Γιάννης Τσαρούχης: Θα προτιμούσα να γίνω αγρότης

Η τελευταία συνέντευξη του κορυφαίου Έλληνα ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη στη Σοφία Ιορδανίδου
26 November, 2016
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Συνέντευξη στην Σοφία Ιορδανίδου *

Τελικά, είναι πιο εύκολο να κλείσεις ραντεβού με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, απ’ ό,τι με τον διεθνώς γνωστό ζωγράφο, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος είναι διάσημος, τόσο για την αντισυμβατική του σοφία, όσο και για τους πίνακές του, σκεφτόμουν, όσο προσπαθούσα να πάρω συνέντευξη από τον πιο διάσημο ζωγράφο και φιλόσοφο στην Ελλάδα.

Μετά από επτά μήνες αδιάκοπης προσπάθειας για να μπορέσω να κλείσω τη συνέντευξη, βρέθηκα στο Μαρούσι, όπου ζούσε ο Τσαρούχης τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Στέκομαι μπροστά στην πόρτα του, έτοιμη για την συνέντευξη. Χτυπώ το κουδούνι και στέκομαι εκεί να θαυμάζω τον κήπο. Σκέφτομαι πως η ιερή στιγμή έφτασε. Θα συναντήσω τον σοφό γέροντα της Ελλάδας.

Ένας νεαρός απάντησε στο κουδούνι, του είπα ότι έχω ραντεβού, αλλά έπρεπε να το τσεκάρει και ο ίδιος με τον Τσαρούχη. Παρά το γεγονός ότι η εσωτερική και εξωτερική εμφάνιση δείχνει παραμελημένη, το σπίτι όπου ζει ο Τσαρούχης επρόκειτο να γίνει μουσείο, έμαθα: «Ινστιτούτο Γιάννη Τσαρούχη», για να είμαι ακριβής.

Ο κήπος και η γοητευτική φιλοξενία του Τσαρούχη, λειτουργεί ως ρυθμιστικό στον βρυχηθμό του έξω κόσμου. Είχα ακούσει κάποτε ότι ο Τσαρούχης είχε κληρονομήσει αυτό το σπίτι, αλλά όπως μου είπε ο ίδιος, το είχε χτίσει ο ίδιος το 1963. Ήθελε να το χτίσει στο παλιό παραδοσιακό ύφος του Αμαρουσίου, αλλά η Πολεοδομία δεν του το επέτρεψε κι έτσι το έχτισε σε νεοκλασικό ύφος. Μέσα στο σπίτι, μόνον ελάχιστα έως καθόλου, μπορεί να ακούει ή να βλέπει το… ξέφτισμα του έξω κόσμου. Τα δέντρα με το πλούσιο φύλλωμα που περιβάλλουν το σπίτι, το έχουν μετατρέψει σε ένα τέλειο φρούριο για τον καλλιτέχνη.

Ανακάλυψα γρήγορα ότι ο Τσαρούχης είναι τελειομανής. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, δεν έδειξε να κουράζεται, επαναλαμβάνοντας τον εαυτό του, ώστε να είναι σίγουρος πως έχω κατανοήσει ό,τι μου έχει πει. Όταν μιλάει, δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητός. Η νόσος του Πάρκινσον αποτελεί εμπόδιο στη ροή της συνομιλίας. Έχει δώσει πολλές συνεντεύξεις και κάποιοι μπορεί να αναρωτιούνται: «γιατί θα πρέπει να δώσει μία ακόμη, τι άλλο έχει να πει…», τους ακούω να ψιθυρίζουν. Αλλά εγώ είμαι σίγουρη ότι έχει κάτι καινούργιο να πει!

Ο Γιάννης Τσαρούχης θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Έλληνας Πικάσο. Είναι το τρομερό παιδί, του οποίου ο τρόπος ζωής έχει συγκλονίσει την αθηναϊκή μεσαία τάξη. Για πρώτη φορά έγινε γνωστός όταν μετέτρεψε σε έργα τέχνης, ελληνικά παραδοσιακά θέματα. Απαθανάτισε τα ερειπωμένα καφενεία γύρω από την Πλατεία Ομονοίας και στον Πειραιά, λίγο πριν κατεδαφιστούν. Ζωγράφισε Ελληνίδες ντυμένες με παραδοσιακές στολές να στέκονται στην πόρτα του σπιτιού τους στο χωριό. Έλληνες ναυτικούς σε αρχετυπικές εικόνες. Χρησιμοποίησε θέματα από τις ελληνικές τραγωδίες και τις έκανες σύγχρονες και παρεμβατικές. Τη δεκαετία του ’50 ξεκίνησε να ζωγραφίζει ένα τολμηρό θέμα: το ανδρικό γυμνό!

