Οι αντιπαραθέσεις για τη δηµόσια ραδιοτηλεόραση στις ΗΠΑ

Του Θύµιου Ζαχαρόπουλου* Αν και οι αντιπαραθέσεις γύρω από το ρόλο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης θα συνεχιστούν, η πορεία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι βέβαιη.
Οι αντιπαραθέσεις για τη δηµόσια ραδιοτηλεόραση στις ΗΠΑ Photographer Konrad Ciężki via pexels.com Creative Commons CC0 license
23 October, 2013
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Θύµιου Ζαχαρόπουλου*
Μετάφραση: Γεωργία Μυλόρδου

Κι ενώ στην Ελλάδα συνεχίζονται οι αντιπαραθέσεις για τη μοίρα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει ένα διαφορετικό μοντέλο δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Παρά τις διαφορές του ορισμένα ζητήματα που αντιμετωπίζει είναι παρόμοια με τα ευρωπαϊκά μοντέλα.

Το 2011 και το 2012 τα ρεπουμπλικανικά μέλη του Κογκρέσου πίεζαν να σταματήσει όλη η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Παρόλο που η οποιαδήποτε προσπάθεια για περικοπή της χρηματοδότησης απέτυχε, στο όλο εγχείρημα αντικατοπτρίζονται ωστόσο οι διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν τα δύο πολιτικά κόμματα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τη μια είναι η άποψη ότι ο ρόλος της κυβέρνησης είναι να βοηθήσει την κοινωνία, υποστηρίζοντας προγράμματα που εξυπηρετούν το δημόσιο καλό. Από την άλλη υπάρχει η άποψη ότι το κοινό εξυπηρετείται καλύτερα όταν ο ρόλος της κυβέρνησης είναι μικρός και αφήνει τα πράγματα στη σφαίρα του ανταγωνισμού.

Αν και πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στις ΗΠΑ ξεκίνησαν από πανεπιστήμια, η ραδιοτηλεόραση αντιμετωπίστηκε ως μια ιδιωτική επιχείρηση. Το 1927 πρώτο το Radio Act ρύθμισε τη ραδιοτηλεόραση και καθιέρωσε τη φιλοσοφία ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς πρέπει να λειτουργούν με γνώμονα το «δημόσιο συμφέρον, τη διευκόλυνση και την αναγκαιότητα».

Το 1933 ο πρόεδρος Ρούσβελτ πρότεινε νέα κοινωνικά και οικονομικά προγράμματα (The New Deal) για την καταπολέμηση της Μεγάλης Ύφεσης. Η κυβέρνηση προχώρησε επίσης σε κανονιστικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των επικοινωνιών. Στο πλαίσιο του Νόμου του 1934 δημιουργήθηκε  η Federal Communications Commission (FCC) για να ρυθμίζει τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση.

Εκπαιδευτικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς πίεσαν τότε τη FCC να παρακρατήσει συχνότητες για εκπαιδευτικούς σταθμούς. Ωστόσο η FCC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εμπορικοί σταθμοί μπορούν να παράσχουν εκπαιδευτικά προγράμματα και προγράμματα κοινής ωφέλειας.

Το εκπαιδευτικό ραδιόφωνο έλαβε τελικά επιπρόσθετο ραδιοφωνικό φάσμα το 1938, και 20 FM κανάλια το 1945. Αργότερα από τα 2.053 τηλεοπτικά προγράμματα τα 242 ήταν αποκλειστικά για μη εμπορικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, ενώ με την υποστήριξη της διακυβέρνησης του Kennedy ο αριθμός έφθασε τα 657 (Witherspoon & Kovitz, σελ. 13).

