Ο φόβος του «πολυδύναµου δηµοσιογράφου» πριν από το τόλµηµα

Της Γεωργίας Λινάρδου* Οι προκλήσεις της νέας δημοσιογραφίας και της ψηφιακής εποχής. Μία “πολυδύναμη” δημοσιογράφος περιγράφει την εμπειρία της.
28 February, 2014
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Της  Γεωργίας Λινάρδου*

Είναι άβολο το ξύπνημα, όταν δραπετεύεις από τον εαυτό σου, μετακινείσαι λίγα μέτρα παρακάτω και τον παρακολουθείς σαν να ζεις ξέχωρα από δαύτον. Είναι δύσκολο τη στιγμή που παρατηρείς τη ζωή σου απέξω, να συνειδητοποιείς πως πρέπει να αλλάξεις μια σταθερή πορεία χρόνων. Να αναζητήσεις την επόμενη μέρα μιας δουλειάς, η οποία –όπως τουλάχιστον την ήξερες μέχρι τώρα– πια να σε ζήσει δεν μπορεί.

Αν θέλεις, το κάνω μελοδραματικό, αλλά δεν μου πάει. Πολλές version θα κούμπωναν στη βίαιη αλλαγή πλεύσης ενός δημοσιογράφου, που είκοσι χρόνια πριν βρισκόταν στο ξεκίνημα μιας υποσχόμενης καριέρας και σήμερα κάθεται στη θέση του «οδηγού», τοποθετώντας τον λεβιέ ξανά στην πρώτη ταχύτητα. Ως πολυδύναμος δημοσιογράφος πριν από το τόλμημα.

Ανατολή της δεκαετίας του ’90, με ένα μαγνητόφωνο μεγάλης κασέτας κι ένα κινητό μεγέθους «παντόφλας», ξεκίνησα να εντρυφώ στη δημοσιογραφία. Παρέα μου και μια μεταχειρισμένη πορτοκαλί γραφομηχανή, αγορασμένη από την οδό Θεμιστοκλέους! Γρήγορα μεταπήδησα στο δυναμικό ενός μεγάλου καναλιού κι επίσης σχετικά γρήγορα εντάχθηκα στο μισθολόγιο μιας εκ των κορυφαίων εφημερίδων στην Ελλάδα, της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Ένα πανίσχυρο brand name στο χώρο του Τύπου, που σε όποιον περνούσε το κατώφλι του εξασφάλιζε αίγλη και προστασία.

To ρόλο τής Google της εποχής κατείχε το Ίδρυμα Μπότση. Το τότε «γκουγκλάρισμα» προϋπέθετε να πάρουμε το λεωφορείο, να κατέβουμε Σύνταγμα, να φτάσουμε περπατώντας στη Βασιλίσσης Σοφίας 27 και να παραδώσουμε το αίτημά μας. Όταν η χώρα μας μπήκε για τα καλά στο χορό του διαδικτύου, επαγγελματικά πετούσα. Για ασφάλεια, είχα δύο και τρεις δουλειές.

Από τη μια βρισκόμουν στην Παλαιστίνη και στο αρχηγείο του Αραφάτ, από την άλλη στην Κύπρο, στην Αλβανία, τα Σκόπια, το Ισραήλ, τη Γερμανία, την Τουρκία, την Τυνησία, την Κίνα… τον Αϊ-Στράτη στο Βόρειο Αιγαίο, την Ψέριμο, την Κάλυμνο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν το επέβαλλε κάποια έρευνα, μπορούσα να γυρίσω τον Έβρο σε δυο μέρες και να επιστρέψω στην Αθήνα, συνθέτοντας στη διαδρομή το υλικό που είχα συλλέξει.

Ακριβώς αυτό είναι ο δημοσιογράφος: συλλέκτης εμπειριών και δεν το αναφέρω τυχαία καθώς κι αυτή η δραματική φάση που διανύουμε με την κρίση στον Τύπο και την οικονομική κρίση στη χώρα μας, οφείλει να αποτελεί για όλους εμάς τους ανθρώπους του Τύπου μια ακόμη διαδικασία συλλογής εμπειριών. Δραματική για ορισμένους, αλλά η διαδικασία δεν αλλάζει…

Είναι μαγικό. Σκέψου. Έχεις πρόσβαση σε οτιδήποτε χρειαστείς ανά τον κόσμο με ένα «κλικ». Για ορισμένους αυτή η μεταπήδηση στο «κάτι άλλο», αντιμετωπίστηκε με μία μάλλον διαθλαστική ανωμαλία πνεύματος, με επιμονή να κρατηθούν στα ηνία μιας εποχής –έτσι κι αλλιώς αξεπέραστης ιστορικά– η οποία, όμως, ψυχορραγούσε κοιτάζοντας με μισάνοιχτα μάτια πριν το τέλος μιαν άλλη εποχή να κάθεται στην πόρτα του δωματίου περιμένοντάς την να πεθάνει, με σκοπό να προχωρήσει σε αναπαλαίωση του οίκου της…