Ο Γιάννης Τσαρούχης με την Σοφία Ιορδανίδου Τα τελευταία χρόνια, ο Τσαρούχης έχει εξελιχθεί σε δημοφιλή… λέκτορα και οι δηλώσεις του για την τέχνη, την πολιτική και τη ζωή, του έχουν δώσει τη θέση του επικεφαλής στο «μαντείο» των καλλιτεχνών, των συγγραφέων, των ανθρώπων του δρόμου.

Η συνέντευξη δόθηκε μια ζεστή και ηλιόλουστη μέρα του Νοέμβρη. Αφού μιλήσαμε για λίγο στον κήπο, ο Τσαρούχης πρότεινε να μπούμε μέσα.

Στις έντεκα ακριβώς ήταν έτοιμος για τη συνέντευξη. Ξαπλωμένος σ’ ένα παλιό σιδερένιο κρεβάτι, άρχισε να μιλάει. Φορούσε ένα μακρύ λευκό νυχτικό. Το σώμα του αδύνατο, τα άσπρα του μαλλιά λεπτά και άτακτα. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο όμορφα παρακμιακή.

Παρότι έδειχνε κουρασμένος, μόλις του έκανα την πρώτη ερώτηση… «ζωντάνεψε». Σηκώθηκε και μου έδειξε όλο το σπίτι και το studio, μιλώντας ζεστά, μαλακά, άλλα δύσκολο να γίνει κατανοητός. Με ξενάγησε στο ιερό εργαστήριο – ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο με ολοκληρωμένα, αλλά και ημιτελή έργα (κυρίως γυμνών νεαρών αγοριών), μπογιές, πινέλα, καμβάδες, κορνίζες, μάσκες, άλμπουμ φωτογραφιών, σημειωματάρια, λουλούδια και μια υπέροχη πολυθρόνα με ένα μαξιλάρι από μετάξι που ήταν ζωγραφισμένο στο χέρι και δίπλα ένας παλιός σκαλιστός καθρέφτης.

-Πώς αντιλαμβάνεστε έναν πίνακα ζωγραφικής; Από που προέρχονται τα θέματα σας;

«Είναι πιθανό, ένα θέμα που ενδιαφέρει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, να μην ενδιαφέρει κανέναν άλλον, ένα καμένο σπίτι, ένα σπασμένο κουτί, ένας ασήμαντος άνθρωπος. Όμως, θα μπορούσε να είναι λόγος ύπαρξης για έναν πίνακα ζωγραφικής. Ο καλλιτέχνης δίνει το πάθος του. Τα παπούτσια του Βαν Γκογκ ξεκίνησαν από ένα ασήμαντο θέμα. Ο Τένεσι Ουίλιαμς έγραψε για ασήμαντα θέματα, αλλά εξαιτίας της αγάπη του και της γραφής του, έγιναν αριστουργήματα. Το τι θα κάνουμε με τα θέματά μας, είναι πολύ σημαντικό. Πρέπει να είναι κάτι ιερό. Στην πραγματικότητα, τα θέματά μου ξεκίνησαν να βλασταίνουν πολλά χρόνια πριν τα ζωγραφίσω. Η ζωγραφική είναι πλήρως οργανωμένη στο μυαλό μου, ακόμη και τα χρώματα που σκοπεύω να χρησιμοποιήσω, αν και βέβαια τα πράγματα ορισμένες φορές δεν είναι πάντα όπως ακριβώς τα έχω φανταστεί».

