«Στη Συρία όλοι φοβούνται ν’ ανοίξουν το στόμα τους»

Της Μαρίνας Σπύρου* Δύο δημοσιογράφοι από τη Συρία μιλούν στη Μαρίνα Σπύρου και μας παρουσιάζουν το τολμηρό εγχείρημα του αντικαθεστωτικού περιοδικού Dawdaa, που βγήκε μέσα στον πόλεμο και έκανε εχθρούς σε όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές.
«Στη Συρία όλοι φοβούνται ν' ανοίξουν το στόμα τους» Σε περιοχές όπου οι άνθρωποι είναι απομονωμένοι, χωρίς ηλεκτρικό, διαδίκτυο και τηλεόραση, τα περιοδικά μας είναι η μόνη σύνδεση με τον κόσμο.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Της Μαρίνας Σπύρου*

«Το πρώτο θύμα του πολέμου είναι η Αλήθεια», λέει ο Μοχάμαντ Μάλακ (Mohammad Mallak), δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος από την Αλ Σουέιντα (Al Sweida) της νότιας Συρίας. Υπερδραστήριος σε πολλούς τομείς στην προπολεμική Συρία, εμπνεύστηκε και το 2012 ίδρυσε το περιοδικό Dawdaa, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα λίγα μη καθεστωτικά έντυπα στη χώρα. Παράλληλα, είναι ιδρυτής και αρχισυντάκτης του Saidet Suria, ενός περιοδικού από και για τις γυναίκες της Συρίας.

Όταν το 2013 βρέθηκε στο στόχαστρο των δυνάμεων του Άσαντ, λόγω της δημοσιογραφικής και ακτιβιστικής του δραστηριότητας, πέρασε από τον Λίβανο στην Τουρκία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Από εκεί συνεχίζει να εκδίδει τα δύο περιοδικά, αλλά και να συμμετέχει ενεργά σε ακτιβιστικές δράσεις που αφορούν τη Συρία.

Ο Μοχάμαντ Μάλακ και η Όλα Αλ Τζάρι (Ola Al Jari) συνεργάτιδα του Dawdaa, μίλησαν στη Δημοσιογραφία [i] για το πώς κατάφεραν να εκδώσουν ένα αντικαθεστωτικό περιοδικό σε μια καθεστωτική περιοχή, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στο να ασκήσουν δημοσιογραφία σε μια καθ’ όλα εχθρική προς την ελευθερία του Τύπου χώρα, αλλά και για τις επιδράσεις που έχει ο πόλεμος στη δουλειά και την καθημερινότητά τους. Για το πώς αυτή η κατάσταση τους ανάγκασε να γίνουν πρόσφυγες, καθώς και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κατά την προσαρμογή τους σε νέες κοινωνίες, αλλά και για τους στόχους που θέτουν για το μέλλον τους.

Επιπλέον, ο Μοχάμαντ Μάλακ περιγράφει τον αγώνα που δίνεται για την απελευθέρωση των γυναικών οι οποίες βρίσκονται στο περιθώριο ενός πολέμου που δεν δείχνει σημάδια εκτόνωσης, παρά το ότι μετρά ήδη πέντε χρόνια και χιλιάδες θανάτους, ενώ έχει συμβάλει στη μεγαλύτερη, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη[ii], προσφυγική κρίση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αναφερόμενος στον ρόλο της δουλειάς του στη σημερινή συριακή κοινωνία, δήλωσε ότι «τα έντυπά μας αντιμάχονται τον λόγο του ISIS και τον ακραίο λόγο γενικότερα. Ειδικά όσο δουλεύουμε, τυπώνουμε και διανέμουμε σε περιοχές που ελέγχονται από το Ισλαμικό Κράτος δίνουμε θετικό παράδειγμα, ενώ συμβάλουμε στο κτίσιμο μιας καινούριας κοινωνίας στη Συρία. Σε περιοχές όπου οι άνθρωποι είναι απομονωμένοι, χωρίς ηλεκτρικό, διαδίκτυο και τηλεόραση, τα περιοδικά μας είναι η μόνη σύνδεση με τον κόσμο».

