Μπροστά στην απειλή της «νέας ακροδεξιάς»

Της Ελένης Μαυρούλη* «Σταθμός» η εκλογική μάχη στη Γαλλία -23 Απριλίου και 7 Μαΐου- για την ακροδεξιά μετατόπιση του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού συνολικά για την Ευρώπη
9 May, 2017
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Της Ελένης Μαυρούλη*

Το 2017 θα είναι η χρονιά μας, έρχεται η σειρά μας» θριαμβολογούσε την επομένη των προεδρικών εκλογών του Δεκεμβρίου 2016 στην Αυστρία ο επικεφαλής του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας  FPÖ.

Λίγες ώρες μετά την παραδοχή ήττας του υποψηφίου του κόμματός του Nobert Hofer, ο Heinz Christian Strache έγραφε τη φράση αυτή στο facebook. Και όσο και αν ακούγεται αντιφατικό, πρόκειται για μια, μάλλον, άκρως ρεαλιστική προσέγγιση, με τα λόγια του Strache να αποκτούν μια προφητική απειλητική χροιά που δεν αφορά μόνο τη χώρα του.

Ο Hofer έχασε, τελικά, τον προεδρικό θώκο για περίπου 300.000 ψήφους, μετά από μια μαραθώνια προεκλογική εκστρατεία, καθώς η εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου του 2016 επαναλήφθηκε, λόγω παρατυπιών, τον Δεκέμβριο.

Απέναντί του ενώθηκαν όλες οι παραδοσιακές αστικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, στηρίζοντας τον αντίπαλό του και νυν πρόεδρο, ηγέτη των Πρασίνων, Alexander Van der Bellen. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να μπορεί να γίνει το 2018, που στις βουλευτικές εκλογές καθείς θα διεκδικήσει το δικό του κομμάτι ψήφων.

Τότε, εκτός σημαντικού απροόπτου, το Κόμμα της Ελευθερίας, με εδραιωμένη επιρροή στο 1/3 των ψηφοφόρων μέχρι στιγμής, εκτιμάται ότι θα εξασφαλίσει τη νίκη, κεφαλαιοποιώντας τη βαθιά δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος απέναντι στα δύο κόμματα που μοιράστηκαν την εξουσία στη χώρα από το 1945 και μετά: τους Σοσιαλδημοκράτες και το δεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Για το 2018 προγραμματίζονται και δύο άλλες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ευρώπη, στις οποίες η ακροδεξιά φαίνεται να έχει, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, εξασφαλισμένο προβάδισμα. Στην Ουγγαρία, το ακροδεξιό κυβερνόν κόμμα Fidesz του Viktor Orban φαίνεται ότι θα δώσει σκληρή μάχη για να ανακόψει τη μετατόπιση των ψηφοφόρων του προς το ακόμη πιο ακραίο με νεοναζιστικά χαρακτηριστικά, Jobbik του οποίου τις αντισημιτικές, ρατσιστικές, αντιμεταναστευτικές θέσεις έχει, κατά κόρον, υιοθετήσει εδώ και καιρό. Στη Σουηδία το ακροδεξιό κόμμα «Σουηδοί Δημοκράτες» εκτιμάται, σήμερα τουλάχιστον, ότι θα βγει νικητής από τις βουλευτικές κάλπες με αιχμή της προπαγάνδας του τον αντιμεταναστευτικό ρατσιστικό λόγο.

Στην Πολωνία, δε, στην εξουσία βρίσκεται επίσης ένα ακροδεξιό κόμμα, το Κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης, που ελέγχει τόσο την κυβέρνηση όσο και προεδρία από το 2015. Έχει την ίδια ξενοφοβική, αντιμουσουλμανική ρητορική, αλλά πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες συγγενείς πολιτικές δυνάμεις του στον ευρωπαϊκό χώρο ασχολείται με τη θρησκεία (τον καθολικισμό), τον συντηρητισμό στις οικογενειακές σχέσεις και στη θέση της γυναίκας, με τελευταίο «κρούσμα» την απόπειρά του να απαγορεύσει τις αμβλώσεις το 2016.

