Το τέλος της Belle Epoque για τις Δυτικές Ελίτ;

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016. Οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου επιλέγουν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αναλυτές σπεύδουν να κατονομάσουν τα αίτια: εξαπάτηση, ξενοφοβία, άγνοια. Μήπως βιαζόμαστε; Μάλλον ναι. Οι αιτίες είναι μάλλον βαθύτερες και πολύ πιο σύνθετες.
Το τέλος της Belle Epoque Φωτογραφία: Ruth Orkin Archive
19 December, 2016
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Βασίλη Μπουρδουκούτα*

Η οικονομική κρίση της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα θα σηματοδοτήσει την ανάδυση και ταχύτατη διεύρυνση της απήχησης ενός νέου είδους πολιτικού λόγου, τον οποίο θα ονομάζαμε αντισυστημικό ή αντικαθεστωτικό.

Η ασφυκτική πίεση που ασκείται στον κόσμο της εργασίας καθιστά ένα μεγάλο μέρος των πολιτών των Δυτικών χωρών ιδιαίτερα δεκτικό στον αντικαθεστωτικό πολιτικό λόγο.

Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης αισθάνεται όλο και πιο απόμακρος από την ΕΕ για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτή εγκατέλειψε τον στόχο συγκρότησης μίας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας.

A brave new world

Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος δεν συνιστά ένα καινοφανές δεδομένο. Όλο και περισσότεροι πολίτες των δυτικών χωρών εμφανίζονται δύσθυμοι απέναντι στη σύγχρονη κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Δεν διαθέτουν λόγο σε θέματα που αφορούν στις ζωές τους. Δεν νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο στις ζωές τους.

Ενώ, ταυτόχρονα, αισθάνονται μία έντονη αβεβαιότητα στον επαγγελματικό τομέα, νιώθουν ή βιώνουν το φάσμα της ανεργίας, έχουν απολέσει ή φοβούνται ότι θα απωλέσουν τα όποια εργασιακά κεκτημένα, αλλά και κυριότερα αντιλαμβάνονται την εν γένει απαξίωση του κόσμου της εργασίας, στην οποία οδηγεί αναπόδραστα η ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλει κανείς να προσθέσει και την προϊούσα απαξίωση από μεγάλο μέρος των πολιτών στη Δύση θεσμών, όπως τα παραδοσιακά media, οι υπερεθνικοί θεσμοί (ΕΕ, ΕΚΤ, IMF, κλπ.), αλλά και την αποδυνάμωση θεσμών που σχετίζονται μονάχα έμμεσα με το καθεστώς, όπως οι εταιρείες δημοσκοπήσεων . Οι λόγοι παραμένουν οι ίδιοι: ο πολίτης αισθάνεται ότι βρίσκονται μακριά του, καθώς δεν τον κατανοούν και δεν τον υπολογίζουν.

“There is no such thing as society”

Το πόσο αποκομμένες εμφανίζονται οι ελίτ από τη μεγάλη μάζα των πολιτών μιας χώρας και τη ζωή της έχει αποδειχτεί πολλάκις από τις σχετικές μελέτες. Η αποστασιοποίηση των ελίτ συνοδεύεται αρκετές φορές από μία ιδιαζόντως εχθρική στάση απέναντι στους λιγότερο προνομιούχους, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί ως τεχνολογικά οπισθοδρομικοί, πολιτικά αντιδραστικοί, ομοφοβικοί και ξενόφοβοι, κοινωνικά μη κινητικοί, δίχως γούστο και υψηλή αισθητική και εν γένει αδρανείς .

Ενώ, ταυτόχρονα, δεν είναι λίγες οι φορές, κατά τις οποίες ο λόγος των συγκεκριμένων ελίτ εμφορείται από μία αποστροφή προς τη δημοκρατία μιας απαίδευτης και ανειδίκευτης κοινής γνώμης και την αναποτελεσματικότητά της. Είναι γεγονός ότι οι πολιτικές ελίτ στις σύγχρονες μετα-δημοκρατίες επιδεικνύουν μία πρωτόγνωρη αυτοαναφορικότητα, επικεντρώνοντας τις όποιες προσπάθειές τους στη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης και δη των δικτύων συμφερόντων τους, αδιαφορώντας για τις ανησυχίες και τους φόβους των απλών ανθρώπων .