Η Όλα Αλ Τζάρι ζει στη Λειψία της Γερμανίας, όπου στεγάζεται το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου (ECPMF), στο οποίο εργάζεται, ενώ παράλληλα, μαζί με άλλους Σύρους παράγει ραδιοφωνική εκπομπή για το Radio Blau. Η 30χρονη δημοσιογράφος έφυγε το 2013 από τη Συρία για την Τουρκία υπό τον φόβο του καθεστώτος. Δεν ήταν ανάμεσα στους πρόσφυγες που διέσχισαν το Αιγαίο για να φτάσει στον σημερινό τόπο διαμονής της, βρέθηκε εκεί μετά από αυθόρμητη απόφαση που έλαβε με τον σύζυγό της, όταν είχαν πάει στην Ισπανία για ένα δημοσιογραφικό συνέδριο, ως εργαζόμενοι ειδησεογραφικού πρακτορείου της Συρίας με βάση την Τουρκία.

Και οι δύο είναι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου της Δαμασκού. Σήμερα, καθένας από τη θέση του, μάχονται υπέρ της ελευθερίας του Λόγου, σε μια νέα εποχή και κοινωνία της μεταπολεμικής περιόδου της Συρίας, παρότι φαντάζει πολύ μακρινή ακόμη.

Η δημιουργία του Dawdaa, η κρυφή έκδοση και διανομή του

Dawdaa σημαίνει «θόρυβος, να ανάβεις το φως και να μιλάς δυνατότερα», εξηγεί ο Μοχάμαντ Μάλακ, για το περιοδικό που ξεκίνησε να εκδίδει κρυφά στη γενέτειρά του, την Αλ Σουέιντα, το 2012.

Σχεδόν είκοσι δημοσιογράφοι και τεχνικοί απαρτίζουν την ομάδα αυτού του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού περιοδικού, που ακόμα και σήμερα τυπώνει 5.000 μηνιαία τεύχη, τα οποία μοιράζονται κάτω από άκρα μυστικότητα σε περιοχές της νότιας Συρίας, αλλά και σε προσφυγικούς καταυλισμούς, όπου υπάρχουν γραφεία του.

Πρωταρχικός σκοπός του περιοδικού ήταν «η κάλυψη της επανάστασης, που ξεκίνησε το 2011 από τη γειτονική πόλη Νταραά», όπως σημειώνει η Όλα, αλλά και «η ανάδειξη των κοινών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες από το καθεστώς, αφού εκείνη την εποχή όλα τα καθεστωτικά Μέσα επικεντρώνονταν στις μεταξύ τους διαφορές».

«Το ότι το περιοδικό καταπιάστηκε με την επισήμανση των συνθηκών που επέβαλλαν οι Αρχές ήταν», σύμφωνα με τον Μοχάμαντ Μάλακ, «ο λόγος που το συνέδεσε με τις ανάγκες του νεανικού κοινού για γνώση». Έτσι, στήθηκε ένα δίκτυο ανθρώπων που το παράγουν, το διανέμουν και το διαβάζουν, παρά τους κινδύνους στους οποίους μπαίνουν. Η εκτύπωση και η διανομή του γίνονται εντός στενών χρονικών ορίων και στα κρυφά.

«Κρύβαμε τις κάμερες για να βγάλουμε φωτογραφίες και μετά κρύβαμε τα πρόσωπα στις φωτογραφίες. Κρύβαμε τους εκτυπωτές και δημιουργούσαμε την κατάλληλη ατμόσφαιρα ώστε να καλύπτουμε τους ήχους τους και μετά την εκτύπωση τους κρύβαμε πάλι», περιγράφει η Όλα, ενώ ο Μοχάμαντ συμπληρώνει ότι «ακόμα και σήμερα η αγορά μελανιού και χαρτιού είναι επικίνδυνη». Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, σε κάποιες περιπτώσεις το περιοδικό είναι ασπρόμαυρο και σε άλλες έγχρωμο.

