Η μάχη της επικοινωνίας στη Γαλλία

Της Ελένης Μαυρούλη* Τα Μέσα δεν κατάφεραν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι ο νόμος Ελ Κομρί πρέπει να περάσει. Ούτε ότι τα συνδικάτα ευθύνονται για τη βία στους δρόμους. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πως δεν το προσπάθησαν με κάθε τρόπο.
Η μάχη της επικοινωνίας στη Γαλλία Ο γραμματέας της CGT κοιτάζει τον φακό λίγο πριν ξεκινήσει συνάντηση με τον πρωθυπουργό και την υπουργό Εργασίας. Με την ευγενική παραχώρηση του AFP
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Γράφει η  Ελένη Μαυρούλη*

Από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα η Γαλλία ζει στον ρυθμό της αντιπαράθεσης για τον νέο Εργασιακό Νόμο, γνωστό και ως νόμο El Khomri, από το επώνυμο της αρμόδιας υπουργού. Μια αντιπαράθεση που εξελίσσεται, από τη μία πλευρά, στο πραγματικό επίπεδο, αυτό των κινητοποιήσεων, των απεργιών, των διαδηλώσεων και των κυβερνητικών αποφάσεων, αλλά και στο επικοινωνιακό επίπεδο, αυτό της ενημέρωσης. Τι στάση τήρησαν τα ΜΜΕ, κυρίως τα μεγάλα, στη Γαλλία απέναντι στον νόμο και κυρίως απέναντι στις αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις που αυτές πυροδότησαν;

Όχι και πολλή ενημέρωση

«Είτε πρόκειται για ιδιωτικά ΜΜΕ είτε για δημόσια, κυρίως τα κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης και λιγότερο οι σταθμοί του δημόσιου ραδιοφώνου, το δημοσιογραφικό επάγγελμα δεν έπαιξε τον ρόλο του, δηλαδή αυτόν της ενημέρωσης προς τον θεατή, τον ακροατή, τον αναγνώστη έτσι ώστε αυτός να διαμορφώσει ελεύθερα άποψη για το τι πραγματικά αλλάζει με τον νόμο αυτό» υποστηρίζει ο Jean François Téaldi, πρώην γενικός γραμματέας του Εθνικού Συνδικάτου Δημοσιογράφων που πρόσκειται στη CGT (Syndicat National des Journalistes, SNG-CGT)1 . Ενδεικτικό, όπως λέει, είναι ότι μέχρι σήμερα, εκτός από κυβερνητικές ιστοσελίδες (λ.χ. του υπουργείου Εργασίας) το μοναδικό Μέσο που δημοσιοποίησε το πλήρες κείμενο του νόμου είναι η εφημερίδα Humanité .

Η πλειοψηφία των μεγάλων ΜΜΕ αρκέστηκαν σε περιλήψεις και παρουσιάσεις του νόμου χρησιμοποιώντας σε σημαντικό βαθμό την κυβερνητική επιχειρηματολογία και αποφεύγοντας την σε βάθος ανάλυση των ίδιων των άρθρων του νομοσχεδίου. Ακόμη και μέσα όπως η εφημερίδα Libération, η οποία εξαρχής τήρησε θετική στάση απέναντι στους αντιδρώντες στο εργασιακό νομοσχέδιο, κατά κύριο λόγο παρουσίασαν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα κυβέρνησης και διαφωνούντων (είτε πολιτικών είτε των επτά συνδικάτων που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις – l’ intersyndicale) με σαφή επικριτική διάθεση απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά δεν δημοσιοποίησαν το πλήρες κείμενο του νόμου.

Είναι ενδιαφέρον ότι το πολυσυζητημένο πλέον άρθρο 2 που πρακτικώς θέτει τις επιχειρησιακές συμβάσεις σε προτεραιότητα σε σχέση με τις κλαδικές και τις συλλογικές και περιθωριοποιεί τη δυνατότητα των συνδικαλιστικών εκπροσώπων ανά επιχείρηση να τις μπλοκάρουν με τρόπο που οι απεργοί θεωρούν ότι μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει τελικά εκβιαστικά και να οδηγεί τις ψηφοφορίες υπέρ των εργοδοτικών προτάσεων, αρχικώς δεν θίγεται ιδιαιτέρως. Ή θίγεται κατακερματισμένα, ακόμη και όταν παρουσιάζονται οι ενστάσεις όσων αντιδρούν στο νομοσχέδιο, καθώς αυτό γίνεται με τη λογική να αναδειχθεί «πού λένε ψέματα» τα συνδικάτα με αποτέλεσμα να μην γίνεται σαφές σε τι διαφωνούν ακριβώς όσοι κινητοποιούνται.