Η εκπαιδευτική ραδιοτηλεόραση αναπτύχθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Lyndon B. Johnson  και των κοινωνικών προγραμμάτων του στη «Μεγάλη Κοινωνία». Το 1965 η Carnegie Commission εισηγήθηκε την επέκταση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης για τη «δημόσια» ραδιοτηλεόραση (αντικαθιστώντας τον όρο «εκπαιδευτική») και ιδρύοντας ένα νομικά αναγνωρισμένο σώμα για τη δημόσια τηλεόραση (Carnegie Commission, 1967).

Οι εισηγήσεις αυτές οδήγησαν στη σύσταση του Νόμου για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση του 1967 (Public Broadcasting Act), εγκρίνοντας έτσι ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Η αποστολή αυτή αντανακλούσε την πεποίθηση ότι η μη εμπορική ραδιοτηλεόραση πρέπει να παρέχει εναλλακτικές υπηρεσίες σε άτομα των οποίων τα ενδιαφέροντα δεν εξυπηρετούνται από τους εμπορικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς.

Ο Νόμος δημιούργησε την Corporation for Public Broadcasting (CPB) για να διανέμει επιδοτήσεις για την επέκταση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και για να χρησιμεύει ως ρυθμιστής μεταξύ της κυβέρνησης και των σταθμών. Ο ρόλος της CPB ήταν «να διευκολύνει την πλήρη ανάπτυξη της εκπαιδευτικής ραδιοτηλεόρασης, στην οποία προγράμματα υψηλής ποιότητας που προέρχονταν από διάφορες πηγές θα είναι στη διάθεση μη εμπορικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών με αυστηρή προσήλωση στην αντικειμενικότητα και την ισορροπία όλων των προγραμμάτων ή σειράς προγραμμάτων αμφισβητούμενου χαρακτήρα…» (Witherspoon & Kovitz, σελ. 38). Η CPB ίδρυσε το 1969 το Public Broadcasting System (PBS) για τη διανομή τηλεοπτικών προγραμμάτων και το 1970 το National Public Radio (NPR) για την παραγωγή και διανομή ειδήσεων και πολιτιστικών προγραμμάτων σε μη εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Το PBS, ως δίκτυο διανομής, αποκλείστηκε από την παραγωγή προγραμμάτων και τη λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών, ενώ στοχεύει στην εξασφάλιση προγραμμάτων από πολλές πηγές, συμπεριλαμβανομένων και ατομικών σταθμών. Εξυπηρετεί περίπου 355 σταθμούς-μέλη, οι οποίοι λειτουργούν από κοινοτικές ομάδες, πανεπιστήμια ή κρατικούς οργανισμούς.

Το NPR παράγει προγράμματα σε συνεργασία με τοπικούς σταθμούς και διευθύνει το συνδικάτο 950 σταθμών (Witherspoon & Kovitz, 2012). Το NPR χρηματοδοτείται από ιδιώτες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, εταιρικές χορηγίες, κρατικές και τοπικές κυβερνήσεις και από την CPB. Το NPR παράγει ειδησεογραφικά, πολιτιστικά και ψυχαγωγικά προγράμματα. Αν και η CPB στόχευε στην απομόνωση των ραδιοτηλεοπτικών φορέων από πολιτικές αποφάσεις, εντούτοις η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της προέρχεται από το κόμμα του προέδρου.

Η φιλελεύθερη άποψη σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση δεν πρέπει να αναμειγνύεται στη ζωή των ανθρώπων άρχισε να αποκτά δύναμη από το 1980. Τα αντικυβερνητικά συναισθήματα αποσκοπούν ακριβώς στο να μειωθεί το δημόσιο, όπως στην υγειονομική περίθαλψη και τις δημόσιες συγκοινωνίες. Κι ενώ δημοσκοπήσεις αντανακλούν μια αποστροφή για την «υπερβολική κυβερνητική εμπλοκή», άλλες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί θέλουν την κυβερνητική βοήθεια (Judis, 2009, σελ. 18).