Επιπλέον, η διανομή του γίνεται από ένα μεγάλο δίκτυο ανθρώπων σε εισόδους σπιτιών, κτηρίων, σχολείων και σε αγορές, κυρίως τις νυχτερινές ώρες. «Κάποιος από τους διανομείς μού είπε μια φορά ότι το να κουβαλά τεύχη είναι σαν να κουβαλά βόμβα που μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Θα ήταν καταστροφικό για όλους μας αν ένας πιανόταν να κουβαλά τεύχη. Μπορεί να πήγαινε στη φυλακή και να μην έβγαινε ποτέ έξω», σημειώνει η Όλα.

Η ελευθερία του Τύπου στη Συρία

Η Συρία, ως χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, το 2016 κατετάγη από τους Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα στην 177ή θέση της λίστας 180 χωρών για την ελευθερία του Τύπου. Όπως όμως αναφέρουν οι δύο Σύροι δημοσιογράφοι, η έλλειψη ελευθερίας του Τύπου προϋπήρχε του πολέμου. Αποδίδοντας την έλλειψη αυτή στην κυριαρχία του Μπασάρ Αλ Άσαντ στο μιντιακό και καλλιτεχνικό τοπίο, ο Μοχάμαντ απαριθμεί τα Μέσα Ενημέρωσης που ανήκουν σε στενούς συγγενείς του, όπως στον ξάδελφό του (εφημερίδα Al-Watan), τη θεία της γυναίκας του (εφημερίδα Al-Balad) και την ξαδέλφη του (εφημερίδα Majd Sliman), ενώ καταγγέλλει ότι οι επίσημες εφημερίδες της χώρας εκπροσωπούν το καθεστώς και είναι στο σύνολό τους «ανειλικρινείς» και «μη επαγγελματικές».

Η Όλα σημειώνει ότι πριν από την επανάσταση ήταν «απίθανο για έναν δημοσιογράφο να γράψει ασκώντας κριτική στις πολιτικές του καθεστώτος», αφού «κάτι τέτοιο θα τον οδηγούσε στη φυλακή».

Ωστόσο, η επανάσταση και στη συνέχεια ο πόλεμος γέννησαν, σύμφωνα με τον Μ. Μάλακ, την ανάγκη δημιουργίας νέων και ανεξάρτητων Μέσων, τα οποία αρχικά στηρίχθηκαν από ακτιβιστές και στη συνέχεια από ακαδημαϊκούς. «Περισσότερα από 300 μιντιακά σχέδια υλοποιήθηκαν, όμως λιγότερα από 100 λειτουργούν ακόμα και μόλις 30 εφημερίδες βγαίνουν τακτικά. Τα Μέσα αυτά ήταν εξαρτημένα από το χρήμα πολιτικών ή θρησκευτικών φορέων. Λίγα επιβίωσαν σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ελλιπή χρηματοδότηση», περιγράφει ο ίδιος.

Φόβος: Ο υποκινητής της φυγής

Η Όλα Αλ Τζάρι χαρακτηρίζει τη Συρία ως «τον τόπο του φόβου». Ο πόλεμος ξεσπά σε μια χώρα που, όπως η ίδια την περιγράφει, βασικός σκοπός της καθημερινότητας ήταν η επιβίωση. Με έναν πληθυσμό που στην πλειονότητά του αντιμετώπιζε θέματα διαβίωσης, η διαφθορά κρατούσε – και κρατά ακόμη και σήμερα – σημαντικό ρόλο.

Αναφερόμενη στην τρομοκρατία που δεχόταν η ίδια ως μαθήτρια από «τις προπαγανδιστικές μηχανές του κυβερνώντος κόμματος», σχετικά με την προδοσία και την αποδυνάμωση του έθνους ή ανύπαρκτους εχθρούς, σημειώνει ότι «όλοι φοβούνται να ανοίξουν το στόμα τους, φοβούνται ακόμα και τους συγγενείς ή τους φίλους τους».