Το Κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης, πάντως, είναι σθεναρός υποστηρικτής της ΕΕ, όπως και οι περισσότερες ακροδεξιές δυνάμεις στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Αυτό οφείλεται καταρχάς στο γεγονός ότι, στην παρούσα χρονική στιγμή, οι χώρες αυτές λαμβάνουν την μερίδα του λέοντος από τα κονδύλια της ΕΕ, αλλά και στο ότι, λόγω του παρελθόντος τους ως μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η ΕΕ παραμένει ακόμη ελκυστική για πολιτικο-ιδεολογικούς λόγους ως το αντίθετο του παρελθόντος τους.

Πριν από όλα αυτά, όμως, είναι το 2017. Και οι εκλογικές μάχες, που αναμένονται μέσα σε αυτό το έτος, σε κομβικές χώρες της Ευρώπης, θα αποτελέσουν σταθμό και κριτήριο για το τι μέλλει γενέσθαι σε όσες τις ακολουθούν, αλλά και για το πολιτικό σκηνικό που βρίσκεται υπό διαμόρφωση σε όλη την ΕΕ: Ολλανδία, Γερμανία και Γαλλία.

Ολλανδία – Γερμανία: Δεν κρίνεται η κυβέρνηση μεν, αλλά…

Η Ολλανδία, η 5η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, άνοιξε την αυλαία αυτών των αναμετρήσεων στις 15 Μαρτίου. Το ακροδεξιό «Κόμμα της Ελευθερίας» (PVV) του Geert Wilders συγκέντρωσε τελικά 13,1% κερδίζοντας σε ποσοστό και σε έδρες, αφού εξασφάλισε 5 επιπλέον εκπροσώπους στο 150μελές κοινοβούλιο φθάνοντας τους 20.

Το τελικό αυτό ποσοστό κυμαίνεται στο χαμηλότερο σημείο των προεκλογικών εκτιμήσεων για την επιρροή του Wilders. Ούτως ή άλλως βέβαια, λόγω του κατακερματισμού του πολιτικού σκηνικού, αλλά και της απλής αναλογικής χωρίς bonus, ακόμη και πρώτος να κατάφερνε να εξέλθει από την κάλπη ο Wilders, δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει, καθώς θα έπρεπε να διασφαλίσει τη συνεργασία αρκετών άλλων κομμάτων, διευκόλυνση που ουδείς ήταν διατεθειμένος να τους παράσχει.

Παρόλα αυτά, η σημασία της καταγραφής ενός τέτοιου ποσοστού για ένα κόμμα, που λίγες μέρες πριν τις εκλογές, δεν είχε στο πρόγραμμά του παρά μία και μόνη σελίδα γεμάτη με συνθήματα αντί για προτάσεις («Η Ολλανδία για τους Ολλανδούς», «Χρήματα για τους Ολλανδούς πολίτες και όχι για ολόκληρο τον πλανήτη και όσους δεν θέλουμε να βρίσκονται εδώ» και άλλα παρόμοια περί ενίσχυσης της ασφάλειας και της αστυνόμευσης, κατά της ΕΕ και του ευρώ) είναι εξαιρετικά βαρύνουσα. Καταδεικνύει, προφανώς, ότι οι ψηφοφόροι του δεν ενδιαφέρονται τόσο για τις ανύπαρκτες, ουσιαστικά, προτάσεις του, όσο για την απέχθεια που ο πολιτικός του λόγος εκφράζει απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό.

Δύσκολες στιγμές περνά και η Εναλλακτική για τη Γερμανία – AfD, τους τελευταίους μήνες, με αφορμή τη δήλωση σημαίνοντος στελέχους της, τον Ιανουάριο, ότι πρέπει να υπάρξει στροφή 180 μοιρών ως προς την κουλτούρα της Γερμανίας σχετικά με την προσπάθεια εξιλέωσης για το ναζιστικό της παρελθόν. Η δήλωση του Björn Höcke δίχασε το κόμμα ως προς  τη στάση που έπρεπε να τηρηθεί τόσο απέναντι στον ίδιο τον Höcke όσο και απέναντι στη θέση που διατύπωσε, η οποία «άνοιξε» το ζήτημα της πολιτικής του ταυτότητας.

