Επιχείρηση δίχως τέλος

Του Michael Meyer * Μια νέα βιογραφία του φωτορεπόρτερ Tim Hetherington πραγµατεύεται την υπερβολικά σύντοµη καριέρα του
9 January, 2017
Tagged:
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Here I am. The Story of Tim Hetherington,
War PhotographerAlan Huffman Grove/Atlantic 2012
Μια νέα βιογραφία του φωτορεπόρτερ Tim Hetherington πραγµατεύεται την υπερβολικά σύντοµη καριέρα του
Του Michael Meyer *
Μετάφραση: Κυριάκος Κολοβός

Τα τελευταία χρόνια, ενώ το αμερικανικό κοινό έχει πλέον κουραστεί από την πολεμική ειδησεογραφία, εντυπωσιάζεται ολοένα και περισσότερο από τους πολεμικούς φωτορεπόρτερ. Όταν, για παράδειγμα, οι φωτορεπόρτερ Tim Hetherington and Chris Hondros σκοτώθηκαν πριν από δυο χρόνια σε επίθεση με όλμους από τις δυνάμεις του Καντάφι, ήταν μια από τις σημαντικότερες ειδήσεις του λιβυκού εμφυλίου.

Φυσικά αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι οι Hetherington και Hondros ήταν γνωστοί στα μέσα ενημέρωσης, αλλά είχε επίσης να κάνει και με το γεγονός πως ταίριαζαν με τη ρομαντική εικόνα του επαγγέλματός τους. Σύμφωνα με τον David Carr: «Ο Hetherington ήταν πολεμικός φωτορεπόρτερ από κάθε άποψη. Ψηλός, αρρενωπός και μετριόφρων, με μια βρετανική προφορά βγαλμένη από μυθιστόρημα του Graham Greene και το σωματικό λίπος του ανθρώπου που πίνει αναψυκτικά διαίτης».

Όπως σημειώνει η Emily Nussbaum στην πρόσφατή ανάλυσή της στο περιοδικό New Yorker για τη σειρά ντοκιμαντέρ Witness της ΗΒΟ, που επικεντρώνεται σε φωτογράφους πολεμικών συγκρούσεων, όπως τη Γαλλίδα Véronique de Viguerie: «Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι θεατές παρακολουθούν πιο εύκολα το πορτρέτο μιας γενναίας και όμορφης Γαλλίδας φωτορεπόρτερ αντί ένα αποτρόπαιο ντοκιμαντέρ για τα παιδιά-στρατιώτες στην Αφρική».

Όσο οδυνηρές είναι οι ακατέργαστες εικόνες βίας, τόσο δημοφιλής είναι η θεατρικά δοσμένη βία. Τα ΜΜΕ πάντα μηχανεύονται καινούργιους τρόπους να αμβλύνουν τον τρόμο του πολέμου για τον ανέμελο καταναλωτή ειδήσεων.

Η κατανόηση αυτής της αναπόφευκτης άμβλυνσης φωτίζει από μια ενδιαφέρουσα σκοπιά τη δουλειά του πολεμικού φωτορεπόρτερ. Οι εικόνες τους απεικονίζουν μια ακραία όψη της πραγματικότητας, καταστάσεις τρομακτικές, και με κάποιον τρόπο καταφέρνουν να αναγκάσουν τον θεατή, αντί να τους γυρίσει την πλάτη, να βυθιστεί μέσα τους.

Οι φωτογραφίες μπορούν να μας εθίσουν στη βία, αλλά μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως ηθικό σημείο αναφοράς, μια υπόμνηση όχι μόνο ενός γεγονότος αυτού καθαυτού, αλλά της ανάγκης μας να αισθανθούμε κάτι γι’ αυτό. Οι καλύτερες φωτογραφίες καλύπτουν το χάσμα μεταξύ των μακρινών εικόνων και της προσωπικής μας συναισθηματικής πραγματικότητας.

Κανείς φωτογράφος δεν στοχάστηκε βαθύτερα πάνω σ’ αυτή τη διαχωριστική γραμμή από τον Tim Hetherington. Όπως μου είπε πρόσφατα ο φίλος και συνεργάτης του Hetherington, Sebastian Junger: «Ο Tim ενδιαφερόταν ειδικότερα για τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ διαμορφώνουν την κοινωνία, η οποία χρησιμοποιεί κι αυτή με τη σειρά της τα μέσα ενημέρωσης. Γι’ αυτό το είδος του κύκλου μιλάμε».