Κι όσο ξεκάθαρη ήταν και είναι η πηγή του φόβου, άλλο τόσο είναι και οι συνέπειές του. «Φοβόμουν μην πάω στη φυλακή ή μην πεθάνω από βασανιστήρια. Φοβόμουν μήπως η οικογένειά μου πάθει κακό εξαιτίας της δουλειάς ή των απόψεών μου. Το καθεστώς παρενοχλούσε ολόκληρες οικογένειες επειδή κάποιο από τα μέλη της δεν παραδινόταν. Φοβόμουν για τον φίλο μου και για το τι μπορεί να του συμβεί εξαιτίας της δουλειάς μου ή των δραστηριοτήτων του και για το ότι δεν κατετάγη στον καθεστωτικό στρατό και κρυβόταν. Ανησυχούσα για όλους τους φίλους μου δημοσιογράφους, κάποιοι από αυτούς ήταν στη φυλακή, άλλοι είχαν ήδη σκοτωθεί», περιγράφει την προπολεμική περίοδο η Όλα, συμπληρώνοντας ότι, «μετά το ξέσπασμα του πολέμου ο φόβος έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Αντιμετωπίζαμε επιπλέον και τους σωματικούς κινδύνους».

Την ίδια ώρα, αναφέρει, η πολιτική κατάσταση κατά την έναρξη της επανάστασης και στη συνέχεια με το ξέσπασμα του πολέμου ήταν τόσο έντονη που επηρέασε το σύνολο των πολιτών, αφού βρισκόταν καθημερινά στον δημόσιο λόγο. Υποστηρικτές και επικριτές του καθεστώτος Άσαντ διχάστηκαν, διαρρηγνύοντας ακόμα και οικογενειακούς ή φιλικούς δεσμούς. «Η πόλωση αυτή προκάλεσε σοβαρά ρήγματα», τονίζει η Όλα περιγράφοντας ότι, «οι υποστηρικτές του καθεστώτος ήταν βίαιοι και εκμεταλλευόντουσαν το ότι εμείς δεν μπορούσαμε να πούμε τις απόψεις μας δημοσίως».

Οι απόψεις όμως των επικριτών του Άσαντ είναι γνωστές στο καθεστώς και στις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις του. Ο Μοχάμαντ Μάλακ βρέθηκε στο στόχαστρό τους, λόγω της ενασχόλησής του με την οργάνωση Najda Now[iii] , και κατηγορήθηκε για «χρηματοδότηση ένοπλων ομάδων». Γεγονός που, μαζί με την αποκάλυψη του ονόματός του, τον έθεσε σε κατάσταση συναγερμού, με αποτέλεσμα ο φόβος της σύλληψης να καθορίζει τις κινήσεις του.

Περιγράφοντας το πού τον έφερε αυτός ο φόβος, αλλά και την καθοριστική για τη φυγή του από τη χώρα στιγμή, ο Μοχάμαντ Μάλακ, λέει στη «Δ»:

«Μία νύχτα πήγα στο γραφείο μου για να καταστρέψω κάποια από τα έγγραφά μου και να προετοιμάσω τη μεταφορά των βιβλίων μου. Στις 4:00 τα ξημερώματα άκουσα χτύπους στην πόρτα, κάτι που ήταν περίεργο εκείνη την εποχή, αφού μετά τις 22:00 κανείς δεν έβγαινε έξω, εκτός από τους στρατιώτες Shabiha[iv], κάποιους ταξιτζήδες και ιερόδουλες.

Επιπλέον η εξωτερική πόρτα του κτηρίου ήταν κλειστή. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για τη μυστική αστυνομία.

Χτύπησαν τρεις φορές και καθεμία από αυτές φοβόμουν όλο και περισσότερο. Προφανώς, εξαιτίας του φόβου μου, η ανάσα μου ακουγόταν περισσότερο, ενώ εξακολουθούσα να ακούω ανθρώπινη παρουσία έξω από την πόρτα. Επιπλέον, στέγνωσε το στόμα μου και έπρεπε να βήξω. Προσπαθώντας να μην κάνω κανέναν ήχο, πήρα μία κουβέρτα και την έβαλα στο στόμα μου, αλλά τότε ο χώρος γέμισε με σκόνη, οπότε όσο προσπαθούσα να κρύψω τους ήχους, τόσο περισσότερο η σκόνη μεγάλωνε την ανάγκη μου για βήχα.

Αυτοί που χτυπούσαν θεώρησαν ότι δεν ήταν η σωστή πόρτα και αποφάσισαν να σιγουρευτούν αν πρόκειται για τη σωστή. Οπότε, η μόνη μου επιλογή ήταν να πάω ξυπόλητος στην ταράτσα και να κρυφτώ. Έμεινα εκεί, στο κρύο, για μιάμιση ώρα, μέχρι που έφυγαν. Επέστρεψα στο γραφείο και μετά έφυγα».

