Η μεσαία τάξη

Αφιέρωµα: Οικονοµία, τάξη και εισόδηµα. Ο ορισµός της µεσαίας τάξης είναι το πρώτο βήµα για την ενδυνάµωσή της. Μέρος του προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι η ιδέα της μεσαίας τάξης, που μορφοποιήθηκε στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ριζώσει βαθιά στην ψυχή του έθνους ως αναπόσπαστο στοιχείο του Αμερικανικού Ονείρου.
Η μεσαία τάξη Photographer Rob Bye stocksnap.io Creative Commons CC0 license
20 December, 2016
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
EDITORIAL ΤΟΥ CJR
Μετάφραση: ∆ηµήτρης Κτενίδης

Το 2013 ο πρόεδρος Obama είπε στην ετήσια αγόρευσή του στο Κογκρέσο ότι «το καθήκον της γενιάς μας» είναι να θέσουμε τις βάσεις για «μια ανερχόμενη και ευημερούσα μεσαία τάξη». Όμως τι σημαίνει μεσαία τάξη στην Αμερική; Ο Mitt Romney, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του καμπάνιας το 2012, προσδιόρισε ότι στη μεσαία τάξη ανήκει οποιοσδήποτε έχει ετήσιο εισόδημα μικρότερο από διακόσιες χιλιάδες δολάρια· στην κατηγορία αυτή εμπίπτει το 96% του πληθυσμού της χώρας.

Οι οικονομολόγοι προτιμούν να ορίζουν το μεσαίο εισόδημα με βάση τα στοιχεία της απογραφής, που τοποθετούν εισοδηματικά τη μεσαία τάξη μεταξύ των είκοσι και εκατό χιλιάδων δολαρίων. Οι κοινωνιολόγοι συχνά δίνουν βάρος στο πώς αυτοπροσδιορίζεται καθένας – εφόσον δηλώνεις ότι ανήκεις στη μεσαία τάξη, είσαι η μεσαία τάξη. Το 2011 το κίνημα Occupy ουσιαστικά κατέστησε περιττό τον ορισμό της μεσαίας τάξης, θεωρώντας ότι αν αφαιρέσουμε τους πάμπλουτους, μιλάμε για το 99% του πληθυσμού.

Ο Τύπος έχει την τάση να αναφέρεται στη μεσαία τάξη χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, λες και όλοι συμφωνούν τι σημαίνει, εκτός από ορισμένες σπάνιες εξαιρέσεις όπου ο ορισμός καθαυτός γίνεται είδηση, όπως το Σεπτέμβριο του 2012 όταν ο Romney έκανε το σχόλιο για το όριο των διακοσίων χιλιάδων δολαρίων.

Η έλλειψη ενός ξεκάθαρου, αναθεωρημένου ορισμού της μεσαίας τάξης επιτρέπει στους πολιτικούς και στις κάθε λογής αυθεντίες να χρησιμοποιούν τον όρο –και τη συμβολική του δύναμη– για να προφασιστούν ότι νομιμοποιούνται να μιλούν εξ ονόματος όλων στη στρατευμένη τους ατζέντα. Έτσι, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση προβάλει η ανάγκη να βοηθηθεί η μεσαία τάξη και κάθε υποψήφιος γνωρίζει πολύ καλά πώς να το κάνει.

Μέρος του προβλήματος αποτελεί το γεγονός ότι η ιδέα της μεσαίας τάξης, που μορφοποιήθηκε στις δεκαετίες που ακολούθησαν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει ριζώσει βαθιά στην ψυχή του έθνους ως αναπόσπαστο στοιχείο του Αμερικανικού Ονείρου.

Βλέπουμε τη χώρα μας ως ένα τόπο όπου ο καθένας που δουλεύει σκληρά, μπορεί να αποκτήσει σπίτι, εκπαίδευση, σύνταξη, κλπ. Το είπε και η Ομάδα Δράσης για τη Μεσαία Τάξη του προέδρου Obama στην έκθεσή της το 2010: «Ο προσδιορισμός των οικογενειών της μεσαίας τάξης γίνεται περισσότερο σύμφωνα με τις φιλοδοξίες παρά με το εισόδημά τους».