Με θέσεις κυρίως αντιμεταναστευτικές, υπέρ της διάλυσης της ΕΕ και του ευρώ, υπέρ της παραδοσιακής οικογένειας και της ενίσχυσής της, κατά των αμβλώσεων και των εναλλακτικών τρόπων ζωής, το AfD, που κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση τα 4 χρόνια ύπαρξής του, βρίσκεται, στις τωρινές δημοσκοπήσεις,  κάτω από το 10%, ποσοστό που το φέρνει στη Βουλή, αλλά χωρίς πολλές προσδοκίες.

Βασικό του πρόβλημα φαίνεται να είναι το πώς θα διαχειριστεί το ζήτημα του νεοναζισμού, από τον οποίο τα μισά του στελέχη παίρνουν αποστάσεις, κάποια άλλα όμως όχι.  Πάντως, δεν φαίνεται να είναι τυχαίο ότι, από τότε που εμφανίστηκε, έχει απορροφήσει σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του νεοναζιστικού NPD, το οποίο κατακρημνίζεται δημοσκοπικά.

Βαρόμετρο η Γαλλία στη μεγάλη μάχη της ακροδεξιάς

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται σαφές ότι το μεγάλο στοίχημα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, για το 2017, εντοπίζεται στη Γαλλία: στις προεδρικές εκλογές του Απριλίου και στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου. Και εδώ το Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen, μέχρι στιγμής, συνεχίζει την εντυπωσιακή ανοδική του πορεία. Αν και εκτιμάται σχεδόν αδύνατο η Marine Le Pen να κερδίσει την προεδρία στον β’ γύρο, θεωρείται βέβαιο ότι τα ποσοστά που θα εξασφαλίσει θα καταγράψουν ιστορικό ρεκόρ για το Εθνικό Μέτωπο και θα προκαλέσουν σίγουρα έναν ακόμη πολιτικό σεισμό που θα γίνει αισθητός πολύ πέρα από τα γαλλικά σύνορα.

«Η Marine Le Pen  πιθανότατα θα συγκεντρώσει 26-28% των ψήφων στον α’ γύρο των προεδρικών εκλογών, θα περάσει στον β’ γύρο όπου τελικά θα ηττηθεί, σε κάθε περίπτωση συγκεντρώνοντας, όμως, ένα ποσοστό μεταξύ 40-45%, το οποίο το κόμμα της δεν κατάφερε ποτέ στο παρελθόν να εξασφαλίσει.

Στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου, δε, το Εθνικό Μέτωπο, που σήμερα δεν έχει παρά μόνο 2 βουλευτές, θα μπορούσε να καταφέρει να εκλέξει τουλάχιστον 15 εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο», εκτιμά, μιλώντας στη «Δημοσιογραφία» ο Jean Yves Camus, Διευθυντής του Παρατηρητηρίου πολιτικού ριζοσπαστισμού -Observatoire des Radicalite΄s Politiques (ORAP)- και ερευνητής του Ινστιτούτου Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων – Institut de Relations Internationales et Strate΄giques (IRIS)-  εξειδικευμένος στην ακροδεξιά.  Ο Camus εκτιμά ότι, παρόλα αυτά, το Εθνικό Μέτωπο παραμένει ένα κόμμα βαθιά απομονωμένο, με το οποίο κανείς, ούτε η γαλλική συντηρητική δεξιά, δεν θέλει να συνεργαστεί για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Ανάλογη εκτίμηση έχει και η καθηγήτρια κοινωνιολογίας και πολιτειολόγος Nonna Mayer, Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας –Centre National de la Recherche Scientifique (CNRS). Σημειώνει στη Δημοσιογραφία ότι η εκλογική δυναμική του Εθνικού Μετώπου δεν ξεκινά τώρα.