Η δυσπιστία για την κυβέρνηση ξεκινά από την Αμερικανική Επανάσταση, καθώς το κοινό συνταύτισε την κυβέρνηση με το «Βρετανικό Στέμμα» (Judis, σελ.19). Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η οποιαδήποτε «επιχείρηση ελευθερίας» είναι ευθυγραμμισμένη με τον «αμερικανικό τρόπο ζωής», ενώ ο αμερικανικός (κεντροαριστερός) φιλελευθερισμός έχει ταυτιστεί με κοινωνικά προγράμματα και φορολογίες.

Όταν ο Ομπάμα εξελέγη πρόεδρος το 2008, η οικονομία βρισκόταν σε κρίση. Αν και η διακυβέρνησή του στηριζόταν σε ένα πακέτο κινήτρων και στο νόμο υγειονομικής περίθαλψης, η οικονομική κρίση εμπόδισε την εφαρμογή άλλων μέτρων. Ακόμα και τότε μια δημοσκόπηση έδειξε ότι οι άνθρωποι προτιμούν μικρή κυβέρνηση και λιγότερες υπηρεσίες παρά μεγαλύτερη κυβέρνηση και περισσότερες υπηρεσίες (Judis, σελ. 19).

Το σημερινό κλίμα, όσον αφορά τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, επηρεάζεται από την οικονομία και από εκείνους που αντιτίθενται στη μεταρρύθμιση για την υγειονομική περίθαλψη. Οι συντηρητικοί χρησιμοποιούν αυτό το κλίμα που έχει δημιουργηθεί από την αντίδραση στα κυβερνητικά προγράμματα και στο τεράστιο κυβερνητικό χρέος, για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα των ιδιωτικοποιήσεων.

Οι τρεις βασικές επιθέσεις κατά της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι ότι έχει μια φιλελεύθερη κλίση, δεν είναι πλέον απαραίτητη και ότι εξυπηρετεί ένα ελιτίστικο πλέον κοινό. Οι Washington Times, υιοθετώντας αυτή την άποψη, ισχυρίζονται ότι στο πλούσιο σήμερα ψηφιακό περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, η δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι περιττή. Η εφημερίδα επισημαίνει ότι σε αντίθεση με τον αρχικό της στόχο το κοινό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης σήμερα αποτελεί μια ελίτ, η οποία δύναται οικονομικά να βρει προγράμματα από άλλες πηγές (Kill Big Bird, 2010).

Η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχει κατηγορηθεί για φιλελεύθερη πολιτική μεροληψία από τον καιρό της διακυβέρνησης του Nixon. Μια ανάλυση του NPR κατά τη διάρκεια της προεδρίας του George W. Bush δείχνει ότι τα προγράμματά της έτειναν να υποστηρίζουν τις πολιτικές του. Μια μελέτη από το Pew Research βρήκε ότι η κάλυψη από το NPR των πρώτων εκατό ημερών της διακυβέρνησης του Ομπάμα ήταν λιγότερο θετική από άλλους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Ωστόσο το κοινό γενικά αντιλαμβάνεται ότι η δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι σχετικά ουδέτερη (Radio Interference, 2011, σελ. 33).

Μελέτες επίσης καταδεικνύουν ότι το ακροατήριο του NPR αποτελείται από 40% Δημοκρατικούς και 18% Ρεπουμπλικάνους (Radio Interference). Μια μελέτη του 2008 έδειξε ότι ο μέσος ακροατής της δημόσιας ραδιοφωνίας είναι 54 χρόνων, κατά 90% λευκός και κατά 84% έχει κολεγιακή μόρφωση (Kill Big Bird).