Όσο το διαδίκτυο στεκόταν στα πόδια του, όλο και κάποια βίδα ξέφευγε από την καρέκλα κάποιου συντάκτη μεγάλης εφημερίδας κι αυτός έπεφτε. Μοιραία η κατάσταση στον Τύπο έγινε πιεστική και κατόπιν δραματική με την οικονομική κρίση.

Μες στην ατυχία μου, στάθηκα τυχερή που η μεγάλη αναποδιά με βρήκε ακόμη στην Ελευθεροτυπία, αν και ήταν μια από τις εφημερίδες που χτύπησε αλύπητα η κρίση. Το προσωρινό της κλείσιμο με «έβγαλε» από τον εαυτό μου βίαια, θέλοντας να με κάνει να συνειδητοποιήσω το τέλος μιας εποχής.

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή «τα χάνεις». Για πολύ μεγάλο διάστημα σε ένα ασαφές εργασιακό περιβάλλον (απλήρωτη, ανενεργή, αλλά όχι απολυμένη), τα έχασα όχι λίγο, αλλά πολύ.

Όταν η Ελευθεροτυπία σταμάτησε προσωρινά να εκδίδεται, υπέστην επαγγελματικό «εγκεφαλικό» (παρ’ ολίγον κι από το άλλο), αλλά αντί να νεκρωθούν εγκεφαλικά μου κύτταρα –άνετα θα μπορούσε να μου συμβεί– αντέστρεψα την πορεία.

Μετά την προσωρινή «απελπισία», άρχισα να εκμεταλλεύομαι το «νεκρό χρόνο» για να πειραματιστώ με το διαδίκτυο. Σε κείνη τη φάση της επαγγελματικής μου ζωής, το μόνο που έρεε ήταν οι πληροφορίες στο ίντερνετ. Η πρώτη μου προσπάθεια είχε ήδη γίνει το 2006 με ένα blog που είχα δημιουργήσει, το Real Journalism (πια δεν υπάρχει), αλλά ουδεμία σχέση είχα με ακαταλαβίστικους κώδικες HTML και τέλος πάντων με την παραγωγή ενός προϊόντος που ξεφεύγει από τη μορφή ενός διαδικτυακού δημοσιογραφικού ημερολογίου, όπως ήταν το Real Journalism.

Λεφτά για σεμινάρια δεν υπήρχαν. Άρχισα να συλλέγω πληροφορίες διαδικτυακά για το πώς χτίζεται ένα site (υπάρχουν πολλές)! Πέρασα ατελείωτα, υπέροχα ξενύχτια ώστε να μάθω να παρεμβαίνω στον κώδικα ενός blog. Δύσκολες και ταυτόχρονα υπέροχες ημέρες. Με την πρώτη ευκαιρία διάβαζα τα δωρεάν μου «μαθήματα» όπου και με όποιον βρισκόμουν: περιμένοντας την κόρη μου να τελειώσει από το χορό, στο μετρό, στην ανενεργή Ελευθεροτυπία με την υπάλληλο του εστιατορίου, την Ντία, να περιμένει να μου φτιάξει τον πρώτο πρωινό καφέ, με συναδέλφους που τύχαινε να περνούν και κοροϊδευτικά να σχολιάζουν «τι τα θες αυτά;», με τους συνταξιούχους γονείς μου να παραπονούνται για την κομμένη τους σύνταξη.

Αλλά στο τέλος τα κατάφερα. Ερασιτεχνικά μεν και χωρίς πιστοποίηση, τα κατάφερα.

Τι έκανες δηλαδή; Σε τι θα σου χρησιμεύσουν οι γνώσεις σου;

Ναι, έλειπε κάτι βασικό. Η ιδέα! Να χρησιμοποιήσω αυτά που έμαθα, για να φτιάξω τι; Εμπιστεύθηκα την εμπειρία μου και άρχισα να ερευνώ το ελληνικό διαδίκτυο αποβλέποντας στη διάνοιξη ενός δρόμου. Τι υπάρχει σε «πολύ» και τι υπάρχει σε «λίγο» ή υπάρχει στο «καθόλου»; Τι μένει αναλλοίωτο στο χρόνο και στην Ιστορία;

Σκούντηξα την εμπειρία μου, θυμήθηκα και το βιβλίο μου May Day, May Day – Δέκα μοιραίες πτήσεις (επτά χρόνια έρευνας) για την ιστορία δέκα ανθρώπων. Τι μένει, λοιπόν, αναλλοίωτο στο χρόνο και τι είναι πιο συναρπαστικό όλων; Να διεισδύεις σε ανθρώπινες ιστορίες (έρευνα), να επικοινωνείς με ανθρώπους (συνεντεύξεις), να γράφεις για ανθρώπους (πορτρέτα – βιογραφικά).