Το 2012, στον α’ γύρο των προεδρικών εκλογών είχε συγκεντρώσει  18%, στις ευρωεκλογές του 2014 εξασφάλισε το 1/4 του συνόλου των ψήφων, στις περιφερειακές του 2015 περίπου το 28%, ποσοστό που μεταφράζεται σε 6,8 εκατομμύρια ψήφους, καταγράφοντας θεαματική εκλογική πρόοδο.

Για το 2017, όπως λέει, οι μισές δημοσκοπήσεις δίνουν στην Marine Le Pen 25-27% στον α’ γύρο και, σε ορισμένες εξ αυτών, έρχεται πρώτη και σχεδόν σε όλες περνά στον  β’ γύρο, όπου θα μπορούσε να συλλέξει 36–42%! Η N. Mayer, πάντως, συστήνει προσοχή, καθώς η προεκλογική εκστρατεία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γαλλία είναι μοναδική όσον αφορά τις ανατροπές που παρουσιάζει και κανείς δεν ξέρει τι κατάληξη θα έχει, τελικά, στις κάλπες.  Ωστόσο, συμπληρώνει, η Marine Le Pen φαίνεται να συνεχίζει τη δυναμική της πορεία και οι ψηφοφόροι της εμφανίζονται αποφασισμένοι για την επιλογή τους, περισσότερο από κάθε άλλου υποψηφίου.

Γιατί «ανεβαίνει» το Εθνικό Μέτωπο;

«Το αυξανόμενο εκλογικό ποσοστό του Εθνικού Μετώπου οφείλεται κυρίως στην εντεινόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης ολοένα μεγαλύτερου μέρους του εκλογικού σώματος απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα, τους σοσιαλδημοκράτες και τους συντηρητικούς. Οφείλεται όμως και στην απήχηση που έχει ο αντιμεταναστευτικός του λόγος, καθώς και ο λόγος του περί εθνικής κυριαρχίας (που τείνει, χωρίς να το λέει ανοιχτά, υπέρ μιας αποχώρησης από την ΕΕ)», υποστηρίζει ο Jean Yves Camus.

Για τη Nonna Mayer οι βασικοί παράγοντες της εντυπωσιακής αυτής πορείας είναι τρεις. Ο πρώτος σχετίζεται με το «πλαίσιο». Η προσφυγική κρίση, η οικονομική κρίση από το 2008 και η σειρά των τρομοκρατικών επιθέσεων επί γαλλικού εδάφους «διαμορφώνουν ένα πολύ καλό πλαίσιο για την προπαγάνδα του Εθνικού Μετώπου που έχει στο επίκεντρό της τη μετανάστευση και την ασφάλεια».

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η στρατηγική της ίδιας της Marine Le Pen, που κατάφερε να επωφεληθεί τα μέγιστα από το πλαίσιο αυτό. Ταυτόχρονα όμως, σημειώνει η N. Mayer, από το 2011 που ανέλαβε τα ηνία, ξεκίνησε μια εκστρατεία «αποδαιμονοποίησης» για να αμβλύνει την εικόνα του Εθνικού Μετώπου  και της ίδιας σε σχέση με ό,τι επικρατούσε την περίοδο της ηγεσίας του πατέρα της.

«Η ρητορική της είναι ότι δεν είμαστε ενάντια στη «δημοκρατία» αντίθετα είμαστε οι πιο μεγάλοι υπέρμαχοι της δημοκρατίας, υπερασπιζόμαστε τις αξίες της δημοκρατίας ενάντια στον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό. Στο πρόγραμμά της μιλά για τα δικαιώματα των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των Εβραίων και τονίζει ότι υπερασπίζεται την αρχή της laı¨cite΄, που είναι θεμελιώδης στη δημοκρατική παράδοση της Γαλλίας. Ήξερε ουσιαστικά να παρουσιάσει με διαφορετικό τρόπο τον λόγο του πατέρα της, από τον οποίο ουσιαστικά δεν απέχει και είναι η εθνική προτίμηση» όπως υπογραμμίζει.