Μάλιστα ο Hetherington είχε πάει στη Λιβύη για να καταγράψει ένα παρόμοιο φαινόμενο: Οι Λίβυοι επαναστάτες, που είχαν εμπλακεί ξαφνικά σε πόλεμο χωρίς να διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία, προσέφυγαν στα μέσα ενημέρωσης και τη λαϊκή κουλτούρα, για να ανακαλύψουν πώς πρέπει να δείχνει και να συμπεριφέρεται ένας επαναστάτης στρατιώτης.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου σύντομου ταξιδιού του στη Λιβύη το Μάρτιο του 2011 τον είχε ενοχλήσει ο «στημένος» χαρακτήρας της μάχης: Οι δημοσιογράφοι απαθανάτιζαν επαναστάτες σε ηρωικές πόζες, ενώ στην πραγματικότητα ήταν άπειροι πολίτες που μαϊμούδιζαν μπροστά στην κάμερα βαστώντας όπλα.

Το νέο του έργο ήταν μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει και να υπερβεί αυτή τη δυναμική. «Πρέπει να παλέψουμε κάνοντας προπαγάνδα», είπε σε ένα φίλο, το φωτογράφο των New York Times, Michael Kamber, λίγο προτού επιστρέψει στην πρώτη γραμμή. «Τα ΜΜΕ έχουν πλέον γίνει κομμάτι της πολεμικής μηχανής σε τέτοιο βαθμό, που όλοι πρέπει να έχουμε επίγνωση αυτής της κατάστασης περισσότερο από ποτέ».

Ο Hetherington πέθανε λίγους μήνες μετά το Restrepo, το ντοκιμαντέρ για τους Αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, που σκηνοθέτησε μαζί με τον Junger και προτάθηκε για Όσκαρ. Ενώ πιθανώς θα μείνει γνωστός για το Restrepo, πολλοί που γνώριζαν τον Hetherington προσπαθούν να διασώσουν τη γενικότερη ευαισθησία και αποστολή του, που καταδεικνύουν την πορεία που θα μπορούσε να είχε πάρει μελλοντικά η δουλειά του.

Το προηγούμενο φθινόπωρο ο Kamber διοργάνωσε μια έκθεση με τις τελικές φωτογραφίες του Hetherington στο Bronx Documentary Center. Ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ με τίτλο Από πού πάνε για το μέτωπο; που σκηνοθέτησε ο Junger, προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance τον Ιανουάριο του 2013. Επίσης μια έντυπη βιογραφία με τίτλο Εδώ είμαι. Η ιστορία του πολεμικού φωτορεπόρτερ Tim Hetherington από τον Alan Huffman κυκλοφόρησε το Μάρτιο από τον εκδοτικό οίκο Grove.

Ο Huffman αφηγείται την καριέρα του Hetherington σε κεφάλαια που καλύπτουν τις πολλές συγκρούσεις που κάλυψε ο φωτογράφος: τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβερία, τη γενοκτονία στο Σουδάν και την εξάπλωσή της στο Τσαντ, και την αμερικανική κατοχή στο Αφγανιστάν. Η άποψή του, έστω κι αν δεν κατονομάζεται ρητά, είναι ότι δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τον Hetherington, αν δεν κατανοήσει τη βία που κλήθηκε να καταγράψει.

Ο Huffman επιτυγχάνει να μας βουτήξει μες στην καθημερινή πραγματικότητα του Hetherington στο πεδίο της μάχης, ενώ πολλές εξαίρετες συνεντεύξεις από φίλους και συνεργάτες του προσθέτουν μια πιο προσωπική διάσταση στην ασυνήθιστη ζωή του φωτογράφου. Οι καλύτερες όμως βιογραφίες εξερευνούν επίσης το πνεύμα των ανθρώπων που παρουσιάζουν, μια αποστολή την οποία ο Huffman δεν έφερε και τόσο αποτελεσματικά σε πέρας.

Αν κι ο Hetherington ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το πώς οι εικόνες σύγκρουσης διαδίδονται, ερμηνεύονται και κρίνονται από το κοινό, η βιογραφία του στο μεγαλύτερο μέρος της δεν είναι ένα βιβλίο ιδεών.

Η πρώτη εμπειρία που είχε ο Hetherington στα πεδία των μαχών ήταν ως ένας εκ των δύο δυτικών δημοσιογράφων που εργάζονταν στα μετόπισθεν των επαναστατών στη Λιβερία το 2003, φωτογραφίζοντας μια σύγκρουση που χαρακτηριζόταν από μια εξεζητημένη και θεατρική στα όρια του παραλόγου κτηνωδία.