Παράλληλα με την προϊούσα αποστασιοποίηση των ελίτ, η συναινετική κεντρώα πολιτική από πλευράς της πλειοψηφίας των σοσιαλιστικών κομμάτων και η μετατόπισή τους προς το κέντρο άφησε ένα μεγάλο κενό στον πολιτικό χώρο, αλλά και στο εκλογικό σώμα. Οι αρχές που επέβαλαν με την πολιτική τους στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πολιτικοί όπως η Θάτσερ και ο Ρήγκαν, δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία τους και ριζικά ποτέ.

Κεντροαριστεροί ηγέτες όπως ο Σρέντερ, ο Κλίντον και ο Μπλαίρ προσπάθησαν να διαμορφώσουν έναν εναλλακτικό (τρίτο) δρόμο, ο οποίος είχε ως στόχο να αμβλύνει τις οικονομικές εντάσεις, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, ο δρόμος που ακολούθησαν συνέβαλε στην εμπέδωση αυτών των αρχών και στη νομιμοποίησή τους. Υπό αυτήν την έννοια, ρητά ή σιωπηρά δόθηκε η εντύπωση μιας ευρύτερης συναίνεσης και μιας σχεδόν κοινής αποδοχής των νέων πολιτικών. Δεδομένο που, παρά τις όποιες αντίθετες προσδοκίες ή προβλέψεις, δεν μεταβλήθηκε ούτε έπειτα από την έλευση της οικονομικής κρίσης.

Τα νέα πολιτικά σχήματα

Επ’ αυτής της βάσης, η οικονομική κρίση της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα θα σηματοδοτήσει την ανάδυση και ταχύτατη διεύρυνση της απήχησης ενός νέου είδους πολιτικού λόγου, τον οποίο θα ονομάζαμε αντισυστημικό ή αντικαθεστωτικό. Ειδοποιό γνώρισμά του: η τοποθέτησή του σε ριζική αντιδιαστολή με το πολιτικό και θεσμικό κατεστημένο. Ουσιαστικός του στόχος: η κάλυψη των κενών που έχουν αφήσει τα παλιά κόμματα στον πολιτικό χάρτη και η προβολή του ως της μοναδικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.

Ο εκρηκτικός συνδυασμός φαινομένων όπως αυτά που προαναφέραμε με την ασφυκτική πίεση που ασκείται στον κόσμο της εργασίας από τα νέα οικονομικά δεδομένα και συνθήκες καθιστά – όπως ήταν αναμενόμενο – ένα μεγάλο μέρος των πολιτών των Δυτικών χωρών, ιδιαίτερα δεκτικό στον αντικαθεστωτικό πολιτικό λόγο, καθώς και τα κόμματα και τους φορείς που τον αρθρώνουν.

Ανάμεσα στους κυριότερους φορείς του νέου αυτού είδους αντισυστημικού πολιτικού λόγου, θα συμπεριλαμβάναμε: την εμφάνιση νέων ακροδεξιών κομμάτων (όπως στην Ουγγαρία, Λετονία, Φινλανδία, Δανία) ή την πρωτοφανή άνοδο ήδη υφιστάμενων (όπως στη Γαλλία, Αυστρία, Ολλανδία, Νορβηγία, Δανία, Ελλάδα και Ιταλία), την εμφάνιση νέων λαϊκιστικών κομμάτων με ξενοφοβική και αντιμεταναστευτική ατζέντα (Ελβετία, Σλοβενία), την απόκτηση ισχυρής πολιτικής επιρροής από πρόσωπα που δεν είχαν έως τότε ισχυρή ή και οποιαδήποτε παρουσία στο πολιτικό – κοινωνικό προσκήνιο (βλέπε Nigel Farage στην Αγγλία, Beppe Grillo στην Ιταλία, Donald Trump στις ΗΠΑ), καθώς και τη γέννηση νέων πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων (Plataforma Democracia Real Ya!), αλλά και κομματικών σχημάτων με αριστερή και αντικαθεστωτική φυσιογνωμία (ΣΥΡΙΖΑ, Podemos, Die Linke).