Χρειάστηκαν κινητοποιήσεις διαφόρων μορφών, απεργίες, η έγκριση του νομοσχεδίου με χρήση του άρθρου 49.3 του γαλλικού Συντάγματος, δηλαδή με παράκαμψη του κοινοβουλίου, στις αρχές Μαΐου, για να αρχίσει και στα ΜΜΕ η συζήτηση για το τι πραγματικά συμβαίνει με το άρθρο 2 του νέου Εργασιακού Νόμου, είτε ως παρουσίαση των διαφορετικών απόψεων , είτε εστιάζοντας στις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός κυβέρνησης με στόχο τη μείωση της κοινωνικής έντασης, χωρίς να παρουσιάζονται οι θέσεις των συνδικάτων που αντιδρούν .

Όσον αφορά δε στα ΜΜΕ που πρόσκεινται στη δεξιά πτέρυγα της πολιτικής σκηνής της Γαλλίας, εξαρχής υποστήριξαν ότι το πρόβλημα δεν είναι το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, το οποίο σε γενικές γραμμές χαρακτήριζαν σωστό, χωρίς εκτενείς αναλύσεις, αλλά επέκριναν τους χειρισμούς της κυβέρνησης ως προς την παρουσίασή του. Ή υποστήριξαν ότι γίνεται πολύ μεγάλη φασαρία για το τίποτε.

«Η επίσημη γραμμή των μεγαλύτερων ΜΜΕ, ηλεκτρονικών και Τύπου, η οποία εκφραζόταν κυρίως υπό τη μορφή editorials, ήταν θετικά προσκείμενη προς τον νόμο και επέκρινε κυρίως τους χειρισμούς της κυβέρνησης ως προς την παρουσίαση και την επιχειρηματολογία που τον συνόδευσε» τονίζει η Lenaig Bredoux2 , δημοσιογράφος στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα Mediapart.

Ο δρόμος παίρνει το μικρόφωνο

Μετά από έναν μήνα κινητοποιήσεων μικρής, σχετικά, κλίμακας και ενημέρωσης, κατά τον οποίο αρκετά ηλεκτρονικά και διαδικτυακά ΜΜΕ καλλιεργούν την εικόνα ότι στον δρόμο βρίσκονται άνθρωποι που δεν τους αφορά το νομοσχέδιο υποβαθμίζοντας μεθοδικά τα αιτήματα όσων διαμαρτύρονται, στις 31 Μαρτίου πραγματοποιείται η πρώτη μεγάλη διαδήλωση από τα συνδικάτα που αντιδρούν στον εργασιακό νόμο.

Μετά το τέλος της, μεγάλος αριθμός διαδηλωτών παραμένει στην πλατεία République και γεννιέται το κίνημα Nuit Debout. Οι συμμετέχοντες πολύ γρήγορα στήνουν δικό τους ραδιοφωνικό σταθμό, ερασιτεχνικά έντυπα και τηλεόραση για να μπορέσουν, όπως υποστηρίζουν, να ενημερώσουν την κοινή γνώμη για αυτό που πραγματικά συμβαίνει, παρακάμπτοντας τα μεγάλα ΜΜΕ.

Σε αυτά συνεισφέρουν επαγγελματίες δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα Μέσα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, όπως λέει η δημοσιογράφος Camille Polloni3 της συνδρομητικής ειδησεογραφικής ιστοσελίδας Les Jours, τους τεχνικούς του δημόσιου ραδιοφώνου (Radio France) . Το ραδιόφωνο του Nuit Debout συνεχίζει μέχρι σήμερα να εκπέμπει καλύπτοντας όλες τις κινητοποιήσεις κατά του Εργασιακού Νόμου .

Από τα μέσα Απριλίου και μετά αρχίζει να διαφαίνεται ξεκάθαρα μια ολοένα μεγαλύτερη σύνδεση των εκδηλώσεων και συζητήσεων στο πλαίσιο του Nuit Debout με το συνδικαλιστικό κίνημα η οποία «επισημοποιείται» με την παρουσία και ομιλία ηγετικών στελεχών των συνδικάτων που αντιδρούν στον Εργασιακό Νόμο στην καθιερωμένη ημερήσια συνέλευση της πλατείας République στις 28 Απριλίου μετά από μία ακόμη διαδήλωση .

Ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε γενικές γραμμές, οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν επέμβει μόνο σε περιπτώσεις μικροεπεισοδίων στο περιθώριο των συγκεντρώσεων στην πλατεία, από τις 29 Απριλίου γίνονται αλλεπάλληλες καθημερινές αστυνομικές επιχειρήσεις για την εκκένωση του χώρου στη βάση των αποφάσεων για περιορισμένο «ωράριο» στη συγκέντρωση, επιχειρήσεις που διακρίνονται από υπερβολική χρήση βίας, τραυματισμούς και προσαγωγές .

Ο τρόπος κάλυψης από τα περισσότερα μεγάλα ΜΜΕ της πρωτοφανούς, για τα τελευταία χρόνια, βιαιότητας σε βάρος των διαδηλωτών από τις αστυνομικές δυνάμεις, των συγκεντρώσεων της 28ης Απριλίου δίνει ένα σαφές στίγμα για το πώς θα χειριστούν στο εξής συνδικάτα, διαδηλωτές, απεργούς.

Η, δια της βίας, διάλυση του Nuit Debout και η ολοένα μεγαλύτερη καταστολή από πλευράς αστυνομίας απέναντι στους διαδηλωτές γίνεται το αγαπημένο θέμα των ΜΜΕ, ιδιαίτερα των τηλεοπτικών, μια τακτική που εντείνεται διαδήλωση τη διαδήλωση μέχρι και τα μέσα Ιουνίου και την έναρξη του Euro 2016.

Επεισόδια, μόνο επεισόδια

«Η κάλυψη των κινητοποιήσεων κατά του Εργασιακού Νόμου, αρχής γενομένης από τις 28 Απριλίου, κατά κύριο λόγο από τις τηλεοράσεις, περιορίζεται στα επεισόδια που γίνονται στο περιθώριο των διαδηλώσεων. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία εικόνα των κινητοποιήσεων, πόσω μάλλον των αιτημάτων τους» λέει η Camille Polloni συμπληρώνοντας ότι πραγματικά αν κάποιος παρακολουθούσε ειδήσεις μόνο από την τηλεόραση θα θεωρούσε ότι το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορούσε να κάνει είναι να κατέβει σε μια διαδήλωση.

Με εξαίρεση μεγάλα ΜΜΕ που έχουν, εξαρχής, στηρίξει τη θέση των διαδηλωτών (π.χ. η εφημερίδα Humanité, η εφημερίδα Libération σε σημαντικό βαθμό, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες όπως η Mediapart, και εναλλακτικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες όπως η Fakir κλπ.) τα υπόλοιπα ΜΜΕ επιλέγουν να προβάλλουν τα επεισόδια από τις διαδηλώσεις, καλλιεργώντας κλίμα τρομοκρατίας, περνώντας σε εντελώς δεύτερη μοίρα το αίτημα των διαδηλώσεων και την ουσία ενώ οι ευθύνες εμμέσως επιρρίπτονται στους διαδηλωτές.

Στην ίδια μοίρα τίθενται απεργοί, αντιδρώντες στον νόμο και οι συγκρούσεις μειοψηφιών με την αστυνομία.

«Τα ρεπορτάζ αναφέρονταν πλέον μόνο στα επεισόδια και στους ταραξίες. Τα κυρίαρχα ΜΜΕ πρότασσαν αυτό και όχι την αστυνομική βία που ασκούνταν στους διαδηλωτές. Επίσης δεν πρόβαλλαν σχεδόν καθόλου τις ανακοινώσεις των συνδικαλιστικών οργάνων των αστυνομικών που έθεταν υπό αμφισβήτηση τις εντολές που λάμβαναν από τους ανωτέρους τους, στις οποίες δεν περιλαμβανόταν τίποτε στην κατεύθυνση της πρόληψης της δράσης των ταραξιών» υποστηρίζει ο Jean François Téaldi.

Και προσθέτει ότι και για τα επεισόδια η κριτική ασκείται στους διαδηλωτές και στα συνδικάτα χωρίς να αναδεικνύεται η ευθύνη της αστυνομίας χαρακτηρίζοντας «ένα βήμα ακόμη προς μια γλυκιά δικτατορία» τη στάση της κυβέρνησης να κατηγορήσει τους διοργανωτές για τα σοβαρά επεισόδια στο περιθώριο της διαδήλωσης της 14ης Ιουνίου στο Παρίσι απειλώντας με απαγόρευση διαδηλώσεων.