-Τι είδους δυσκολίες αντιμετωπίζετε όταν ζωγραφίζετε;

«Μία πολύ μεγάλη! Από τότε που ήμουν οκτώ χρόνων –όταν άρχισα να ζωγραφίζω- είχα έναν φόβο για τα πινέλα. Είναι συχνό φαινόμενο να μην μπορώ να κρατήσω εύκολα ένα πινέλο. Επιπλέον, πρέπει να πείσω τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι το χαρτί, ο καμβάς είναι κάτι ζωντανό, πραγματικό…. κι έχω πρόβλημα με αυτό. Η πειθώ ενός έργου τέχνης εξαρτάται από το πόσο πιστευτή είναι η ζωγραφική».

-Ποιες διαδικασίες ακολουθείτε όταν ξεκινάτε να ζωγραφίζετε;

«Για μένα ένας πίνακας πρέπει να ξεκινά και να τελειώνει με χρώμα. Το σχέδιο έρχεται μέσα από τη διάταξη των χρωμάτων. Τα έργα της Αναγέννησης ξεκινούν με το σχέδιο και μετά μπαίνουν τα χρώματα. Αυτό είναι λάθος, γιατί το χρώμα είναι το μέσον. Είναι καλύτερο να αναζητήσεις το σχέδιο μετά. Παίρνει πολύ χρόνο για να μεταφέρεις το χρώμα στο σχέδιο».

-Πάντα σχεδιάζετε τους πίνακές σας;

«Το σχέδιο είναι σαν μια άσκηση. Πρέπει να την κάνουμε».

'Έργο του Γιάννη Τσαρούχη
-Υπάρχει ένας συγκεκριμένος ζωγράφος που σας έχει βοηθήσει στο έργο σας;

«Αρκετοί, με βοήθησαν κι εγώ μετά τους ανταπέδωσα τη βοήθειά τους. Πήρα ιδέες από άλλους καλλιτέχνες και τις ενσωμάτωσα στο έργο μου. Ο ζωγράφος Βασιλόπουλος με επηρέασε βαθιά. Αργότερα γνώρισα τον Κόντογλου και στη συνέχεια, τον Παρθένη. Ο Παρθένης με αγαπούσε, αλλά στο τέλος είπε ότι δεν του άρεσε η δουλειά μου γιατί ήταν πολύ σουρεαλιστική. Ο Θεόφιλος με επηρέασε πάρα πολύ. Απ’ όλους πήρα κάτι και τα χρησιμοποίησα μέσα από ένα φίλτρο».

-Πώς γίνατε ζωγράφος;

«Πραγματικά δεν ξέρω. Όταν ήμουν μικρό παιδί ζωγράφιζα αγίους κι έκανα τα πρόσωπα τους μαύρα, επειδή σε παλιές εικόνες, τα πρόσωπα των αγίων είναι μαύρα. Εκτός απ’ αυτό, ήταν πολύ πιο εύκολο για μένα να τα κάνω μαύρα. Δεν ξέρω πώς έγινα ζωγράφος. Μου άρεσε πάρα πολύ το θέατρο. Στην αρχή, δούλεψα φτιάχνοντας σκηνικά για τον Κάρολο Κουν. Μετά στην Κοτοπούλη. Είχε χρήματα, κι εγώ είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω στο εξωτερικό και έτσι να δω τι συμβαίνει έξω από την Ελλάδα. Πριν από αυτό, όμως, σπούδασα στη Σχολή Φώτου Πολίτη».

-Οι δάσκαλοι σας ενθάρρυναν; Σας έδειξε κάποιος ότι θα μπορούσατε να γίνεται ένας μεγάλος ζωγράφος;

«Κανένας! Ωστόσο σπούδασα στη Σχολή Καλών Τεχνών για επτά χρόνια, αλλά το πρώτο μου έργο ήταν με το θέατρο, στον σχεδιασμό των σκηνικών».

-Ποια είναι τα σύγχρονα ρεύματα τέχνης και σε ποιο βαθμό διαφέρουν απ΄ ό,τι εθεωρείτο σύγχρονο στην εποχή σας;

«Όταν πρωτόπιασα το πινέλο, στη μόδα ήταν οι ιμπρεσιονιστές. Θεωρήθηκαν “επαναστάτες”. Στη συνέχεια, ο κόσμος τους συνήθισε κι έτσι έγιναν αποδεκτοί. Αργότερα, υπήρξε ο κυβισμός, ο σουρεαλισμός και στη συνέχεια, ο μοντερνισμός. Όλα αυτά τα ρεύματα υπήρχαν. Είμαι της σουρεαλιστικής εποχής κι έκανα τη δική μου επανάσταση. Δημιούργησα σουρεαλιστικά έργα που νέοι καλλιτέχνες δεν κάνουν πια. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει μοντερνισμός, ο μοντερνισμός είναι ένα ανόητο πράγμα. Σκοπός μας θα πρέπει να είναι να συνεχίσουμε τη δική μας παράδοση στη ζωγραφική. Εμείς οι Έλληνες έχουμε δύο σημαντικές παραδόσεις, τη βυζαντινή και τη σύγχρονη. Αυτό είναι σοβαρό».