Δεν είναι καθόλου τυχαίο εδώ το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα αντισυστημικά κινήματα αναπτύχθηκαν μέσω των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τα νέα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσέφεραν την ευκαιρία στις μάζες να συμμετάσχουν – πρόχειρα, άτακτα και μη μεθοδικά – στον δημόσιο διάλογο ή, για την ακρίβεια, σε έναν υβριδικό ιδιωτικο-δημόσιο διάλογο. Εν προκειμένω, τα νέα Μέσα είχαν δύο πολύ συγκεκριμένες συνέπειες: αφενός, την περαιτέρω απαξίωση των παραδοσιακών Μέσων και αφετέρου, την έκθεση των μαζών σε απόψεις και γνώμες που δεν έχουν φιλτραριστεί από τα συστημικά Μέσα.

Παρότι το παράδειγμα το έδωσε η «αραβική άνοιξη», οι Ισπανοί Αγανακτισμένοι φαίνεται πως αποτελούν το υπόδειγμα αποτελεσματικής χρήσης των νέων Μέσων για τους σκοπούς ενός γνήσια κοινωνικού κινήματος. Τολμώντας μία υπερερμηνεία, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε τον ισχυρισμό ότι ακόμη και η εκστρατεία του Barack Obama, αξιοποιώντας τα νέα αυτά Μέσα, για πρώτη φορά σε αντίστοιχη κλίμακα, δανείστηκε χαρακτηριστικά ή και απόκτησε χαρακτηριστικά αντισυστημικά, τα οποία ενίσχυε το γεγονός ότι επρόκειτο για τον πρώτο Αφροαμερικάνο Πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ο εχθρός του εχθρού μου, φίλος!

Εάν θυμηθούμε τον Καρλ Σμιτ και την άποψή του ότι στη μήτρα της πολιτικής βρίσκουμε μία και μόνη διχοτομία, αυτή μεταξύ φίλου και εχθρού, τότε προκύπτουν πολλά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτον, εάν δεν υπάρχει εχθρός ή έστω ανταγωνιστής, τότε δεν υπάρχει και πολιτική, έστω ως δυνατότητα. Γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αποχή των πολιτών από τις εκλογές.

Δεύτερον, εάν το πεδίο του «εχθρού» έχει μείνει κενό, αργά ή γρήγορα θα καλυφθεί, και με δεδομένο ότι οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις δεν προτίθενται να κάνουν κάτι τέτοιο, τότε θα καλυφθεί από νέες πολιτικές δυνάμεις. Εδώ αποκαλύπτεται και η γενεσιουργός αιτία των αντικαθεστωτικών κομμάτων.

Τρίτον, σε αρκετές περιπτώσεις, παρότι μπορεί να μην υπάρχει ταύτιση με τις πολιτικές απόψεις των συγκεκριμένων νέων κομμάτων, το γεγονός και μόνον ότι συνιστούν εχθρό ή ανταγωνιστή των παραδοσιακών οδηγεί αναπόδραστα μεγάλη μερίδα των πολιτών να τα αντιμετωπίζουν ευνοϊκά και να βλέπουν την ύπαρξή τους θετικά. Είναι το γνωστό: ο εχθρός του εχθρού μου, φίλος μου.

