγανδιστικού μηχανισμού στους κομματικοποιημένους πολίτες που θα παραμείνουν στο σύστημα.

(*) Ο Γιώργος Κέντας είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήµιο Λευκωσίας.

Βιβλιογραφία
1 Jacques Ellul, Propaganda: The Formation of Men’s Attitudes (New York: Alfred A. Knopf, 1965).
2 Noam Chomsky, Media Control: The Secular Achievements of Propaganda. Second Edition (Canada: Open Media Book, 2002), Richard Pail and Linda Elder, The Thinker’s Guide for Conscientious Citizens on How to Detect Media Bias and Propaganda (Foundation for Critical Thinking, 2006), Nick Davies, Flat Earth New (London: Vintage, 2009).
3 Πολύ χρήσιμη είναι η μελέτη του Graeme Browning, Electronic Democracy: Using the Internet to Transform American Politics (New Jersey: Information Today, 2005).
4 Paulo Freire, Education for Critical Consciousness (New York: Continuum, 1974).
5 Μιχάλης Χατζηστυλιανού, «Παχυλοί μισθοί για τους συνεργάτες του Προέδρου», Φιλελεύθερος, 18 Ιουνίου 2013.
6 Λήφθηκαν συνεντεύξεις από δημοσιογράφους, οι οποίοι έχουν καθημερινή τριβή και γνώση για το μηχανισμό αυτό. Τα ονόματα δεν αναφέρονται για ευνόητους λόγους.
7 Φιλελεύθερος, 18 Ιουνίου 2013, ό.π.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.