«Στην πραγματικότητα, αυτό που έγινε εκείνη τη νύχτα αποτέλεσε τον βασικότερο λόγο για να φύγω από τη χώρα», περιγράφει ο Μ. Μάλακ συμπληρώνοντας, «δεν υποστηρίζω ότι είμαι γενναίος ούτε δειλός, αλλά το άσθμα μου μού άνοιγε μια πολύ τρομακτική προοπτική, θα πέθαινα αν υφιστάμην τις συνθήκες της σύλληψης από το καθεστώς, χωρίς το μηχάνημα για το άσθμα».

Ανάλογα ήταν και τα αίτια της φυγής της Όλα, η οποία σημειώνει ότι το Dawdaa έγινε αντιληπτό από παράρτημα του καθεστωτικού στρατού και οι δημιουργοί του αναγκάστηκαν να φύγουν προτού αρχίσουν να τους αναζητούν οι Αρχές.

Η ίδια έφυγε για την Τουρκία, όπου δούλεψε σε ένα συριακό πρακτορείο ειδήσεων. «Πολλά μέλη του πρακτορείου που ήταν στη Συρία σκοτώθηκαν. Τα περισσότερα από βομβαρδισμούς του καθεστώτος, ενώ δύο δολοφονήθηκαν από τον ISIS», λέει.

Ο Μ. Μάλακ πέρασε στον Λίβανο, «αγόρασε» σφραγίδα από την προσφυγική υπηρεσία της χώρας, αξίας 13.000 λιρών Συρίας, και από εκεί πήγε στην Τουρκία.

Η προσφυγιά και η ενσωμάτωση σε νέες κοινωνίες

Κι αν ο φόβος απαλύνεται μετά τη φυγή, δεν ισχύει το ίδιο για όλα τα συναισθήματα που γεννήθηκαν στον πόλεμο και συνοδεύουν αυτούς που κατάφεραν να ξεφύγουν. «Υπάρχει ένα τρομερό συναίσθημα ανικανότητας», τονίζει η Όλα, αναφερόμενη στους ανθρώπους που σκοτώνονται καθημερινά και για τους οποίους «δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για να τους βοηθήσουμε ή για να σταματήσουμε τους σκοτωμούς».

Στη Γερμανία, όπου ζει πλέον, νιώθει ασφαλής. «Δεν φοβάμαι πια. Μπορώ ακόμα και να γράψω τις απόψεις μου ελεύθερα», λέει, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό της «πολίτη του κόσμου», που κατάφερε να κάνει ουσιαστικά βήματα ενσωμάτωσης στη νέα κοινωνία όπου ζει.

Παραδεχόμενη ότι ο πόλεμος και η προσφυγιά την άλλαξαν, πιστεύει ότι πρόκειται για μια εμπειρία που μπορεί να της διδάξει πολλά. Βλέπει, επιπλέον, μια ευκαιρία να διορθώσει «την κατεστραμμένη εικόνα που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων», να συστήσει «τη χώρα, την κουλτούρα, τις σκέψεις και τα όνειρα των Σύρων σε αυτή την καινούργια κοινωνία».

Το μυαλό της Όλα επιστρέφει συνεχώς εκεί, όπου οικογένεια, φίλοι και συνάδελφοί της ζουν υπό επισφαλείς συνθήκες. Το ίδιο και του Μοχάμαντ, που ακόμα κι αν μένει στην Τουρκία, το μυαλό του βρίσκεται στη Συρία.

Ο ίδιος, περιγράφοντας τις συνέπειες της αναγκαστικής φυγής του, αναφέρει ότι η οικογένειά του διέτρεχε για πολύ καιρό κίνδυνο εξαιτίας του, ενώ εκείνος δούλευε με ψεύτικο όνομα. Χαρακτηρίζει δύσκολη την ενσωμάτωσή του στη νέα κοινωνία, επειδή περνά όλο τον χρόνο του «παρακολουθώντας το τι συμβαίνει στη Συρία».