Αντιδρώντας στις εντεινόμενες κατηγορίες η διασυνδικαλιστική που στηρίζει τις κινητοποιήσεις, μαζί με την Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ζητά κοινοβουλευτική έρευνα για το ποιος έχει την ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης στους δρόμους κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων.

Η CGT το απόλυτο κακό

Παράλληλα, το συνδικάτο της CGT γίνεται ο κύριος στόχος της πολεμικής της κυβέρνησης, η οποία αναπαράγεται από τα μεγάλα ΜΜΕ, κυρίως τα τηλεοπτικά, την περίοδο που κορυφώνονται οι αποκλεισμοί διυλιστηρίων και λιμανιών και οι απεργιακές κινητοποιήσεις. «Δεν φτιάχνει η CGT τους νόμους στη χώρα» διαμηνύει ο πρωθυπουργός Emmanuel Valls δίνοντας έτσι το στίγμα ότι για την κυβέρνηση το συνδικάτο αν δεν κινείται εκτός νόμου πάντως βρίσκεται στα όριά του.

Τα έντυπα ΜΜΕ, σε γενικές γραμμές, δεν παίρνουν τα ίδια θέση, αλλά φιλοξενούν «απόψεις» που στηρίζουν τη συγκεκριμένη πολιτική θέση και αναπαράγουν την άποψη του προέδρου της Ένωσης Βιομηχάνων (MEDEF) Pierre Gattaz ότι τα στελέχη της CGT είναι «κακοποιοί και τρομοκράτες» αν και ο ίδιος απέσυρε τον δεύτερο χαρακτηρισμό μετά από έντονες επικρίσεις. Κάτι που δεν έκανε ο δημοσιογράφος Franz Olivier Giesbert, ο οποίος στο editorial του στη γνωστή ιστοσελίδα Le Point ότι τα στελέχη της CGT είναι «κακοποιοί και τρομοκράτες ως προς την απειλή που εκπροσωπεί για τη Γαλλία! Λιγότερο ακραία, ότι τα στελέχη της CGT είναι «κακοποιοί και τρομοκράτες και θέλει να τη γονατίσει. Άλλα Μέσα ότι τα στελέχη της CGT είναι «κακοποιοί και τρομοκράτες.

Στην τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο έντονα. Τα περισσότερα δίκτυα επικεντρώνουν στους αποκλεισμούς, στις απεργίες και στις συνέπειες αυτών αφήνοντας για άλλη μια φορά στο περιθώριο το γιατί γίνονται οι κινητοποιήσεις και καλλιεργούν κλίμα ανασφάλειας, φόβου αλλά και πίεσης για «τερματισμό» των κινητοποιήσεων με την κυβέρνηση και την πολιτική της να μένει στο απυρόβλητο και τη GGT να κατηγορείται για  «ομηρία» της χώρας

Οι συνδικαλιστές της όποτε εμφανίζονται στα μεγάλα κανάλια περνούν σχεδόν από «ανακριτικές διαδικασίες», όπως τις χαρακτηρίζει η ιστοσελίδα acrimed που λειτουργεί ως «παρατηρητήριο ενημέρωσης» κυρίως των ηλεκτρονικών ΜΜΕ, παραθέτοντας σειρά παραδειγμάτων από ειδησεογραφικές εκπομπές όπου οι εκπρόσωποι της CGΤ δέχονται επικρίσεις αντί για ερωτήσεις και δεν προλαβαίνουν καν ν’ απαντήσουν.

Ένα επίσης επιχείρημα κατά της CGT ήταν ότι δεν είναι παρά μία ισχνή μειοψηφία, που δεν αντιπροσωπεύει τους εργαζόμενους, η οποία για λόγους «εγωισμού επειδή σβήνει συνδικαλιστικά» κάνει άνω κάτω τη χώρα. Το επιχείρημα αποδομείται από τις στήλες της Liberation, καθώς σημειώνεται ότι η λογική της «μειοψηφίας» που καταλογίζεται στη CGT στη βάση των εγγεγραμμένων μελών της, αν εφαρμοστεί στα κοινοβουλευτικά κόμματα, τότε στο σύνολό τους έχουν λιγότερα μέλη από τη CGT μόνο.

O Jean François Téaldi τονίζει επίσης ότι συστηματικά σε όλη αυτήν την πολεμική η CGT απομονώνεται από τα άλλα έξι συνδικάτα που συμμετέχουν στις απεργίες και στις κινητοποιήσεις. Αν και μικρότερης δυναμικής, όλα μαζί και τα επτά συνδικάτα που στηρίζουν τις κινητοποιήσεις (CGT, FSU, Solidaires, SAF, UNEF, FIDL, UNL) εκπροσωπούν την πλειοψηφία των εργαζομένων, σημειώνει.