Ο Huffman μνημονεύει τα λόγια του παραγωγού James Brabazon, με τον οποίο ο Hetherington συνεργάστηκε στο ντοκιμαντέρ An Uncivil War, όταν αναφέρει για τη Λιβερία: «Δεν ήταν απλώς δυο στρατοί που μάχονταν μεταξύ τους∙ ήταν δυο ομάδες από νεαρούς άντρες, που είχαν καταμαγευτεί από τους θεατρινισμούς του πολέμου – μεταμφιέζονταν με φορεσιές, έτρωγαν ο ένας τον άλλον, ακρωτηρίαζαν ο ένας τον άλλον».

Όμως ο Hetherington κατάφερε να καταγράψει αυτή τη βία, χωρίς να της επιτρέψει να αποσπάσει την προσοχή του από το ανθρώπινο στοιχείο των Λιβεριανών. Οι φωτογραφίες του –μια στιγμή οικειότητας μεταξύ ενός επαναστάτη και της γυναίκας του προτού πάει στη μάχη. το πορτρέτο ενός σκεφτικού άντρα που ξαποσταίνει πλάι σε μια χειροβομβίδα– έθεσαν υπό αμφισβήτηση την άποψη ότι η Λιβερία ήταν συνώνυμη με τις φρικαλεότητές της.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα συνεργεία Τύπου ο Hetherington παρέμεινε στη Λιβερία για αρκετό χρονικό διάστημα μετά το τέλος του πολέμου. Το βιβλίο που τελικά εξέδωσε, Long Story Bit by Bit: Liberia Retold, είναι μια απόδειξη ότι μπορεί κανείς να αποτυπώσει ταυτόχρονα τη βία και την ομορφιά, με τρόπο πειστικό κι αυθεντικό.

Ο Huffman υποστηρίζει ότι «ο Hetherington δεν έβλεπε πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο δημοσιογράφο, τον ανθρωπιστή, τον παρατηρητή, τον αυτόπτη μάρτυρα κι εκείνον που συμμετέχει ο ίδιος στα γεγονότα».

Παρόλο που ο Huffman αποτυγχάνει να αναλύσει τις συνέπειες ενός τέτοιου ισχυρισμού, επιχειρεί να καταδείξει τη σημασία του, τονίζοντας ότι «ο Hetherington αισθανόταν πως δεν αρκούσε απλώς να δείξει τι συνέβη, αλλά ότι η φωτογραφία θα μπορούσε να μεταφέρει σε βαθύτερο επίπεδο την ιστορία, επηρεάζοντας την πορεία πού θα πάρει στη συνέχεια η αφήγηση». Η καλύτερη απόδειξη της πίστης του Hetherington ότι η φωτογραφία έχει τη δύναμη να επηρεάσει τα γεγονότα ήταν η δουλειά του για την οργάνωση Human Rights Watch στο Σουδάν.

Ένα έργο του Hetherington από την εποχή που βρισκόταν στο Αφγανιστάν, ήταν μια εγκατάσταση όπου εναλλάσσονταν αμυδρά φωτισμένες φωτογραφίες κοιμισμένων στρατιωτών με ήχους και εικόνες από τη μάχη, που αντιπροσώπευαν τα όνειρά τους.

Οι εικόνες αυτής της εγκατάστασης έβγαζαν μια απίστευτη ευαισθησία σε αντίθεση με τις κλασικές πολεμικές φωτογραφίες, κι ο Hetherington αισθανόταν πως είχε καταφέρει να εκφράσει καλύτερα από ποτέ «πώς είναι να βρίσκεσαι μες στο χάος του πολέμου».

Οι σκέψεις του γι’ αυτό το έργο αποκαλύπτουν σε τι βαθμό υπολόγιζε τον απώτατο αντίκτυπο της δουλειάς του κι επιδίωκε μιαν ήρεμη «υπονόμευση» μέσω πολλών από τις εικόνες του. «Μου αρέσει η ιδέα ότι το έργο μου αμφισβητεί ό,τι νομίζουμε πως γνωρίζουμε για τον πόλεμο», είπε. «Με ενδιαφέρει να αποκαλύψω όψεις της σύγκρουσης έξω από το διάλογο που διεξάγεται στα ΜΜΕ».

Το μισό σχεδόν βιβλίο του Huffman είναι αφιερωμένο στην αναπαράσταση των τελευταίων ημερών του Hetherington στη Λιβύη. Κι ενώ στη Λιβερία την ευθύνη για την καταγραφή των γεγονότων είχαν κυρίως οι δυτικοί δημοσιογράφοι, όταν έφτασε ο Hetherington στη Λιβύη οι κάμερες που χειρίζονταν τόσο οι πολίτες όσο και οι στρατιώτες αποτελούσαν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του πολέμου. Ο Βραζιλιάνος φωτογράφος André Liohn σημειώνει ότι οι Λίβυοι «πήγαιναν στον πόλεμο κρατώντας σχεδόν τόσες κάμερες όσες και όπλα».