Ωστόσο, όπως και να την ορίσουμε, τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι όλο και πιο δύσκολο για τον καθένα να καταφέρει να βιώσει τις ανέσεις και την ασφάλεια του τρόπου ζωής της μεσαίας τάξης, καθώς τα καλοπληρωμένα επαγγέλματα εξαφανίστηκαν, οι μισθοί πάγωσαν, το κόστος της εκπαίδευσης και της περίθαλψης εκτοξεύθηκε στα ύψη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τι όρους να θέσει κανείς το σύνθετο πρόβλημα της ανοικοδόμησης της μεσαίας τάξης; Η δημόσια συζήτηση που εκπορεύεται από την Ουάσινγκτον μοιάζει απελπιστικά πολωτική: Η ορθοδοξία των δημοκρατικών (η κυβέρνηση απαραίτητη) εναντίον της ορθοδοξίας των ρεπουμπλικάνων (η κυβέρνηση ουσιαστικά άχρηστη). Οι δημοσιογράφοι μπορούν να βοηθήσουν να τεθούν ορισμένοι κανόνες σ’ αυτό το διάλογο, ορίζοντας πιο ρητά τη μεσαία τάξη.

Μπορούν επίσης να ακολουθήσουν το παράδειγμα του David Rohde από το Reuters. Πέρσι ο Rohde ταξίδεψε στη χώρα (και στο εξωτερικό) για να μάθει τι έχει γίνει όσον αφορά την ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης. Αυτό που ανακάλυψε είναι ότι έξω από τα όρια της Beltway [της περιφερειακής λεωφόρου της Ουάσινγκτον] η συζήτηση για τη μεσαία τάξη είναι πολύ πιο ρεαλιστική και πως υπάρχουν ηγέτες κι από τις δυο πλευρές του πολιτικού στερεώματος, που κατανοούν ότι για να λυθούν τα προβλήματα στα οποία αναφέρεται η Ουάσινγκτον, απαιτούνται συμβιβαστικές λύσεις, καινοτομίες και η συμβολή τόσο της κυβέρνησης όσο και του ιδιωτικού τομέα.

Για παράδειγμα, ο Rohde έγραψε για μια νέα εταιρεία στο Ράλεϊ, που συστάθηκε με κρατικούς πόρους και λειτουργεί ως εκκολαπτήριο επιχειρήσεων, η οποία, σε αντιδιαστολή με τα περισσότερο διάσημα αδέλφια της στο Research Triangle Park, συνδυάζει την ισχύ τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να βοηθήσει τους και τους εργάτες (που δεν διαθέτουν τα προσόντα να διεκδικήσουν θέσεις εργασίας σε δουλειές υψηλής τεχνολογίας) να στήσουν μικρές επιχειρήσεις όπως ανθοπωλεία και συνεργεία αυτοκινήτων.

Στο Τσάπελ Χιλ ο Rohde εξέταζε την ιδέα του δημόσιου πανεπιστημίου ως κινητήριας δύναμης της οικονομικής ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο ενός κομματιού που έγραφε για την προσπάθεια του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας να βοηθήσει τους καθηγητές του να δώσουν επιχειρηματική μορφή στις έρευνές τους.

Με τις προτάσεις του για έναν υψηλότερο ελάχιστο μισθό, για ενιαία προσχολική αγωγή, για τη βιομηχανική έρευνα και καινοτομία, κ.ά., ο πρόεδρος Obama έχει συστήσει ένα πλαίσιο συζήτησης για την ενδυνάμωση της μεσαίας τάξης. Πλέον επαφίεται στους δημοσιογράφους να περιεργαστούν αυτές τις ιδέες, να βρουν ποιους και με ποιο τρόπο θα βοηθήσουν και να μας πουν εντέλει κατά πόσο να υπολογίζει σ’ αυτούς η μεσαία τάξη, όπως κι αν την ορίζει κανείς. CJR

 

 

 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.