-Αν έπρεπε να ζήσετε τη ζωή σας ξανά, θα επιλέγατε τη ζωή ενός ζωγράφου;

«Όχι, θα προτιμούσα να γίνω αγρότης και στον ελεύθερο χρόνο μου, θα μπορούσα να βάφω. Έτσι, θα απέφευγα το εμπόριο έργων τέχνης. Το εμπόριο της τέχνης και η εμπορικότητα είναι τρομερά πράγματα».

-Γιατί αγρότης; Πιο κοντά στη φύση;

«Πράγματι, είχα το δικό μου αγρόκτημα στο Παρίσι από το 1968 μέχρι και το 1980. Ήταν δύσκολο. Δεν είχα την δύναμη να φροντίσω τη γη. Ήμουν γέρος».

-Ποιο είναι το ποιο σημαντικό προσωπικό χαρακτηριστικό, με το οποίο πρέπει να είναι οπλισμένος ένας ζωγράφος;

«Η πειθαρχία. Ένας ζωγράφος πρέπει να είναι πειθαρχημένος και ειλικρινής με τον εαυτό του. Οφείλουμε να απελευθερωνόμαστε από τον εαυτό μας μέσω της πειθαρχίας. Μόνον όταν κάποιος έχει πειθαρχία, ανακαλύπτει το αληθινό νόημα της ζωής. Δραπετεύει από τα πάθη και τις αδυναμίες και φτάνει στην αντικειμενικότητα. Αυτό έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες».

-Θα θέλατε να δώσετε κάποιες συμβουλές σε νεαρούς ζωγράφους;

«Να ζωγραφίζουν αυτό, με το οποίο παθιάζονται, αυτό είναι το σημαντικό. Αν δεν έχουν βρει το πάθος τους, να το ψάχνουν κάθε μέρα. Είναι εύκολο, αρκεί να επιμένουν, ώστε να ανακαλύψουν ποιοι και τι είναι. Ο Σωκράτης είπε: “Ξέρω ένα πράγμα, ότι δεν ξέρω τίποτα”. Εγώ γνωρίζω τον εαυτό μου πάρα πολύ καλά».

Ο Γιάννης Τσαρούχης σε νεαρή ηλικία στην Αθήνα.-Συνδέετε τον όρο «επανάσταση» με την τέχνη σας;

«Επανάσταση είναι η επιστροφή στο πρώτο λάθος. Δε νομίζω ότι διαθέτω ταλέντο ζωγράφου. Οι άνθρωποι με έκαναν ζωγράφο. Υπάρχουν και πιο ταλαντούχοι και πιο εκλεκτοί καλλιτέχνες από εμένα, απλά δεν παράγουν τίποτε καλό. Παράγουν μάταια πράγματα. Η ματαιότητα κυβερνά τις ζωές πολλών ταλαντούχων ανθρώπων. Ούτε το θέατρο, αλλά ούτε και η ζωγραφική είναι μεγάλες μου αγάπες. Δεν υπάρχει μεγάλη αγάπη. Η αγάπη είναι ματαιοδοξία, προσφέρει τυφλή ελπίδα».

-Τι ρόλο έχει η αγάπη στη ζωή σας;

«Ο έρωτας και η αγάπη, είναι επιθυμία. Εγώ έχω μια μεγάλη επιθυμία για τη ζωγραφική. Μόνον όταν επιθυμώ κάτι, μπορώ να ζωγραφίζω. Αλλά ο έρωτας δεν προσφέρει αίσθηση ευεξίας, έχει τεράστιες απαιτήσεις. Στην αρχή αγαπιόμαστε γιατί δίνουμε τη δύναμή μας. Όταν, όμως, αυτή η δύναμη διαχέεται, τότε έχουμε αγαπήσει από συμπόνια και έλεος. Σε κάθε περίπτωση, η αγάπη μπορεί να πείσει τον άλλον να έχει τις ίδιες αξίες. Όταν αγαπάς κάποιον, εσύ, ο εαυτός σου προσπαθεί να μπει στο δικό του βασίλειο. Αυτό είναι αγάπη. Γινόμαστε αποδεκτοί από τους άλλους, μόνον όταν μπορούμε να αγαπηθούμε».

-Υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες που μπορείτε να εργάζεστε καλύτερα;

«Εργάζομαι όταν το νιώθω. Δε μπορώ να λειτουργήσω υπό πίεση. Μετά από περίοδο μελαγχολίας, ζωγραφίζω περισσότερο».

-Έχετε έναν συγκεκριμένο πίνακα ή μια περίοδο από τη δουλειά σας που λατρεύετε περισσότερο;

«Αγαπώ όλα μου τα έργα, αλλά θεωρώ ότι πολλά είναι μέτρια. Υπάρχουν πίνακες που αγαπώ, επειδή οι άνθρωποι τους έχουν εγκωμιάσει. Είναι πολύ ακριβοί. Φυσικά, αγαπώ πολύ έναν πίνακα που πωλείται για 20 εκατομμύρια δραχμές!»

-Η ζωή με τη ζωγραφική πιστεύετε ότι συνδέονται μέσω μιας θεμελιώδους σχέσης;

«Η ζωγραφική είναι η ζωή με χρώματα. Είναι οι εμπειρίες της ζωής που μας επέτρεψαν να τις ζωγραφίσουμε. Ανακάλυψα ότι ο μόνος τρόπος ζωής για μένα ήταν η ίδια η τέχνη. Ορισμένοι άνθρωποι το ανακαλύπτουν αρκετά νωρίς στη ζωή τους κι άλλοι αργά. Νιώθω ότι άργησα, νομίζω ήμουν 40 ετών. Πλέον, νοιώθω ότι ζω μόνον για τη ζωγραφική.. Δεν υπάρχει για μένα άλλος τρόπος ζωής. Ζω πραγματικά. Είμαι ενθουσιασμένος με τη ζωή!»

-Τα όνειρα συνδέονται με τη δουλειά σας;

«Ονειρεύομαι πολύ λίγο. Ωστόσο, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού που έπαθα πριν από ένα χρόνο και παίρνω φάρμακα γι’ αυτό, βλέπω παράξενα και περίπλοκα όνειρα. Την ημέρα που με πήγαν στο νοσοκομείο, μετά από το εγκεφαλικό, ονειρευόμουν ένα σπίτι με πολλούς ορόφους, όπου υπήρχαν πολλοί άνθρωποι, αλλά καμία έξοδος για να μπορέσω να φύγω. Δεν ήξερα αν ήμουν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Όταν, στο τέλος, βρέθηκα στον τελευταίο όροφο, κατάφερα να βρω μια πόρτα. Πήρα ένα ταξί και ήρθα σ’ ένα καφενείο, στο Μαρούσι, όπου πολλοί έπαιζαν τάβλι. Έβαλα ένα σεντόνι γύρω μου και ζήτησα από κάποιον να με πάει στο σπίτι. Κανείς δεν με πήγαινε. Επέστρεψα μόνος. Κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου και μετά από λίγο ξύπνησα! Παράξενο όνειρο, δε συμφωνείτε; Δε δίνω ιδιαίτερη σημασία στα όνειρα που βλέπω όταν κοιμάμαι, αλλά δίνω σημασία στα όνειρα που βλέπω όταν είμαι ξύπνιος. Στην αρχή, τα όνειρά μου ήταν μαύρο και άσπρο, τώρα είναι πάντα χρωματιστά. Το χρώμα είναι το μέσον μου. Εάν δεν χρησιμοποιήσω το σωστό χρώμα, δεν θα φτιάξω το σωστό σχέδιο!»

-Το φως είναι χρώμα;

«Το φως αλλάζει το χρώμα των πραγμάτων. Πρέπει να δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στο φως, την ώρα που ζωγραφίζουμε».

-Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα η ελληνική ζωγραφική;

«Δεν ξέρω. Στο μηδέν. Έχουμε πολλούς ταλαντούχους ζωγράφους που συμμετέχουν σε διεθνείς εκθέσεις και φόρουμ, μόνο και μόνο για να κάνουν εντύπωση στον κόσμο. Αυτό που λείπει είναι μία πραγματική… εξομολόγηση. Μας αρέσει να μιμούμαστε άλλους, αλλά χωρίς να βάζουμε τίποτε από τον δικό μας χαρακτήρα. Δε μπορούμε να είμαστε καθολικοί, είμαστε ορθόδοξοι. Οφείλουμε να δείξουμε τι είμαστε. Αυτό που είμαι το δείχνω, δεν κρύβω τον εαυτό μου. Το βασικό για έναν ζωγράφο είναι να παραμένει αυτό που είναι».

-Ποιες είναι οι εμπνεύσεις σας αυτήν την περίοδο;

«Είναι δύσκολο να με εμπνεύσει κάτι, διότι τα πάντα είναι ψευδή και τεχνητά. Τώρα, έχουμε μαυραγορίτες που αγοράζουν την τέχνη μας και ακούνε τη μουσική μας. Σήμερα, η ζωή δεν με εμπνέει».

Γιάννης Τσαρούχης1-Έχετε όμορφες αναμνήσεις από τα παιδικά σας χρόνια;

«Είμαι αφοσιωμένος στην παιδική μου ηλικία. Το Έθνος μας είναι μία μεγάλη παιδική ανάμνηση. Όταν μιλώ για την Ελλάδα, μιλώ για τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, , τα φώτα του Πειραιά, όπου γεννήθηκα, τις αναμνήσεις απ’ όλον τον κόσμο, τους φίλους. Θυμάμαι ότι όλα έδειχναν όμορφα…»

-Ποια είναι η άποψη σας για την ηθική;

«Μόνον η αισθητική μπορεί να επηρεάσει την ηθική. Η ηθική είναι η αισθητική του σήμερα. Από τη στιγμή που η αισθητική έγινε η ηθική του κόσμου, το κάθε τι ελέγχεται. Ο πολιτισμός χρειάζεται δύο πράγματα: τον εθνικισμό και την εμμονή. Ο Πικάσο ήταν ένας Ισπανός εθνικιστής και είχε εμμονή με τη φυλή του. Δεν αναγνώρισε, δεν εκπροσώπησε τη Γαλλία, παρά το γεγονός ότι ζούσε στη Γαλλία. Σήμερα, το εθνικό συναίσθημα αντιμετωπίζεται ως απαράδεκτο, αλλά είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Ποτέ δεν θα μπορούσα να ξεχάσω τα φώτα του Πειραιά».

-Ποια θεωρείται ότι είναι η μεγαλύτερη εμμονή των Ελλήνων;

«Αναμφισβήτητα, η ομοφυλοφιλία, η οποία καμία σχέση δεν έχει με την κοινή εμμονή. Είναι φιλία, η σχέση του ενός με τον άλλον, μια αρετή που μετατρέπει την εμμονή σε δημιουργία. Οι Έλληνες θεωρούν εμμονή μία Αρετή».

-Είστε ιδεαλιστής;

«Προσπαθώ να μην είμαι»

Τσαρούχης_Νεον-Ζωγραφίζετε, γράφετε ποίηση και δοκίμια, σχεδιάζετε σκηνικά για το θέατρο. Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να κάνετε;

«Υπήρχαν πολλά πράγματα που ήθελα να κάνω, αλλά δεν έκανα, μερικά άλλα που προσπαθώ να κάνω. Στο θέατρο και τη ζωγραφική θα ήθελα να ήμουν …υπηρέτης. Πήγα και σπούδασα μόνος μου στο Μουσείο του Λούβρου. Πήγα όταν ήμουν έτοιμος. Έτσι, είχα τη δυνατότητα να μάθω ποια ευρωπαϊκή τέχνη θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα. Ποτέ δεν έγινα Γάλλος. Ποτέ δεν ήθελα να γίνω κάτι… ευρωπαϊκό. Η Γαλλία είναι όμορφη μόνον για τους Γάλλους. Στην Ελλάδα υπάρχουν διαφορετικές ιδέες. Για να καταλάβετε τι εννοώ, ο El Greco θα ήταν πολύ μεγαλύτερος ζωγράφος αν είχε παραμείνει στην Κρήτη και ζωγράφιζε Κρητικούς. Αντ’ αυτού, πήγε στην Ισπανία κι έγινε ένας δεξιοτέχνης αισθητικός. Σήμερα, οφείλουμε να δούμε πέρα από την αισθητική. Το περιεχόμενο είναι πιο σημαντικό διότι αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη εμμονή».