«Αντιμετωπίσαμε μεγάλη δυσκολία μέχρι να ανακτήσουμε τη δυνατότητα να είμαστε αποτελεσματικοί και να δουλέψουμε ξανά», συμπληρώνει αναφερόμενος σε ένα δίκτυο χιλιάδων ακτιβιστών εντός κι εκτός Συρίας και στη μεταξύ τους επικοινωνία.

Η θέση της γυναίκας και η έλλειψη της ελευθερίας του λόγου της

Το δίκτυο των ακτιβιστών που αναφέρει ο Μ. Μάλακ δεν αφορά μόνο την έκδοση και τη διανομή του περιοδικού Dawdaa, αλλά και τη δημιουργία του περιοδικού Saiedet Souria, περιοδικό που εκδίδεται από και για τις γυναίκες της Συρίας. Ο τίτλος του περιοδικού σημαίνει «η γυναίκα της Συρίας, η γυναίκα της καθημερινότητας στη Συρία», όπως εξηγεί.

Το Saiedet Souria διαθέτει μεγάλη ομάδα υποστηρικτών για την παραγωγή και τη διανομή του, η οποία στεγάζεται σε επτά γραφεία σε ισάριθμες πόλεις της Συρίας, μεταξύ των οποίων η Αλ Σουέιντα, η Νταραά, το Χαλέπι και το Ιντλίμπ. Η εκπαίδευση των γυναικών και των ανδρών που απαρτίζουν την ομάδα του γίνεται μέσω skype και smart phones, ενώ το περιοδικό πλαισιώνουν δράσεις και κοινωνικές καμπάνιες, όπως το «Child not wife», που αφορά τους γάμους ανήλικων γυναικών.

Βασικός αποδέκτης του περιοδικού είναι οι περιθωριοποιημένες γυναίκες, οι οποίες βρίσκονται σε ελεγχόμενες από το καθεστώς ή ακραίες ομάδες περιοχές, καθώς και σε προσφυγικούς καταυλισμούς.

«Αυτό που πολλοί δεν ξέρουν για τη Συρία είναι ότι συνυπάρχουν άνθρωποι πολλών θρησκειών και μειονοτήτων», διευκρινίζει η Όλα Αλ Τζάρι, συμπληρώνοντας ότι «μετά την επανάσταση και τον πόλεμο είδαμε αύξηση των εξτρεμιστικών οργανώσεων, που συμπεριφέρονται διαφορετικά στις γυναίκες και τις αναγκάζουν να φορούν μαντίλες, τις οποίες προηγουμένως φορούσαν κυρίως οι μουσουλμάνες». «Κάτω από τον ζυγό του καθεστώτος οι γυναίκες μπορεί να μην δεχόμαστε τέτοιες καταπιέσεις, αλλά δεν έχουμε κανενός είδους ελευθερία, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της έκφρασης».

«Οι γυναίκες στη Συρία ήταν πάντα στο περιθώριο, κάτω από τον έλεγχο του καθεστώτος, αλλά όταν ξεκίνησε η επανάσταση, υπέστησαν ακόμα μεγαλύτερο αποκλεισμό των ριζοσπαστικών ομάδων που ελέγχουν διάφορες περιοχές της. Τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάμερες. Απαγορεύεται να δείχνουν το πρόσωπό τους στην τηλεόραση, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Τις ανάγκασαν επίσης να σκεπάσουν τα πρόσωπά τους, με το πρόσχημα των κινδύνων», δηλώνει από την πλευρά του ο Μοχάμαντ Μάλακ, παρατηρώντας επιπλέον ότι, «όλα τα πολιτικά κινήματα αποτελούνται από άνδρες και οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 4%».

Η ισότητα των δύο φύλων είναι ο πρωταρχικός σκοπός του Saiedet Souria, που από το 2013 μάχεται για να δώσει φωνή στις γυναίκες από τη Συρία. «Κάτω από αυτές τις συνθήκες σκεφτήκαμε ότι το φαγητό, το ποτό και οι χειρωνακτικές εργασίες δεν είναι οι μόνες ανάγκες των γυναικών. Έχουν επίσης ανάγκη να μιλήσουν και να πουν στον κόσμο τα προβλήματά τους», σημειώνει ο Μ.Μάλακ.

