Η δηµοσιογραφία του µέλλοντος: προοπτικές και προκλήσεις

Του Στέλιου Παπαθανασόπουλου* Είναι ο δημοσιογράφος απλός προμηθευτής ειδήσεων ή ρεπόρτερ; Πώς τα Νέα Μέσα επηρεάζουν το περιεχόμενο των Μέσων, το ρεπορτάζ, τη ροή ειδήσεων και πληροφοριών και τελικά την ίδια τη δημοσιογραφία. Ο καθηγητής του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου εξηγεί.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Στέλιου Παπαθανασόπουλου*

Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται διεθνώς μια έντονη ανησυχία για το μέλλον και το ρόλο της δημοσιογραφίας και των δημοσιογράφων στη σύγχρονη κοινωνία. Το κρίσιμο ερώτημα στην εποχή του διαδικτύου, της συμμετοχικής δημοσιογραφίας και των bloggers είναι εάν η δημοσιογραφία και ο δημοσιογράφος έχουν συρρικνωθεί σ’ έναν απλό προμηθευτή των γεγονότων, και κατ’ επέκταση εάν η σύγχρονη δημοσιογραφία καθίσταται περιττή.

Από τη μια πλευρά, ο ανταγωνισμός και η οικονομική κρίση αποτελούν τα βασικά σημεία αναφοράς των περισσότερων ανθρώπων όταν αναφέρονται στα Μέσα Ενημέρωσης. Η οικονομική κρίση σε συνδυασμό με τη διάδοση των νέων διαδραστικών τεχνολογιών δημιουργούν όχι μόνο νέο ανταγωνισμό, αλλά και κατακερματισμό των μειωμένων –λόγω κρίσης– εσόδων. Όλοι συμφωνούν ότι οι ισχυρές εμπορικές πιέσεις και οι τεχνολογικές εξελίξεις μετασχηματίζουν τη φύση της δημοσιογραφίας. Έτσι, στο σύγχρονο δημοσιογραφικό πεδίο καταγράφονται σημαντικές αλλαγές, όπως:

Πρώτον, η παραδοσιακή μορφή της δημοσιογραφικής πρακτικής έχει μετατραπεί από τη μονοσήμαντη σχέση «μία πηγή-μία ιστορία» σε «πολλές πηγές-πολλές ιστορίες», πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν ή να αναζητηθούν παρεμφερείς εκδοχές όσον αφορά το ίδιο θέμα. Σήμερα, οι πηγές πληροφόρησης έχουν καταστεί πολλαπλές, περίπλοκες και σε κάποιο βαθμό αυτοματοποιημένες.

Κοντολογίς, υπάρχει η άποψη ότι δεν υφίσταται η παραδοσιακή «διαπροσωπική» σχέση ανάμεσα στο δημοσιογράφο και την πηγή, στο βαθμό που υπήρχε παλαιότερα. Αυτό σημαίνει ότι τα MME πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους το ένα το άλλο σε ό,τι αφορά το σωστό σχεδιασμό που θα πλαισιώνει την ειδησεογραφία τους. Για τα έντυπα Μέσα η κατάσταση αυτή σημαίνει πρόσθετη ερμηνεία και ανάλυση της επικαιρότητας, καθώς η επανάληψη των ειδήσεων δεν επαρκεί στις μέρες του διαδικτύου. Από την άλλη πλευρά, αναλύσεις καταδεικνύουν ότι παρά το γεγονός ότι τα ηλεκτρονικά Μέσα λειτουργούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, οι ειδήσεις τους βασίζονται σε λιγότερες πηγές.

Δεύτερον, όπως καταγράφεται από πολλούς δημοσιογράφους και αναλυτές, ενώ παλαιότερα ένας δημοσιογράφος «έτρεχε» προς αναζήτηση της πηγής του, στις μέρες μας οι περισσότερες πληροφορίες τού έρχονται κυρίως με τη μορφή των δελτίων Τύπου μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχεδόν έτοιμες, μόνο που χρειάζονται ανασύνταξη και «χτένισμα», με αποτέλεσμα ο συντάκτης να αναλαμβάνει σταδιακά έναν ρόλο «επιμελητή». Πολλοί θεωρούν ότι τούτο είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ένα παραδοσιακό ή νέο Μέσο Ενημέρωσης σήμερα αποτελεί «λιμένα» μιας αδιάκοπης «ροής των ειδήσεων», τόσο των εσωτερικών όσο και ιδιαίτερα των τεκταινόμενων στη διεθνή επικαιρότητα.