Γενικά το κοινό υποστηρίζει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Το 2009 οι άνθρωποι χαρακτήρισαν την PBS ως τον πιο αξιόπιστο και αμερόληπτο εθνικό θεσμό και ως την πιο αξιόπιστη πηγή ειδησεογραφικών και δημόσιων υποθέσεων (New research, 2007). Δημοσκοπήσεις επίσης δείχνουν ότι το PBS κατέχει την πρώτη θέση στο μυαλό των ανθρώπων ως το καλύτερο εκπαιδευτικό μέσο για τα παιδιά (New research, 2007). Κάθε βδομάδα το PBS φτάνει σε περισσότερους από 75 εκατομμύρια ανθρώπους μέσω τοπικών σταθμών και σε 19 εκατομμύρια ανθρώπους σε απευθείας σύνδεση (Downie & Schudson, 2009). Το NPR έχει περίπου 26,4 εκατομμύρια ακροατές την εβδομάδα (Audience, 2012).

Η CPB παίρνει ομοσπονδιακή κυβερνητική χρηματοδότηση και τη διανέμει σε σταθμούς και παραγωγούς προγραμμάτων. Το 2010 η CPB έλαβε το ποσό των 506 εκατομμυρίων δολαρίων σε ομοσπονδιακά κεφάλαια, ενώ τα τρία τέταρτα του ποσού αυτού κατέληξαν στη δημόσια τηλεόραση, καθιστώντας έτσι την CPB ως την πηγή του 15% της συνολικής δημόσιας τηλεοπτικής χρηματοδότησης. Αυτό ισοδυναμεί με το 0,00014% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού των ΗΠΑ ή περίπου 1,35 δολάρια κατά κεφαλή, ενώ στον Καναδά ξοδεύουν 25 δολάρια κατά κεφαλή (Downie & Schudson, 2009). Μια δημοσκόπηση του 2011 έδειξε ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν ότι η CPB παίρνει τουλάχιστον το 1% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού (Poll: Americans, 2011).

Μελέτες επίσης αποκαλύπτουν ότι περίπου το 16% των πολιτών πιστεύει ότι η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει να σταματήσει (Poll: Americans, 2011). Ωστόσο όταν οι αναλυτές των δημοσκοπήσεων ενημερώνουν τους ερωτηθέντες σχετικά με το ποσό της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης που καταλήγει στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, ποσοστό 46% των ερωτηθέντων απαντά ότι αυτό «είναι πολύ λίγο» και ποσοστό 39% ότι είναι «σχετικά καλό» (New research, 2007).

Το NPR παίρνει το 2% του προϋπολογισμού του από ομοσπονδιακές πηγές. Τοπικοί σταθμοί επίσης παίρνουν ομοσπονδιακές χρηματοδοτήσεις και χρησιμοποιούν αυτές τις χρηματοδοτήσεις για να πληρώσουν τα τέλη προγραμμάτων από το NPR (Radio Interference). Το 2010 το NPR είχε έσοδα περίπου 180 εκατομμύρια δολάρια, ενώ το 37% προερχόταν από τα τέλη των προγραμμάτων. Το ποσό που πληρώνει κάθε σταθμός εξαρτάται από το μέγεθος της αγοράς του. Το υπόλοιπο της χρηματοδότησης προέρχεται από ατομικές εισφορές, χορηγίες και επιδόματα (Public Radio Finances, 2012).

Το PBS έχει έσοδα περίπου 600 εκατομμύρια δολάρια, κυρίως από τους σταθμούς-μέλη. Τα έσοδα των σταθμών που είναι μέλη προέρχονται από δωρεές ατόμων, ιδρυμάτων και άλλων φιλανθρωπικών οργανισμών. Κατά μέσο όρο το υπόλοιπο των χρηματοδοτήσεών τους (14%) προέρχεται από πανεπιστήμια (για τους σταθμούς που ανήκουν σε πανεπιστήμια), 10% από την CPB και 6% από ομοσπονδιακές, πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις.