Και ως φαίνεται, η εργασία του έχει αποτελέσματα, καθώς ,αναφέρει, «πάνω από το 70% του περιεχομένου του περιοδικού γράφεται από ακτιβίστριες, διανοούμενες, ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους γυναίκες της Συρίας, ενώ η πλειονότητα των διοικητικών μελών του περιοδικού είναι επίσης γυναίκες».

Στο ερώτημα πώς ένας άνδρας προερχόμενος από αυτή την κοινωνία, κομμάτι της οποίας είναι η ανισότητα των δύο φύλων, προωθεί τη μεταξύ τους ισότητα, ο Μοχάμαντ Μάλακ, έχει απαντήσει ουκ ολίγες φορές. Δίνοντας την ίδια απάντηση στη «Δ», σημειώνει ότι «δεν είναι ο μόνος» και επικαλείται διεθνείς οργανισμούς, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, τον οποίων άνδρες υπάλληλοι εργάζονται για τη χειραφέτηση της γυναίκας, ενώ του φαίνεται «περίεργο που ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την αλήθεια. Δηλαδή, ότι η απελευθέρωση της γυναίκας είναι απελευθέρωση ολόκληρης της κοινωνίας, απελευθέρωση του κόσμου που ζούμε, δουλεύουμε και δημιουργούμε όλοι μας, γυναίκες και άνδρες».

Ο ρόλος της δημοσιογραφίας στον πόλεμο της Συρίας

Κάνοντας πράξη αυτές του τις ιδέες, ο Μοχάμαντ Μάλακ ηγείται του προγράμματος «Revealing Women», το οποίο αφορά την εκπαίδευση γυναικών στη συγγραφή ιστοριών, καθώς και στην παραγωγή ειδήσεων (ρεπορτάζ και ραδιοφωνική παραγωγή).

Πάνω από 1000 άτομα, που εκπαιδεύθηκαν από την ομάδα του Saiedet Souria, εκπαιδεύουν με τη σειρά τους στη δημοσιογραφία των πολιτών γυναίκες μέσα στη Συρία, σε γειτονικές χώρες και σε προσφυγικούς καταυλισμούς, μέσω Skype, εφαρμογών για smart phones, όποτε δεν είναι δυνατή η εκ του σύνεγγυς επαφή τους.

Όπως αναφέρει ο Μ. Μάλακ, τα δύο τελευταία χρόνια έχουν εκπαιδευθεί πάνω από 160 γυναίκες, πολλές εκ των οποίων κάνουν ρεπορτάζ και καταγράφουν ιστορίες και μαρτυρίες για αρκετούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

«Είμαστε περήφανοι για αυτό μας το κατόρθωμα, επειδή δουλέψαμε σε περιοχές που ελέγχονται από ακραίες οργανώσεις και δίνοντας φωνή σε αυτές τις γυναίκες προστατέψαμε τις οικογένειές τους από τον εξτρεμισμό. Οι περισσότερες γράφουν σε μόνιμη βάση και άλλες φέρνουν ένα εισόδημα στις οικογένειές τους. Εξάλλου, αισθάνονται πολύτιμες όταν βλέπουν το όνομά τους να δημοσιεύεται σε κάτι που έχουν γράψει. Όλα αυτά αποτελούν κίνητρα για τις γυναίκες, ώστε να συνεχίσουν να είναι ενεργές μέσα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, ειδικά στο να εκφράζονται υπέρ της ειρήνης και να μάχονται τον εξτρεμισμό», δηλώνει ο ίδιος.

Η εκπαίδευση στη δημοσιογραφία των πολιτών όμως δεν περιορίζεται στις γυναίκες, αφού ο Μοχάμαντ Μάλακ και όχι μόνο, εκπαίδευσε πολίτες προτού φύγει από τη Συρία και συνεχίζει να το κάνει μέχρι σήμερα, μέσω του διαδικτύου.