Η κοινή γνώμη κλοτσάει

Η στάση αυτή των μεγάλων ΜΜΕ προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη με αποτέλεσμα σε αρκετές διαδηλώσεις οι δημοσιογράφοι να μην είναι ευπρόσδεκτοι, ιδιαίτερα όσοι προέρχονται από τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια. Όπως αναφέρει το συνδικάτο των δημοσιογράφων που πρόσκειται στη CGT, έχει ενημερωθεί από αρκετούς, κυρίως εικονολήπτες, ότι οι διαδηλωτές τους ζήτησαν να αποχωρήσουν κατηγορώντας τους ότι δεν ενημερώνουν πραγματικά, προβάλλοντας επιλεκτικά τα επεισόδια και αγνοώντας τη διαδήλωση.

Ταυτόχρονα, οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος και των δυνάμεων καταστολής, ιδιαίτερα από τα μέσα Μαΐου, με αρκετές εν ψυχρώ επιθέσεις εναντίον τους να καταγγέλλονται από τα συνδικαλιστικά τους όργανα.

Την ίδια ώρα που η βασική επωδός ήταν ότι «μια μειοψηφία κρατά όμηρο τη Γαλλία», οι δημοσκοπήσεις έδειχναν σταθερά αυξανόμενη στήριξη της κοινής γνώμης στις κινητοποιήσεις, και την περίοδο των αποκλεισμών και των απεργιών, η οποία αντί να μειώνεται, αυξάνεται μέχρι και σήμερα. Ιδιαίτερα η χρήση βίας και οι χειρισμοί της κυβέρνησης και των κυρίαρχων ΜΜΕ φαίνεται να γύρισαν μπούμερανγκ και να ενίσχυσαν τη στήριξη προς τις κινητοποιήσεις αντί να την υποσκάψουν.

Για τον νυν γενικό γραμματέα του Εθνικού Συνδικάτου Δημοσιογράφων που πρόσκειται στη CGT (Syndicat National des Journalistes, SNG-CGT) Emmanuel Vire4 ακριβώς αυτή η εντεινόμενη στήριξη της κοινής γνώμης στις κινητοποιήσεις έβαλε «φρένο», ως έναν βαθμό τουλάχιστον, σε περαιτέρω «ακρότητες» από τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα, τα οποία, όπως σημειώνει, είχαν σαφή εικόνα, δια των δημοσκοπήσεων, και του αντίθετου αποτελέσματος που έφερε η στάση τους και η βία κατά διαδηλωτών και δημοσιογράφων.

Παρά το ότι, όπως επισημαίνει ο προκάτοχός του Téaldi, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων αυτών δεν προβάλλονταν παρά ελάχιστα, από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, ο Vire εκτιμά ότι ήταν εις γνώση των διευθύνσεων των ΜΜΕ και έπαιξαν τον ρόλο τους.

Με την άποψη αυτή συμφωνεί και η Lenaig Bredoux εκτιμώντας ότι ιδιαίτερα τα έντυπα ΜΜΕ έλαβαν σοβαρά υπ’ όψιν τη στάση της κοινής γνώμης προσπαθώντας να μην αποξενωθούν από το αναγνωστικό τους κοινό5 . Αυτό οδήγησε, όπως αναφέρει, σε editorials θετικά διακείμενα προς το περιεχόμενο του νόμου, ιδιαίτερα στην αναθεωρημένη του εκδοχή, που βρίσκονταν δίπλα δίπλα με άρθρα που επέκριναν τους κυβερνητικούς χειρισμούς και ρεπορτάζ που αναδείκνυαν τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Camille Polloni υποστηρίζει ότι ενδεικτικό αυτής της κάπως ισορροπημένης στάσης που οι εφημερίδες προσπάθησαν να τηρήσουν είναι το γεγονός ότι η Le Monde, που ήταν θετική προς το περιεχόμενο του νομοσχεδίου και δεν ήταν τόσο φιλική προς τις διαδηλώσεις, ήταν η μοναδική που δημοσίευσε συνέντευξη με τον 28χρονο φοιτητή Γεωγραφίας Jean-François Martin, ο οποίος έχασε το μάτι του από βομβίδα της αστυνομίας στη διαδήλωση στη Ρεν στις 28 Απριλίου.