-Πόσο κοντά νιώθετε με άλλες μορφές τέχνης; Το θέατρο, τη μουσική, τον χορό, την ποίηση;

«Νιώθω πολύ κοντά στην ποίηση, αλλά διαρκώς διαβάζω τους ίδιους ποιητές. Εάν διαβάσω μια αρχαία τραγωδία, προτιμώ να την διαβάσω στο πρωτότυπο. Μου αρέσει η ποίηση της Βίβλου, για παράδειγμα, η ιστορία του Δαυίδ και του Σαούλ. Όσο για το Θέατρο, συχνά θεωρώ ότι είμαι ηθοποιός και υποδύομαι ρόλους. Κάποια στιγμή, μάλιστα, είχα καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου ότι είναι καλλιτέχνης. Μουσική έχω ακούσει αρκετά. Μερικές φορές, αναγκάζομαι, γιατί ακούγεται τόσο δυνατά από τα γειτονικά σπίτια. Προτιμούσα τα χρόνια που δεν υπήρχαν ραδιόφωνα. Η χρήση της μουσικής θα πρέπει να ελέγχεται».

Ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Μάνος Χατζηδάκις.-Χορεύετε;

«Ναι, όταν έχω την ευκαιρία, αλλά όταν χορεύω νιώθω το ίδιο «τρακ», όπως όταν ζωγραφίζω. Υποθέτω ότι προέρχεται από το γεγονός ότι πάντα ξεκινώ από το μηδέν. Σε ό,τι αφορά στις άλλες τέχνες, η ηθοποιία και η αρχιτεκτονική με ενδιαφέρουν πολύ».

-Σας αρέσει η μοντέρνα ζωγραφική;

«Όχι. Έχει ξεπεραστεί. Ήταν μια μόδα. Τώρα, έχει γίνει η επίσημη «Ακαδημία του Κράτους!»

-Εννοείται ότι η ζωγραφική θα πρέπει να επιστρέψει…

«Η ζωγραφική πρέπει να επιστρέψει στη ζωγραφική».

-Χρησιμοποιείται μοντέλα όταν ζωγραφίζετε;

«Ναι. Τα περισσότερα πορτρέτα μου τα έχω κάνει με μοντέλα. Μερικές φορές, προσπαθώ να ζωγραφίσω ό,τι ακριβώς θυμάμαι, χωρίς κάποιο μοντέλο, αλλά συνήθως χρησιμοποιώ».

Ο Γιάννης Τσαρούχης και το μοντέλο του.
-Σε ένα από τα έργα σας παρουσιάζετε έναν στρατιώτη, τον οποίον προσδιορίζετε ως τον Αχιλλέα να σηκώνει στα χέρια του την Ιφιγένεια. Χρησιμοποιήσατε μοντέλα γι’ αυτό;

«Όχι, ήταν ένα έργο χωρίς μοντέλα. Υποθέτω ότι θα μπορούσε κάποιος να διαχωρίσει τη δουλειά μου σε πίνακες που έγιναν με μοντέλα και σε έργα που βασίστηκαν αποκλειστικά στη φαντασία μου. Κάθε δέκα χρόνια μου έρχεται και ένα διαφορετικό στυλ. Σαν μια χορεύτρια κλασσικού μπαλέτου που κάθε φορά προσπαθεί να χορέψει και εξπρεσιονιστικό χορό».