«Η Αλήθεια είναι το πρώτο θύμα του πολέμου κι έπρεπε να βοηθήσουμε στο κτίσιμο και τη διαμόρφωση στελεχών, ώστε να τη διαφυλάξουμε και να τη μεταφέρουμε στους ανθρώπους, ιδίως σε εκείνους που δοκιμάζονται», λέει και περιγράφει τη διαδικασία εκπαίδευσης πολιτών από επαγγελματίες σε δημοσιογραφικές πρακτικές επιτόπιας ασφάλειας σε εμπόλεμη ζώνη, αλλά και στο να έχουν ως κριτήριο ουδετερότητας την Αλήθεια και να συμβάλλουν έμπρακτα στη διάδοσή της.

Σύμφωνα με τον Μοχάμαντ Μάλακ, «ο ρόλος της δημοσιογραφίας είναι να αποκαλύψει το τι συμβαίνει στη Συρία, να δώσει βήμα στους καταπιεσμένους ανθρώπους, ν’ αποκτήσει ρόλο μεταβατικής δικαιοσύνης από την έκθεση στους εγκληματίες και να συμβάλει στην ανοικοδόμηση των σχέσεων για μια νέα συριακή κοινωνία».

Για το λόγο αυτόν, «τα ανεξάρτητα Μέσα στη Συρία παίζουν μεγάλο ρόλο στη δημιουργία δομών δημοκρατίας και ελευθερίας, για τις οποίες πρέπει να προετοιμαστούν ώστε να διαχειριστούν μετά το τέλος του πολέμου».

Επίλογος

Οι στόχοι της Όλα Αλ Τζάρι δεν διαφέρουν από αυτούς των «Δυτικών». Η εξασφάλιση ενός καλύτερου περιβάλλοντος, από αυτό που εκείνη μεγάλωσε, είναι που κυνηγά για τα παιδιά της. Παράλληλα, θέλει να μάθει περισσότερα για «τη νέα δημοσιογραφία» και να αποκτήσει μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία, ώστε κάποια στιγμή να επιστρέψει στη Συρία και να ασκήσει εκεί «πραγματική δημοσιογραφία».

Ο Μοχάμαντ Μάλακ, παρά τις σοβαρές ελλείψεις σε πόρους και προσωπικό, λόγω της μετανάστευσης πολλών συνεργατών του στην Ευρώπη, επιμένει στο κτίσιμο διασυνδέσεων μέσα και έξω από τη Συρία, με στόχο «να σταματήσει η σφαγή του λαού της Συρίας», ενώ δουλεύει με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα είναι εφικτό για τους Σύρους «να υψώσουν τις φωνές τους και να συμμετάσχουν πραγματικά στις αποφάσεις που λαμβάνονται, στη διοίκηση και στην πολιτική ζωή της χώρας».

«Εύχομαι να επιστρέψω στη Συρία, παρά το ότι είναι απίθανο. Δυστυχώς θα πάρει χρόνια σε ακτιβιστές και δημοσιογράφους που δούλεψαν εκεί, οι οποίοι προσπαθώντας να είναι πάνω από όλα ειλικρινείς, έγιναν εχθροί όλων των πλευρών αυτού του πολέμου», καταλήγει ο Μοχάμαντ Μάλακ. Και όπως είναι γνωστό, οι αντιμαχόμενες πλευρές αυτού του πολέμου είναι πολλές.

*Η Μαρίνα Σπύρου είναι απόφοιτος του τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως freelance δημοσιογράφος, με έδρα την Αθήνα.

Σημειώσεις:

[i] Οι συνεντεύξεις των δύο δημοσιογράφων στη Δημοσιογραφία πραγματοποιήθηκαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την περίοδο 30 Οκτωβρίου με 9 Νοεμβρίου 2016.

[ii] Σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2015, ο αριθμός των προσφύγων παγκοσμίως το 2015 ήταν ανάλογος εκείνου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

[iii] Ανθρωπιστικός οργανισμός για τη στήριξη των θυμάτων του πολέμου της Συρίας.

[iv]Παραστρατιωτική οργάνωση του Προέδρου Μπασάρ Αλ Άσαντ, με στόχο τους αντικυβερνητικούς. Η οργάνωση έχει κατηγορηθεί από τους πολέμιους του καθεστώτος για τις πιο ακραίες βίαιες πράξεις κατά των αντιφρονούντων.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.