Παράλληλα, φιλοξένησε εκτενή ρεπορτάζ για την αστυνομική βία κατά των διαδηλωτών. Και οι τρεις, Vire, Bredoux, Polloni, εκτιμούν ότι δεν ισχύει το ίδιο για την τηλεόραση, με τον Emmanuel Vire6 να θεωρεί ότι τα ιδιωτικά τηλεοπτικά δίκτυα ήταν έντονα προπαγανδιστικά κατά των κινητοποιήσεων, αλλά ότι η δημόσια τηλεόραση τα ξεπέρασε με μεγάλη επιτυχία.

Πιο επικριτικός ως προς τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ, ο Jean François Téaldi7 τονίζει ότι ποτέ μέχρι σήμερα στη μακρόχρονη επαγγελματική του πορεία στη γαλλική τηλεόραση δεν είδε τόσο μεγάλη έλλειψη πληροφόρησης, αν όχι παραπληροφόρηση, παρά μόνο άλλες δύο φορές. Η πρώτη αφορά τις προεδρικές εκλογές του 1995 οπότε σχεδόν όλα τα τηλεοπτικά ΜΜΕ σχεδόν έκαναν εκστρατεία υπέρ του τότε υποψηφίου Édouard Balladur ενώ τελικά εξελέγη ο Jacques Chirac.

Και η δεύτερη το 2005, με αφορμή το δημοψήφισμα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, όπου περίπου μέχρι τρεις εβδομάδες πριν την πραγματοποίησή του η παρουσίαση των επιχειρημάτων του «Ναι» ξεπερνούσε το 70% του τηλεοπτικού χρόνου που αφιερωνόταν στο θέμα, σε σημείο τέτοιο που δεκάδες δημοσιογράφοι των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ προχώρησαν σε συλλογή υπογραφών (170.000) ζητώντας ίση προβολή και των δύο απόψεων.

Καμία διαφοροποίηση

Στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων στη Γαλλία υπήρξαν και «απώλειες» από πλευράς δημοσιογράφων λόγω «διαφορετικών απόψεων». Η ηχηρότερη ήταν αυτή της Aude Lancelin, βοηθού διευθυντή του πολύ γνωστού εβδομαδιαίου περιοδικού L’ Obs που κινείται στον ευρύτερο εκείνο χώρο της Αριστεράς, που είχε σχέση με την αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Αν και επισήμως δόθηκε η εξήγηση ότι έγινε για λόγους «διοικητικούς – οργανωτικούς», ένας εκ των μετόχων επεσήμανε στην απολυμένη δημοσιογράφο ότι «επηρεάζεται πολύ από τις απόψεις της» που ήταν θετικά διακείμενες στο κίνημα κατά του Εργασιακού Νόμου και του Nuit Debout.

«Η διαφοροποίηση, πόσο μάλλον η διαφωνία, δεν είναι ανεκτή», υποστηρίζει ο Christian Salmon8 , ένας από τους γνωστότερους αρθρογράφους της ιστοσελίδας Mediapart, θεωρώντας ότι τα ΜΜΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. Και εκτιμά ότι γίνεται μια προσπάθεια «εγγραφής εκ νέου» όλων των εμπειριών και των αξιών, των αρχών και της λογικής στο πλαίσιο της απόλυτης επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού.

Σε άρθρο που έγραψε με αφορμή την απόλυση της δημοσιογράφου του L’ Obs (η οποία πυροδότησε μεγάλο κύμα διαμαρτυρίας και χαρακτηρίστηκε «πολιτική»), ο Salmon υποστηρίζει επίσης ότι ο ίδιος ο νόμος El Khomri αποτελεί μια προσπάθεια «να ξαναγραφεί» η λογική των εργασιακών σχέσεων και μάλιστα να γίνει εντελώς «φυσιολογικά» αποδεκτή ως κανονικότητα ενώ εμφανίζονται ως «παράλογοι» όσοι αντιδρούν.