Δηλαδή;

Ανθρώπινες ιστορίες!

Έτσι, τον Οκτώβριο του 2012 (σχεδόν. Είμαι τραγικά ασυνεπής με το ημερολόγιο) γεννήθηκε το Storie Umane. Ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με σύνθημά του: «Οι άνθρωποι αλλιώς!»

Γιατί;

Διότι οι άνθρωποι είναι «έτσι», αλλά είναι κι «αλλιώς»! Όπως δηλαδή κι εγώ, όπως όλοι μας.

Πόσο κόστισε;

Μήνες σκληρής δουλειάς στο χτίσιμό του και μόλις 23 ευρώ (αν θυμάμαι καλά) για την κατοχύρωση του τίτλου. Όταν πρωτοβγήκε το Storie Umane στον «αέρα», ήμουν ενθουσιασμένη. Ευτυχής, ένα χρόνο μετά την ύπαρξή του, που δηλώνω ακόμη ενθουσιασμένη.

Και πού βρίσκεις τις «ανθρώπινες ιστορίες»;

Παντού. Στη γειτονιά, στο δρόμο, σε μια τυχαία επικοινωνία υπαλλήλου –από κάποιο διαμαρτυρημένο δάνειο–, στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Παντού, αρκεί να έχω μάτια κι αυτιά ευπρόσδεκτα…

Θεωρείται επαγγελματική στέγη το Storie Umane;

Ναι, με την αξιοποίηση των κατάλληλων εργαλείων.

Είναι αξιόπιστο το Storie Umane;

Ναι. Η κάθε ιστορία διαθέτει τη δική της μοναδική Ταυτότητα, Αξιοπιστία, Εγκυρότητα.

Είναι επαγγελματική διέξοδος το Storie Umane;

Ως προς το οικονομικό σκέλος, όχι ακόμη. Ως προς όλα τα υπόλοιπα (και βάλε όσα θες), φυσικά.

Κάτι λείπει από την αλυσίδα ή μου φαίνεται;

Ναι, έχεις δίκιο. Όσο αναζητώ τον χαμένο «κρίκο» της υπόθεσης, σκέφτομαι πως, ως συλλέκτης εμπειριών και ως συλλέκτης ανθρώπινων ιστοριών, ένα ένιωσα σ’ αυτή την πορεία: Τίποτα δεν θα πήγαινε μπροστά, εάν δεν υπήρχε επικοινωνία και δεν εννοώ τις δημόσιες σχέσεις, αλλά το άνοιγμα της ατζέντας, τη διά ζώσης επαφή, τα social media, την επαφή μέσω διαδικτύου πότε με ανθρώπους που ζουν στον Έβρο και πότε στην Αργεντινή.

Καταλήγω λοιπόν: στην αρχή νιώθεις αμήχανα με το πέρασμα σε μια άλλη εποχή. Ίσως κρίνεται και αναγκαίο να περάσεις νοητές «αναπαύσεις» ζωής. Να νομίζεις πως χάνεσαι. Αν, όμως, καταφέρεις να ξυπνήσεις, δεν θα νιώσεις μόνο δυνατός, αλλά και κυρίαρχός Σου. Θα συνειδητοποιήσεις πως την επόμενη μέρα, το μόνο ισχυρό brand name στη ζωή σου, είναι και πρέπει να είναι το όνομά σου.

Σ.Σ.: Και με τον χαμένο «κρίκο» τι κάνουμε;

Υ.Γ.: Εγώ προσωπικά εμπιστεύομαι τον Friedrich Nietzsche: «Για πολλούς ανθρώπους, η αφηρημένη σκέψη είναι κουραστική εργασία. Για μένα, τις καλές μέρες, είναι γιορτή, μέθη» (Τα τελευταία σημειωματάρια, Κέδρος 2007).

* Η Γεωργία Λινάρδου είναι δηµοσιογράφος, δηµιουργός του Storie Umane και της στήλης «Ανθρώπων Ιστορίες» στην Ελευθεροτυπία. Έχει γράψει ένα βιβλίο (May Day) και προσπαθεί να γράψει κι άλλα.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.