Τέσσερις γενικοί διευθυντές που ρωτήθηκαν για τη μελέτη αυτή, εξέφρασαν την ανησυχία τους σε περίπτωση περικοπής της χρηματοδότησης. Μια τέτοια μείωση θα είναι της τάξης του 8-14% για τον προϋπολογισμό των ραδιοφωνικών σταθμών και της τάξης του 14-25% για τους τηλεοπτικούς σταθμούς. Όλοι οι διευθυντές υποστήριξαν ότι οι μικρότεροι σταθμοί θα αντιμετωπίσουν την πιθανότητα κλεισίματος, ενώ άλλοι σταθμοί θα προσπαθήσουν να αυξήσουν τα κεφάλαια χρηματοδότησής τους.

Ερωτηθέντες κατά πόσο η δημόσια ραδιοτηλεόραση εξακολουθεί να είναι απαραίτητη, υποστήριξαν ότι οι υπηρεσίες τους προσφέρονται δωρεάν και χωρίς διαφημίσεις. Τόνισαν ότι το κοινό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης έχει περισσότερη μόρφωση αλλά όχι κατ’ ανάγκη και μεγαλύτερο εισόδημα. Όσον αφορά το μέλλον, επισήμαναν τη στροφή προς πιο τοπικά προγράμματα και την πεποίθηση ότι η δημόσια ραδιοτηλεόραση θα επιβιώσει με την εξυπηρέτηση του κοινού της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν μια εποχή όπου το πολιτικό κέντρο έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο από τον τύπο της κυβέρνησης, αλλά και από το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της χώρας. Σήμερα η διάθεση των ανθρώπων είναι πιο διχασμένη από ποτέ, αλλά σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί πάντοτε πίστευαν ότι ένα περιορισμένο κράτος είναι πάντα καλύτερο.

Αν και οι αντιπαραθέσεις γύρω από το ρόλο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης θα συνεχιστούν, η πορεία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι βέβαιη. Θα είναι ένα υβρίδιο δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να ασκούν όλο και μεγαλύτερη επιρροή, καθώς οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς θα στηρίζονται όλο και περισσότερο οικονομικά σ’ αυτές, και από την άλλη οι επιχειρήσεις θα επιδιώκουν όλο και περισσότερο να προσεγγίσουν ένα σημαντικό κοινό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

*Ο Θύµιος Ζαχαρόπουλος εκτελεί καθήκοντα πρύτανη στο DEREE-The American College of Greece.

Βιβλιογραφία

Audience. (2012). NPR.org. Τελευταία ανάκτηση 6/8/2012, από το from http://www.npr.org/about/aboutnpr/audience.html.

Carnegie Commission on Educational Television. (1967). Public television: A program for action. New York: Bantam Books.

Downie Jr., L., & Schudson, M. (Νοε.-Δεκ. 2009). The reconstruction of American Journalism. American Journalism Review, σελ. 28-51.

Judis, J. B. (2009, November 18). Anti-statism in America: Why Americans love to hate government. The New Republic, σελ. 18-20.

Kill Big Bird: C-U-T spells cut, as in “PBS should be cut”. (28/1/2010). The Washington Times, σελ. B2.

New research confirms PBS the most trusted and unbiased source for news ahead of Fox news channel, CNN and other commercial networks. (5/4/2007). PBS News. Τελευταία ανάκτηση 6/6/2011 από το from http://www.pbs.org/roperpoll2010/

Poll: Americans way off on public broadcasting funding. (1/4/2011).
Politico. Τελευταία ανάκτηση 6/6/2011 από το from http://www.politico.com/blogs/onmedia/0411/ Poll_Americans_way_off_on_public_broadcasting_funding.html#

Public radio finances. (2012). NPR.org. Τελευταία ανάκτηση 6/8/2012 από το http://www.npr.org/about/aboutnpr/publicradiofinances.html

Radio interference. (9/4/2011). The Economist, σελ. 33.

Witherspoon, J. and Kovitz, R. (2000). A history of public broadcasting αναθεωρημένο από τους R. K. Avery & A G. Stavitsky. Washington, D. C.: Current publishing.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.