Για σοβαρό πρόβλημα δημοκρατίας λόγω της συγκεκριμένης στάσης των ΜΜΕ κάνει λόγο ο Jean François Téaldi9 . Σημειώνει ότι από την μία ουδέποτε έπαιξε το ρόλο του το Ανώτατο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο παρεμβαίνοντας για να διασφαλίσει ότι η ενημέρωση δεν θα είναι επιλεκτική, από την άλλη οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ είναι κυρίως μεγάλοι όμιλοι, στους οποίους την πλειοψηφία στη διοίκηση έχουν τράπεζες, βιομηχανίες ή μεγάλες εταιρείες εξοπλισμού ή κατασκευών, δηλαδή αυτοί με τους οποίους συναλλάσσεται άμεσα η κυβέρνηση ακόμη και με απευθείας αναθέσεις έργων. Οπότε το περιεχόμενο της προσφερόμενης ενημέρωσης μάλλον θα πρέπει να είναι αναμενόμενο.

Η «κατασκευή του εχθρού»

Σε γενικές γραμμές, τα κυρίαρχα ΜΜΕ ακολούθησαν την «πεπατημένη» της δόμησης προπαγανδιστικού λόγου απέναντι στο κίνημα ενάντια στον Εργασιακό Νόμο: επιδίωξαν να το «απομονώσουν» από την κοινωνία και να το μετατρέψουν σε «εχθρό» του «κοινού συλλογικού καλού». Στο βιβλίο της «Principes de la propagande en période de guerre»10 το οποίο αναφέρεται στην προπαγάνδα σε καιρό πολέμου, η καθηγήτρια Ιστορίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βελγίου Anne Morelli αναλύει τα 10 βήματα «κατασκευής εχθρού» σε περίοδο πολέμου, σημειώνοντας ότι χρησιμοποιούνται με τον ίδιο σχεδόν τρόπο και για τις περιπτώσεις κοινωνικών συγκρούσεων, κυρίως από τα κέντρα εξουσίας και τα ΜΜΕ.

Σύμφωνα με τη Morelli, απώτερος στόχος είναι να καλλιεργηθεί στην κοινή γνώμη η «δαιμονοποίηση» του αντιπάλου. Αν κανείς περιδιαβεί τα στοιχεία που αναφέρονται προηγούμενα, συμπεραίνει ότι πολλά από τα βήματα αυτά ακολουθήθηκαν σχεδόν κατά γράμμα.

Ουσιαστικά, έγινε προσπάθεια να «κατασκευαστεί ένας εσωτερικός εχθρός», «μια μειοψηφία» που δεν εξέφραζε το σύνολο προκειμένου να επιτευχθεί διάσπαση του πληθυσμού σε εχθρικά στρατόπεδα 11 . Ταυτόχρονα, ακολουθήθηκε η τακτική της υποτίμησης δια της μη αναφοράς της επίδρασης του νομοσχεδίου στην καθημερινότητα των εργαζομένων ενώ αντίθετα προβλήθηκε το «γενικότερο πολιτικό σχέδιο» και το πώς αυτό θα επιδράσει θετικά στην «ανταγωνιστικότητα» της γαλλικής οικονομίας 12.

Η κοινή γνώμη αντιμετωπίστηκε ως «καταναλωτής» αγαθών, προϊόντων, πολιτικών απόψεων, σε μια προσπάθεια να υιοθετηθεί η πιο συμφέρουσα άποψη για τα συμφέροντα που οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ εκπροσωπούν 13. Αντιμετωπίστηκε ως δέκτης του εμπορικού προϊόντος της μαζικής ενημέρωσης κατακερματίζοντας την πραγματικότητα έτσι ώστε το κάθε ξεχωριστό της «κομμάτι» να μην μπορεί να συνδεθεί με τα υπόλοιπα 14.

Όπως αναφέρει και ο Νόαμ Τσόμσκι, δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι η εικόνα του κόσμου που παρουσιάζουν, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντιπροσωπεύει στενά και μονόπλευρα συμφέροντα και αξίες που ουδεμία σχέση έχουν με αυτό που εγκυκλοπαιδικά ονομάζεται ενημέρωση.

Σε πολλές περιπτώσεις, άλλωστε, οι διευθύνοντες των ΜΜΕ, όχι οι απλοί δημοσιογράφοι αλλά τα στελέχη των ΜΜΕ, έχουν τα ίδια ταυτόσημα συμφέροντα με τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, με τους ιδιοκτήτες άλλων επιχειρήσεων και με την κυρίαρχη τάξη που ελέγχει το κράτος με το οποίο άλλωστε οι σχέσεις των ΜΜΕ, με το αζημίωτο για κάθε μία από τις δύο πλευρές, είναι ιδιαίτερα στενές και αλληλοεξαρτώμενες 15.