O παραδοσιακός τηλέγραφος έχει αντικατασταθεί από το διαδίκτυο γενικότερα και το Twitter ειδικότερα, οι δε δημοσιογράφοι έχουν πρόσβαση σχεδόν παντού. Συνέπεια αυτού είναι ένα μεγάλο μέρος της δημοσιογραφικής λειτουργίας να μεταβάλλεται από την απλή μεταφορά της είδησης στην επεξεργασία της είτε ακόμη δε και στη συν-διαμόρφωσή της ή σε συνεργασία με το κοινό στο οποίο αυτή απευθύνεται.

Καθώς οι μηχανισμοί δημοσιότητας έχουν στις μέρες μας αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, ο δημοσιογράφος καλείται να αξιολογήσει την ποιότητα και πιστότητα της είδησης, αν δεν θέλει να καταλήξει διεκπεραιωτής ειδήσεων ή «αναμεταδότης» ειδήσεων και σχολίων, όπως κάνουν πολλές δήθεν ενημερωτικές ιστοσελίδες. Τούτο δεν είναι εύκολο, καθώς η επεξεργασία, η ανάλυση κι ο έλεγχος μιας είδησης είναι τα στοιχεία που θα διαδραματίσουν το σημαντικότερο ρόλο στην προσέλκυση του κοινού. Και τούτο διότι θα αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα που θα προσδίδει προστιθέμενη αξία στην ενημέρωση.

Τρίτον, παλαιότερα ο δημοσιογράφος ήταν ένας επαγγελματίας με περισσότερο γενικές γνώσεις, κάτι που τον βοηθούσε να έρθει σε επαφή με ειδικούς για διάφορα θέματα και να μπορέσει να κατανοήσει τις ερμηνείες τους ώστε να τις μεταφέρει στους αναγνώστες. Σήμερα η εξειδίκευση στο δημοσιογραφικό χώρο είναι σχεδόν προαπαιτούμενο, όλο και περισσότερο, σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες της Δύσης.

Οι δε δημοσιογράφοι που καλύπτουν μια θεματική περιοχή είναι οι ίδιοι ειδικοί στο χώρο τους, ιδιαίτερα στην εποχή της απομαζικοποίησης των Μέσων Ενημέρωσης, και το κοινό αναζητά διεξοδικές αναλύσεις από το Μέσο που προσλαμβάνει την ενημέρωση του. Κατά μία άλλη θεώρηση, ο εξειδικευμένος δημοσιογράφος γνωρίζει καλύτερα σε ποιες αξιόπιστες πηγές να απευθυνθεί για το θέμα του.

Τέταρτον, ο δημοσιογράφος είναι σήμερα αντιμέτωπος με τουλάχιστον έξι νέους παράγοντες: την ιστορία, τη γεωγραφία, την παγκοσμιοποίηση, τη δημόσια θεματολογία, την ευαισθησία και το κοινό. Και τούτο διότι η εξαφάνιση του παλαιού διπολικού κόσμου δεν επέφερε μόνο μια νέα τάξη πραγμάτων, αλλά και μια νέα οπτική, μια νέα ατζέντα με θέματα που απασχολούν το σημερινό κόσμο.

Πράγματι, σε έναν κόσμο που παραμένει σε αστάθεια, σε έναν κόσμο όπου οι νέες τεχνολογίες καταργούν τα συμβατικά όρια και τους φραγμούς της ενημέρωσης, η διάκριση της αλήθειας από το λάθος, του γεγονότος από την προπαγάνδα, της παρόρμησης από τον λόγο καθίσταται όλο και δυσχερέστερη, με αποτέλεσμα να ζητείται άμεσα ένας νέος τρόπος προσέγγισης των δρώμενων και του σημερινού κόσμου.

Προφανώς η δημοσιογραφία οδηγείται σε μια νέα εποχή. Το ερώτημα που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι: ποιο είναι το νέο μοντέλο για τη δημοσιογραφία; Ή καλύτερα, τι πρέπει να κάνει το νέο μοντέλο της δημοσιογραφίας σε έναν κόσμο, όπου ο μέσος πολίτης όλο και συχνότερα αντιμετωπίζει τη δημοσιογραφία ως μια υπηρεσία που στην πράξη θεωρείται περιττή ως υπηρεσία;

Τα τελευταία χρόνια μια πρόταση έχει αρχίσει να αναδύεται, η οποία όχι μόνο αναταράσσει τα κύματα στον τομέα της δημοσιογραφίας – αλλά έχει και τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε και μοιραζόμαστε τα Μέσα Ενημέρωσης.