Τέταρτον, η σπασμωδική και ασύνταχτη ή μη μεθοδική και απέλπιδα προσπάθεια ορισμένων παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων – κυρίως της Κεντροδεξιάς – να ανακαταλάβουν τον κενό πολιτικό χώρο, περιστέλλοντας ή έστω περιορίζοντας τη δυναμική των αντισυστημικών κομμάτων, τα οδήγησε αρκετές φορές στο να υιοθετήσουν ιδέες και πεποιθήσεις που παραδοσιακά ανήκαν στην άκρα Δεξιά: ξενοφοβία, αντιμεταναστευτικές πολιτικές, κ.ο.κ.

Με το μέλλον δεν παίζουμε

Η ορθή κατανόηση των αιτιών που οδήγησαν στο Brexit οφείλει να λάβει υπόψη της και να πραγματευτεί ενδελεχώς τη φυσιογνωμία και τα ειδοποιά γνωρίσματα του δημοψηφίσματος ως πολιτική διαδικασία.

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα δημοψηφίσματα συνδέονται με αποφάσεις οι οποίες θα έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες. Σε αντιπαραβολή με τον στενό χρονικό ορίζοντα μίας τετραετίας ή πενταετίας, το διακύβευμα ενός δημοψηφίσματος διαθέτει εκτεταμένη χρονική έκταση και προοπτική. Υπό αυτήν την έννοια, η οπτική του πολίτη σε ένα δημοψήφισμα αλλάζει αναγκαστικά και συνακόλουθα, μεταβάλλει την εκλογική συμπεριφορά του.

Ζούμε ήδη, όπως έχει περιγράψει ο Ulrich Beck σε κοινωνίες διακινδύνευσης, ως εκ τούτου, το άνοιγμα προς το (λιγότερο γνωστό ή προβλέψιμο) μέλλον και το μακροπρόθεσμο επιτείνει την αντίληψη του κινδύνου, ενισχύοντας τον φόβο. Το λιγότερο προβλέψιμο και περισσότερο άγνωστο απώτερο μέλλον φαντάζει υπό μία έννοια πολύ περισσότερο επισφαλές και επικίνδυνο, ενεργοποιώντας σχεδόν ενστικτωδώς τα συντηρητικά αντανακλαστικά των πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένα από τα βασικά συνθήματα στο δημοψήφισμα του Brexit ήταν το «Regain control», σύνθημα με διττή στόχευση: αφενός, την επιστροφή σε κάτι γνώριμο, και ως εκ τούτου λιγότερο επικίνδυνο, στο έθνος κράτος και την εθνική κυριαρχία, αφετέρου – και αυτό ίσως είναι πιο σημαντικό – την ανάγκη αίσθησης ασφάλειας, την οποία προσφέρει η ανάκτηση του ελέγχου απέναντι σε άγνωστους κινδύνους και φόβους.

Επιπρόσθετα, η διλημματική μορφή ενός δημοψηφίσματος, η οποία συνεπάγεται την επιλογή ανάμεσα σε μία θέση και την αντίθεσή της, διαθέτει μία εσωτερική ένταση, η οποία είναι αδύνατον να μην εξωτερικευθεί. Η απουσία διαβάθμισης ή/και μίας ενδιάμεσης και ως εκ τούτου συμβιβαστικής ή λιγότερο αντιθετικής επιλογής προοιωνίζεται εξαρχής τον ανταγωνισμό και την ευθεία αντιπαράθεση.

Υπό αυτήν την έννοια, το δημοψήφισμα αίρει τη διάθεση συναίνεσης, αλλά και συμβιβασμού, οδηγώντας πολλές φορές στη διασάλευση των ισορροπιών των σύγχρονων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών .

Οδηγός επικοινωνιακής αναποτελεσματικότητας

Μία από τις βασικές αρχές στην αποτελεσματική επικοινωνία ενός μηνύματος συνίσταται στη θετική προδιάθεση του πομπού του μηνύματος προς τον δέκτη και στη βαθιά γνώση του πομπού των αναγκών και επιθυμιών του δέκτη. Με δεδομένη την τεράστια απόσταση που χωρίζει τις σημερινές ελίτ από την ευρύτερη μάζα των πολιτών, η απουσία κατανόησης των αναγκών και επιθυμιών τους είναι δεδομένη.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν σταματά εκεί, καθώς οι ελίτ σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούν πατερναλιστικά και διαπνεόμενες – όπως ήδη προαναφέραμε – από μία εχθρική στάση προς τα ευρύτερα κοινά αποφασίζουν να «σηκώσουν το δάκτυλο» και να μιλήσουν φανερά για τις λανθασμένες αντιλήψεις και προϊδεάσεις του μέσου μη επαρκώς ενημερωμένου ή μορφωμένου πολίτη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διπλά αρνητική αντίδραση του ευρύτερου κοινού στα προτάγματα των ελίτ: από τη μία, τα μηνύματά τους δεν είναι αποτελεσματικά, καθώς δεν γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες τους, και από την άλλη, τα μηνύματά τους εκλαμβάνονται ως επιθετικά και οδηγούν στην αντίδραση, μια και εμφορούνται από έναν πασίδηλο πατερναλισμό.

Το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα σε αυτήν την περίπτωση είναι το ελληνικό δημοψήφισμα, στο οποίο ο ρόλος του θεσμικού λόγου, όποια κι αν ήταν η πηγή του (media, οργανισμοί, ενώσεις επαγγελματιών, κλπ.), οδηγούσε άμεσα στην ακριβώς αντίθετη πεποίθηση και συμπεριφορά.

Πρόκειται για το φαινόμενο που πολλοί ονομάζουν boomerang effect : εάν ο δέκτης διάκειται εχθρικά απέναντι στον πομπό, οποιοδήποτε μήνυμα του τελευταίου θα προκαλέσει τη διαμετρικά αντίθετη συμπεριφορά του πρώτου.

Δύναται κανείς να ισχυριστεί ότι η αντιδραστική αυτή συμπεριφορά θα μπορούσε να μετριαστεί εάν οι πολίτες ασπάζονταν το ευρωπαϊκό όραμα, ήτοι εάν υπήρχε πάθος για την Ενωμένη Ευρώπη. Εάν δεχτούμε τον Hume και την κεντρική πεποίθησή του ότι “reason is a slave to passions”, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τα θετικά συναισθήματα που θα απέρρεαν από μία ταύτιση σε επίπεδο κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας θα ενεργοποιούσαν πάθη που θα αποσοβούσαν το αρνητικό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης αισθάνεται όλο και πιο απόμακρος από την ΕΕ για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτή εγκατέλειψε τον στόχο συγκρότησης μίας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ενώ την ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή ταυτότητα γίνεται άθυρμα στα χέρια ακροδεξιών συνασπισμών, οι οποίες έρχονται να την υπερασπιστούν ενάντια στον φόβο των «βαρβάρων» .

Συμπέρασμα: Κασσάνδρα ή Προμηθέας;

Συγκεφαλαιώνοντας, μπορεί κανείς να ισχυριστεί – αναδρομικά – ότι το Brexit ήταν προδιαγεγραμμένο. Και ήταν προδιαγεγραμμένο διότι οι ελίτ, τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και οι θεσμοί δεν επιδίωξαν να κατανοήσουν το τι συμβαίνει, το ποια ήταν τα θεμελιώδη διακυβεύματα και το τι τελικά σκέφτεται μία μεγάλη μερίδα πολιτών στις οποίες απηύθυναν το μήνυμά τους.

Με δεδομένη την πορεία των πραγμάτων, ο «μετα-εθνικός Αστερισμός» μίας ουσιαστικά ενωμένης Ευρώπης, τον οποίο οραματίστηκε ο Γιούργκεν Χάμπερμας, φαίνεται να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από την οπτική μας . Ωστόσο, τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ή αδύνατον. Η πολιτική είναι πράξεις και επιλογές και βούληση για τη ζωή, τον κόσμο και το μέλλον, όπως και η Δημοκρατία.

* Ο Βασίλης Μουρδουκούτας είναι σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας και διδάσκων στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.