-Το 1975 είχατε δηλώσει ότι ένα από τα έργα σας, θα πρέπει να εκτεθεί μετά τον θάνατό σας, διότι σήμερα οι Έλληνες δεν έχουν την νοοτροπία να αποδεχθούν τη δουλειά σας. Δεκατρία χρόνια μετά, αυτό το έργο παραμένει θαμμένο;

«Ναι, το έργο είναι: Το Καφενείον Νέον. Είναι ένα έργο με πρωταγωνιστές δύο άνδρες, έναν νεαρό κι έναν μεγαλύτερο σε ηλικία, για το πώς βλέπουν τη ζωή. Ένας από τους χαρακτήρες είναι ένας ηθοποιός που ζει σ’ ένα φορτηγό χωρίς ρόδες. Στο καφενείο μιλούν για τη ζωή τους. Καθώς σηκώνονται να φύγουν, ένας απ’ αυτούς παθαίνει εγκεφαλικό. Το ασθενοφόρο τον πηγαίνει στο νοσοκομείο. Λίγη ώρα μετά, πεθαίνει. Επρόκειτο για πραγματική ιστορία, μία παράξενη ιστορία. Έχω αυτό το έργο κρυμμένο διότι υπενθυμίζει στον καθέναν μας τους πραγματικούς ανθρώπους. Σχολιάζει τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο ανδρών και νομίζω ότι οι συγγενείς μου θα είναι σε θέση να αναγνωρίσουν του εαυτούς τους σ’ αυτό. Δεν θέλω να τους αντιμετωπίσω».

-Κάποια στιγμή μιλήσατε για στυλιζαρισμένη τέχνη που αντιγράφει μηχανικά, δίχως να κατανοεί την έννοια του αντικειμένου. Ο Croce συνήθιζε να λέει πως: η τέχνη είναι… και είχε απορριφθεί από τους φαινομενολόγους που λένε: Η τέχνη θα μπορούσε να είναι. Ποια είναι η άποψη σας γι’ αυτό.

«Η στυλιζαρισμένη τέχνη είναι τεχνητή. Δεν είναι μία τέχνη που προβάλλει τα συναισθήματα. Όταν βλέπω κάτι που με συγκινεί, μπορώ να το εκφράσω. Στην στυλιζαρισμένη τέχνη, οι καλλιτέχνες δεν νιώθουν καμία συγκίνηση. Θα ζωγραφίσουν για χάρη της ζωγραφικής, ώστε να γίνουν γνωστοί ως ζωγράφοι κι έτσι, τα έργα τους να αγοραστούν σε μεγάλες γκαλερί. Αυτού του είδους η τέχνη δεν έχει να προσφέρει τίποτε».

Τσαρούχης_ Κάλλας
-Οι Έλληνες ζωγράφοι, ανάμεσά τους και εσείς, που έζησαν στο εξωτερικό φαίνεται να είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το έργο ξένων καλλιτεχνών. Έμαθαν νέες τεχνικές και μεθόδους. Αλλά τι γίνεται με την Αττική γη, την τόσο πλούσια και εύφορη;

«Είναι δύσκολο για τους Έλληνες ζωγράφους να μπορέσουν να μεταφέρουν την εμπειρία τους στην τέχνη επί του… αττικού εδάφους. Εδώ έχουμε ρύπανση! Οι Έλληνες αγαπούν τα χρήματα, τη δόξα. Δεν θέλουν να υπάρχουν, θέλουν να ακουστούν! Δεν δέχονται τα πράγματα ως έχουν. Όλοι ντύνονται και συμπεριφέρονται διαφορετικά απ’ ό,τι είναι. Θέλουμε να εντυπωσιάζουμε. Η ανιψιά μου ήθελε να ντυθεί καλά και αγόρασε ένα κουστούμι 80.000 δραχμών. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ντυθεί έτσι. Κανείς δεν με θέλει, θέλουν μόνον τις ζωγραφιές μου. Είμαστε φτωχοί, αλλά ζούμε σαν πλούσιοι».

-Θεωρείται τον εαυτό σας εκκεντρικό;

«Όχι. Κάνω ό,τι πρέπει να κάνω. Πιστεύω σε αυτό που είχε πει ο Verlaine: Η Λογική και η Ηθική είναι κάτι το παράλογο»

*Η Σοφία Ιορδανίδου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια και Ακαδημαϊκή Υπεύθυνη του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών “Επικοινωνία και Νέα Δημοσιογραφία” στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

H συγκεκριμένη συνέντευξη ήταν η τελευταία που έδωσε ο Έλληνας ζωγράφος στη Σοφία Ιορδανίδου, για λογαριασμό του περιοδικού AEGEAN REVIEW και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Storie Umane

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.