Ο τρίτος λόγος,  τονίζει η N. Mayer, είναι η λαϊκή δυσαρέσκεια προς το σύνολο της πολιτικής τάξης στη χώρα, η αίσθηση ότι είναι ανίκανη να λύσει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, δηλαδή την οικονομική και προσφυγική κρίση και την ανεργία. «Στη Γαλλία δεν υπήρχε ποτέ τόσο μεγάλη απόρριψη της κυρίαρχης πολιτικής σκηνής: 4 στους 5 Γάλλους  λένε ότι οι πολιτικοί δεν ασχολούνται με το τι σκέφτονται οι πολίτες, 2 στους 3 θεωρούν ότι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι και  μόνο ένα 12% έχει εμπιστοσύνη στα κόμματα.

Η κατάσταση αυτή είναι πολύ ευνοϊκή για ένα κόμμα που παρουσιάζεται ως αντισυστημικό, αντι-ελίτ, λαϊκιστικό όπως το Εθνικό Μέτωπο», επισημαίνει.  Ταυτόχρονα, το Εθνικό Μέτωπο ευνοείται και από την πολυδιάσπαση που υπάρχει τόσο στον χώρο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η Marine Le Pen τονίζει ότι στον δικό της πολιτικό χώρο υπάρχει ένα κόμμα, μία υποψήφια, ένα πρόγραμμα και αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσει κανείς, αφού έχει δοκιμάσει τα άλλα μεγάλα κόμματα.

Για τον Alain Dru, μέλος της Εθνικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σημαντικό ρόλο στη δυναμική του Εθνικού Μετώπου έχουν διαδραματίσει και οι πολιτικές επιλογές των δύο τελευταίων προεδριών της χώρας. Ο Nicolas Sarkozy, σημειώνει στη «Δημοσιογραφία», συνέβαλε να «αποδαιμονοποιηθεί» ο ρατσιστικός, αντιμεταναστευτικός λόγος του Εθνικού Μετώπου, καθώς και οι σκληρές του θέσεις για την αστυνόμευση και την ασφάλεια, αντιγράφοντάς τες, ενώ ταυτόχρονα προχώρησε σε σειρά νομοθετημάτων (στο ασφαλιστικό, στο εργασιακό κ.λπ.) που επιδείνωσαν τη ζωή των Γάλλων εργαζομένων.

Αντιστοίχως, ο François Hollande μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις υιοθέτησε την επιχειρηματολογία ασφαλείας του Εθνικού Μετώπου και επέμεινε στην παράταση ενός εντελώς άχρηστου και εχθρικού για την προστασία των δικαιωμάτων καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Επίσης, εγκαταλείποντας όλες τις προεκλογικές του δεσμεύσεις,  υιοθέτησε σειρά νομοθετημάτων, όπως ο εργασιακός νόμος (νόμος el Khomri) ή οι νόμοι Macron, που άνοιξαν την πόρτα στην ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων, στην εργασία τις Κυριακές και στην καταστρατήγηση της προστασίας του περιβάλλοντος, καθιστώντας  ακόμη δυσκολότερη την καθημερινότητα.

«Η τελευταία 5ετία, τονίζει, σηματοδοτείται από άνοδο της ανεργίας, κλείσιμο επιχειρήσεων, ενίσχυση της εργασιακής ανασφάλειας όχι μόνο των εργατών και των υπαλλήλων, αλλά και της λεγόμενης μεσαίας τάξης».  Σημαντικό ποσοστό των πολιτών, προσθέτει, είναι απογοητευμένο από την πολιτική τάξη της χώρας, έχοντας την αίσθηση ότι όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για ό,τι απασχολεί τους πολίτες (π.χ. την ανεργία) αλλά και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στις οδηγίες της ΕΕ ή τις επιθυμίες των μεγάλων πολυεθνικών.  Και σε αυτό προστέθηκαν και οι τρομοκρατικές επιθέσεις τη Γαλλία.