Αυτή ήταν μια άλλη πραγματικότητα, που ο Hetherington προσπαθούσε να κατανοήσει. Συνειδητοποίησε ότι μες στο σύγχρονο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, οι εικόνες της μάχης δεν προσέφεραν τίποτα καινούργιο, και ότι οι δημοσιογράφοι όφειλαν να προσπαθήσουν περισσότερο για να ξεχωρίσει η δουλειά τους, τόσο αισθητικά όσο και διανοητικά.

Ενώ βρισκόταν στη Λιβύη, ο Hetherington είχε μια ιδέα για ένα νέο κολάζ. Θα συνέλεγε εκατοντάδες κινητά τηλέφωνα από Λίβυους, που τα είχαν χρησιμοποιήσει για να τραβήξουν εικόνες του πολέμου, και στη συνέχεια θα τα συνταίριαζε, για να σχηματίσει τον πίνακα της Guernica, που απεικονίζει το χαμό άμαχων πολιτών στον πόλεμο στην Ισπανία, την πατρίδα του Πικάσο.

Γράφοντας στους Times για την έκθεση που διοργάνωσε με τις τελευταίες φωτογραφίες του Hetherington, ο Michael Kamber είπε: «Περισσότερο από κάθε άλλο δημοσιογράφο που γνωρίζω, ο Τιμ ήταν εννοιολογικός στο έργο του. Σκεφτόταν τις μεγάλες ιδέες πίσω από τα γεγονότα, τη δυναμική, την ιστορία και τις κινητήριες δυνάμεις.

Στη συνέχεια προσάρμοζε αναλόγως τη δουλειά του με τη χρήση της φωτογραφίας και των πολυμέσων, προσπαθώντας να βγάλει στην επιφάνεια και να εκθέσει αυτές τις δυνάμεις. Οι μέθοδοί του έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με πολλούς από εμάς, που φωτογραφίζαμε ό,τι έφερναν στο δρόμο μας η τύχη και οι άλλοι, επιτρέποντας άθελά μας στην αφήγηση να σχηματοποιηθεί μέσα από τη συγκατάβασή μας».

Ο Hetherington πήγε στη Λιβύη, χωρίς να εκπροσωπεί κάποιο πρακτορείο ειδήσεων και κυρίως χωρίς τον απαραίτητο ψηφιακό φωτογραφικό εξοπλισμό, που θα του επέτρεπε να πουλάει τις φωτογραφίες του από τη Λιβύη, όσο καιρό θα κάλυπτε τη σύγκρουση. Είχε νέες ιδέες που επεξεργαζόταν στο πλαίσιο της συνεχούς προσπάθειάς του να κατανοήσει καλύτερα τη φύση των συγκρούσεων και τις μεθόδους με τις οποίες μπορούν να καταγραφούν στον 21ο αιώνα.

Για μια ακόμα φορά στόχος του ήταν, όπως είπε στην ταινία του με τίτλο Diary, να συνδέσει «τη δυτική μας πραγματικότητα με τους φαινομενικά μακρινούς κόσμους που βλέπουμε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

Προς το τέλος αυτής της ταινίας βλέπουμε σε μια σκηνή τον Hetherington σ’ ένα κρεβάτι. Έχει την πλάτη γυρισμένη προς την κάμερα και μιλάει στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσει σε κάποιον τη δουλειά του. «Υπάρχει μια πολιτική κατάσταση», λέει, «ή ένας πόλεμος ή μια καταστροφή, και βγάζω φωτογραφίες, προσπαθώντας να καταλάβω κι εγώ ο ίδιος τι συμβαίνει. Αν πιστεύεις, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, πως δεν υπάρχει ελπίδα, τότε είμαι… είμαι… ξέρεις…» Η εικόνα τρεμοπαίζει και η σκηνή τελειώνει.

Όταν ρώτησα τον Junger γι’ αυτό αμέσως μετά το θάνατο του Hetherington, παρατήρησε ότι η πρόταση δεν τέλειωνε σ’ εκείνο το σημείο. Αντιθέτως ο ίδιος ο Hetherington είχε επιλέξει να την κόψει. «Δεν ξέρω τι είπε», παραδέχτηκε ο Junger. «Αλλά έχει ενδιαφέρον αυτό το παιχνίδι, να φαντάζεσαι τι θα μπορούσε να λέει σ’ αυτό το κενό που άφησε». Κι αυτό είναι το καθήκον που κληροδότησε σε όλους μας. CJR

* Ο Michael Meyer είναι µόνιµος συντάκτης του Columbia Journalism Review.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.