Fake News και το δίπολο Google-Facebook

Του Μιχάλη Παναγιωτάκη* Το δίπολο Google – Facebook και ο ηθικός πανικός για τις «ψευδείς ειδήσεις» (fake news).
Photo: pixabay.com
21 March, 2017
Tagged:
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Μιχάλη Παναγιωτάκη*

Όσοι έχουν δει τα εργαλεία άντλησης πληροφορίας που διαθέτει το ίδιο το Facebook για τους πελάτες του και έχουν μια εικόνα για τις εφαρμογές άντλησης δεδομένων που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του social media marketing, δεν θα εκπλαγούν διαβάζοντας για τις δυνατότητες πολιτικού επηρεασμού που περιγράφει το άρθρο της C. Cadwalladr.

Είναι δεδομένο πως το δίπολο Facebook και Google, που αναδεικνύεται στο άρθρο, αποτελεί το νέο παγκόσμιο δίκτυο μετάδοσης κάθε λογής ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και σε μεγάλο βαθμό και πληροφορίας. Παράλληλα, είναι  – μακράν – το πιο αποτελεσματικό δίκτυο επιτήρησης και επηρεασμού στην ιστορία [του ανθρώπου].

Τα Facebook και Google αποτελούν βασική υποδομή της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας, του διαλόγου και της επικοινωνίας και συγκροτούν,  στους τομείς τους το καθένα, ένα τεράστιο και πρωτοφανές μονοπώλιο. Το μέγεθός τους και η ισχύς τους είναι εκείνη υπερδυνάμεων. Η συμμετοχή τους στην κρατική αμερικάνικη παρακολούθηση των πολιτών, όπως μας έκανε ξεκάθαρο ο Σνόουντεν, είναι δεδομένη.

Οι δυνατότητες επηρεασμού της κοινής γνώμης που διαθέτουν, όπως επισημαίνει το άρθρο, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, είναι ανομολόγητες. Η διάθεση τεράστιων όγκων δεδομένων κάθε είδους οδηγεί τις δύο εταιρείες (και μάλλον περισσότερο την Google/Alphabet) να καταλάβει δεσπόζουσα θέση στη νέα υπό διαμόρφωση μεγάλη βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό θα επιτείνει φυσικά την «παντοδυναμία» της και τη δυνατότητά της να ασκεί κάθε είδους επηρεασμούς.

 

Fake News και Google/Facebook

Τρία είναι τα μείζονα που έχει νόημα να αναδείξουμε πέρα από όσα γράφονται στο άρθρο, στη συγκυρία του ηθικού πανικού για τις «ψευδείς ειδήσεις», την ψευδοειδησεογραφία:

Το ένα είναι πως αν και η μηχανική του επηρεασμού της κοινής γνώμης ή των καταναλωτών κάθε είδους, έχει πλέον στηθεί σε ολωσδιόλου καινούριες βάσεις, έχει αποκεντρωθεί ως προς τα υποκείμενα και τα δίκτυα υποκειμένων που την κατευθύνουν και έχει υπερσυγκεντρωθεί ως προς την βασική υποδομή της διανομής της, προφανώς δεν εφευρέθηκε σήμερα. Είμαστε σε μια φάση μετάβασης από το μοντέλο ελέγχου της πληροφορίας στην πηγή της, με τα ολιγοπώλια της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας να είναι ιεραρχικά και από τα πάνω.

Κινούμαστε στο μοντέλο που περιγράφεται στο άρθρο της Cadwalladr, και ένας από τους λόγους που επικρατεί αυτή η διάχυτη ανησυχία σε όλο το δίκτυο των “παλιών” ΜΜΕ, είναι πως αισθάνονται πως έχουν πια χάσει το μονοπώλιο στην επιλογή των “fake news” που θα διακινηθούν Νέοι παίκτες βασιζόμενοι στην εξαιρετική αποτελεσματικότητα του διαδικτύου και των μεγάλων δύο εταιρειών του στο προσωποποιημένο μάρκετινγκ και την προώθηση προϊόντων, μπορούν να διεκδικούν και να κερδίζουν άρδην πόντους και την πρωτοβουλία στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.

Το δεύτερο είναι πως η ιδέα να δοθεί στην Google και την Facebook η ευθύνη να «ελέγχει» και να «λογοκρίνει» την «ψευδοειδησεογραφία» κινείται προς λάθος κατεύθυνση: δίνει ακόμα περισσότερη εξουσία και αρμοδιότητα επί του τι λέγεται δημοσίως στο διαδίκτυο στις δύο αυτές εταιρείες, οι οποίες για λόγους νομικής προστασίας τους και μόνο θα έχουν κάθε κίνητρο να λογοκρίνουν το διαδίκτυο σε βαθμό που θα κάνει την Κίνα να μοιάζει με όαση πολυφωνίας. Έτσι, παρότι η ρύθμιση της ροής και της έντασης της διακινούμενης πληροφορίας θα βρεθεί και πάλι σε «συστημικά» χέρια, θα βρεθεί με όρους αγοράς που θα έχουν την τάση να καταπνίγουν κάθε αποκλίνουσα φωνή. Δεν υπάρχει άλλωστε πιο αυστηρή λογοκρισία από τη λογοκρισία της αγοράς.

Το τρίτο είναι πως δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε ένα είδος τεχνολογικού ντετερμινισμού: ο λόγος που η ακροδεξιά ανά τον πλανήτη είναι σε άνοδο δεν έχει να κάνει ούτε καν τριτευόντως με τους μηχανισμούς επηρεασμού του διαδικτύου. Έχει να κάνει με λόγους που διατρέχουν όλο το παγκόσμιο σύστημα, με τη βαθιά κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και με την προετοιμασία, από τα κυρίαρχα ΜΜΕ στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, αλλά σαφώς και στις ΗΠΑ, ενός πολιτισμικού κλίματος μόνιμου εκφοβισμού και αναζήτησης εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού.

 

Ήταν πάνω σε αυτό το προϋπάρχον υπόβαθρο που η μικροδιαχείριση της πληροφορίας από την αμερικανική ακροδεξιά μπόρεσε  – και έφερε ίσως –  οριακά αποτελέσματα. Δεν θέλω να μειώσω με αυτόν τον τρόπο τη σημασία της διά του Google ηγεμόνευσης επί της πληροφορίας, αλλά θα πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε τις κλίμακες για τις οποίες συζητάμε. Ήδη έχουν εκφραστεί σοβαρότατες αντιρρήσεις, βασισμένες σε πραγματικά στοιχεία, για τη θεωρία πως είτε η νίκη του Τραμπ είτε η επικράτηση του BRexit είχε να κάνει κατά κύριο λόγο με τη διαχείριση του Google ή του Facebook και των δυνατοτήτων tracking των χρηστών, από διάφορα οργανωμένα και μη δίκτυα και από εταιρείες όπως η αναφερόμενη Cambridge Analytics.

Διαβάστε το άρθρο Google, δημοκρατία και η αλήθεια για την αναζήτηση στο διαδίκτυο εδώ.

*Ο Μιχάλης Παναγιωτάκης είναι αναλυτής διαδικτύου και δημοσιογράφος.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.