Ακόμη όμως και όταν ακολούθησαν μια «τυπικής μορφής» αντικειμενική παρουσίαση του θέματος, με απλή παράθεση σύντομων επιχειρημάτων από την κάθε μία πλευρά χωρίς εμβάθυνση, πάλι δεν ενημέρωσαν επί της ουσίας την κοινή γνώμη.

Γιατί όπως προέκυψε από έρευνα που παρουσιάζεται στο «Framed! Labor and the Corporate Media», με αφορμή κινητοποιήσεις εργαζομένων στην αυτοκινητοβιομηχανία GM στις ΗΠΑ, η παρουσίαση «στεγνών λιτών φράσεων» με την επιχειρηματολογία εκατέρωθεν, στο πλαίσιο «δήθεν αντικειμενικής δημοσιογραφίας» χωρίς ανάλυση του τι κρύβεται πίσω από την κάθε φράση, τελικά εμφανίζει τα επιχειρήματα της εργοδοσίας ή της κυβέρνησης πιο «απλά και κατανοητά» 16.

Πόσο μάλλον όταν τα επιχειρήματα αυτά υποστηρίζονται από μια σειρά «ειδικών» που κυρίως φιλοξενούνται στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ, αλλά τους δίνεται χώρος και σε έντυπα, οι οποίοι, σε αντίθεση από ό,τι αναφέρθηκε πριν, έχουν τον χρόνο χωρίς διακοπές από τους παρουσιαστές να εκθέσουν τις απόψεις τους και να υπερθεματίσουν υπέρ της κυρίαρχης άποψης.

Πρόκειται για μεθοδολογία διαμόρφωσης κοινής γνώμης και εκμαίευσης συναίνεσης εξαιρετικά διαδεδομένη και συνήθη έτσι ώστε τελικά η μία άποψη να έχει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό προβολής από ό,τι η άλλη, χωρίς όμως αυτό να γίνεται εμφανώς αντιληπτό αφού εναλλάσσονται πολλά διαφορετικά πρόσωπα με «κύρος» 17. Αλλά με την ίδια άποψη.

Πρόκειται για μεθόδους δοκιμασμένες που, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη ιστορία, δεν έχουν σύνορα. Η διαφορά στη Γαλλία, τους τελευταίους αυτούς μήνες, είναι ότι τόσο το ίδιο το περιεχόμενο του νομοσχεδίου και ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση προσπάθησε να το προωθήσει όσο και μέσα από την κινητοποίηση και την μορφή που έλαβε, μέσα από την πολύ μεγάλη χρήση των κοινωνικών δικτύων από το Nuit Debout, τα οποία χρησιμοποίησαν πάρα πολύ και τα συνδικάτα, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης με αποτέλεσμα τα αποτελέσματα των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν να μην φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα ως προς τον έλεγχό της.

*Η Ελένη Μαυρούλη είναι διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως ανταποκρίτρια στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων. Συνεργάζεται επίσης με την ιστοσελίδα toperiodiko.gr

Βιβλιογραφία:

1. Téaldi, J. F. 2016. Συνέντευξη στην Ελένη Μαυρούλη, 24 Ιουνίου
2. Bredoux, L. 2016. Συνέντευξη στην Ελένη Μαυρούλη, 27 Ιουνίου
3.Polloni, C. 2016. Συνέντευξη στην Ελένη Μαυρούλη, 23 Ιουνίου
4.Vire, E. 2016. Συνέντευξη στην Ελένη Μαυρούλη, 26 Ιουνίου
5.Bredoux, ό.π.
6.Vire, ό.π.
7.Téaldi, ό.π.
8.Salmon, C. 2016. Δήλωση στην Ελένη Μαυρούλη, 27 Ιουνίου
9.Téaldi, ό.π.
10.Morelli, A. 2001. Principes élémentaires de propagande de guerre (utilisables en cas de guerre froide, chaude ou tiède…) Ed. Labor, Bruxelles
11.Murray, Ε. 1999. Η κατασκευή του πολιτικού θεάματος. Αθήνα: Παπαζήσης
12.Ό.π.
13.Τσόμσκι, Ν. 1997. Τα ΜΜΕ ως όργανο κοινωνικού ελέγχου και επιβολής. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος.
14.Αντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, 1984, Αθήνα: Ύψιλον.
15.Τσόμσκι, ό.π.
16.Martin, C.R. 2004. Framed! Labor and the Corporate Media. Cornell University Press.
17.Mark, Α. 1997. Κατασκευάζοντας συναίνεση: Ο Νόαμ Τσόμσκυ και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αθήνα: Παρατηρητής

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

1 Comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.