Πρόκειται για την ανάδειξη μιας νέας μορφής δημοσιογραφίας πιο ολοκληρωμένης, αφού ο δημοσιογράφος θα πρέπει να είναι σε θέση όχι μόνο να καλύπτει τα θέματα, αλλά και να τα παράγει χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες τεχνολογίες. Ένα υπο-πεδίο αυτής της –ας την αποκαλέσουμε– «ολοκληρωμένης δημοσιογραφίας» είναι η «επιχειρηματική, πολυμεσική δημοσιογραφία» κι αναφέρεται σε ένα πεδίο των Μέσων Ενημέρωσης, όπου η δημοσιογραφία είναι το σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο μπορεί κανείς να δημιουργήσει περιεχόμενο που απευθύνεται σε επιχειρήσεις και υπηρεσίες οι οποίες μπορούν να αποφέρουν χρήματα.

Αντί να χρησιμοποιείται η δημοφιλής οπτική της δημοσιογραφίας ως ένα είδος επαγγελματικής δημόσιας υπηρεσίας ή λειτουργήματος που πρέπει να προσφέρεται στους πολίτες του κόσμου, η «ολοκληρωμένη δημοσιογραφία» προσφέρει την ευκαιρία να σκεφτούμε τη δημιουργία και παραγωγή περιεχομένου με επιχειρηματικά κριτήρια. Καθώς αποκτά δημοτικότητα, το πεδίο αυτό έχει επίσης τη δυνατότητα να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βρίσκουμε και καταναλώνουμε τις πληροφορίες, και να αλλάξει τον κόσμο.

Οι νέοι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι «ολοκληρωμένοι δημοσιογράφοι» με την έννοια ότι θα γνωρίζουν και θα είναι σε θέση να δουλέψουν τόσο με τα οπτικοαουστικά όσο και με τα έντυπα και τα άλλα διαδικτυακά Μέσα Επικοινωνίας. Παράλληλα, να παράγουν περιεχόμενο που να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα σε όλα τα Μέσα.

Ελάχιστοι, υποθέτω, θα διαφωνούσαν ότι η λειτουργία της δημοσιογραφίας με την παραδοσιακή της μορφή μεταλλάσσεται, αφού το επάγγελμα της δημοσιογραφίας παραμένει ένα από τα τελευταία οχυρά της γενίκευσης σε μια κοινωνία που διαρκώς εξειδικεύεται και επιμερίζεται. Η προοπτική της «ολοκληρωμένης δημοσιογραφίας» ως κάτι διαφορετικό –νέα μοντέλα διανομής και εσόδων, μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού, εστίαση σε μικρότερες, εξειδικευμένες αγορές– μπορεί να συγκροτεί μια απελευθερωτική προοπτική για πολλούς από τους σημερινούς δημοσιογράφους, που είτε έχασαν τη δουλειά τους ή έχουν βαρεθεί από την αναποτελεσματικότητα των διευθυντικών στελεχών. Το ίδιο ισχύει και για αυτούς που τώρα ξεκινούν και μένουν χωρίς εργασία.

Παρά τις τυχόν διαφωνίες, όλοι νομίζω θα συμφωνούν ότι η νέα εποχή για τη δημοσιογραφία απαιτεί καινοτόμες προσεγγίσεις, απαιτεί παράλληλα την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διευκόλυνση του διαλόγου, τη συμπαραγωγή της είδησης, την «έξυπνη» ομαδοποίηση και επιμέλεια των ειδήσεων, των απεικονίσεων των δεδομένων και την αναζήτηση στοιχείων, νέες μορφές συνεργασιών, τη δημιουργία καταλόγων και πηγών, κ.ά. Σε αυτό το πεδίο της παραγωγής των ειδήσεων υπάρχουν τα περιθώρια για νέες ιδέες, πειραματισμούς και πολλές επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Αν και οι τεχνολογικές εξελίξεις επηρεάζουν τη δημοσιογραφία και τους δημοσιογράφους, το ζητούμενο παραμένει η οικονομία. Εάν το διαδίκτυο αποδειχτεί ότι είναι ένα Μέσο λιγότερο αποδοτικό για την προσέλκυση συνδρομητών και διαφημιστών, δεν πρόκειται να επηρεάσει το επιχειρηματικό μοντέλο που εφαρμόζουν οι εφημερίδες και η τηλεόραση. Σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγήσει στην πτώση της δημοσιογραφικής ποιότητας όχι γιατί το Μέσο δεν είναι κατάλληλο για την ενημέρωση, αλλά γιατί δεν είναι κατάλληλο για τη δημιουργία κερδών που αναπόφευκτα συνδέονται και εξασφαλίζουν τη συλλογή της είδησης.

* Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο τµήµα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστηµίου Αθηνών.

 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.