«Αυτό το πολύπλοκο μείγμα απουσίας αξιοπιστίας των πολιτικών κομμάτων που ήταν στην εξουσία την τελευταία 30ετία, εργασιακής και οικονομικής ανασφάλειας και φόβου για τον ξένο, επιτρέπει στη ρητορική του Εθνικού Μετώπου, το οποίο έχει αδράξει την ευκαιρία, εκτός της αποδαιμονοποίησης των θέσεών του, να παρουσιάζει και μια σειρά από οικονομικές και κοινωνικές προτάσεις που «κλέβει» από τα συνδικάτα, να εμφανίζεται ως λύση.

Σε αυτές τις συνθήκες, το κλείσιμο των συνόρων, η εκδίωξη των ξένων, η έξοδος από την ΕΕ ή η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα μοιάζει με λύση, αφού τίποτε άλλο δεν υπάρχει ως λύση για το 90% των πολιτών», υπογραμμίζει ο Alain Dru, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει στο όποιο ποσοστό συγκεντρώσει το Εθνικό Μέτωπο στις προεδρικές και στις βουλευτικές εκλογές να συνεκτιμηθεί το ποσοστό της αποχής και του λευκού.

Την επιδείνωση της θέσης πολλών εργαζομένων, την αύξηση της ανεργίας και την εντεινόμενη εργασιακή ανασφάλεια, αλλά και τη συστηματική προπαγανδιστική προσέγγιση από το Εθνικό Μέτωπο όσων βιώνουν περισσότερο τις συνέπειες της κρίσης και νιώθουν αποκλεισμένοι, «φωτογραφίζει» ως μερικούς από τους βασικούς παράγοντες αύξησης της επιρροής του και ο Pascal Debay, εκπρόσωπος της CGT στη διασυνδικαλιστική επιτροπή κατά του Εθνικού Μετώπου που έχουν δημιουργήσει τα συνδικάτα CGT, FSU και Solidaires. Μιλώντας στη «Δημοσιογραφία», ο Pascal Debay σημείωσε ότι το Εθνικό Μέτωπο εκμεταλλεύεται την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από τη λιτότητα,  την τεράστια απογοήτευση των εργαζομένων, που εντείνεται από την κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και την κρίση στη γαλλική αριστερά, την απώλεια αξιοπιστίας των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων και την απόρριψη της πολιτικής για όλους αυτούς τους λόγους από μεγάλο μέρος των εργαζομένων, για να αυτοπαρουσιαστεί ως «φιλολαϊκή» λύση.

Από τον Ιανουάριο του 2014, η διασυνδικαλιστική βρίσκεται σε διαρκή εκστρατεία ενημέρωσης ενάντια στο Εθνικό Μέτωπο επιλέγοντας,  κατά προτεραιότητα, περιοχές που πλήττονται κυρίως από την ανεργία. Στόχος είναι, καταρχήν, να αποκαλύψει ότι  πίσω από τις επιφανειακά «φιλολαϊκές» προτάσεις του κρύβεται ο ρατσισμός και η διάσπαση των εργαζομένων, έτσι ώστε τελικά να ενισχύονται οι ανισότητες, αλλά και ότι, όταν μιλά για εθνική οικονομία, αναφέρεται στις γαλλικές επιχειρήσεις και όχι στους εργαζομένους.

Ο «απενοχοποιητικός» ρόλος των ΜΜΕ

Τον αρνητικό ρόλο που διαδραμάτισαν τα ΜΜΕ στη διαδικασία αποδαιμονοποίησης του Εθνικού Μετώπου και των απόψεών του επισημαίνει, σε άρθρο του, ο πολιτειολόγος Alexandre De΄ze΄, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Montpellier και  ερευνητής στο Κέντρο Πολιτικών Μελετών της Λατινικής Ευρώπης  -Centre d’ E΄tudes Politiques de l’ Europe Latine.  Αναφέρει ενδεικτικά ότι, με βάση τις υπάρχουσες μετρήσεις, η Marine Le Pen είναι το πολιτικό πρόσωπο που προβάλλεται περισσότερο.

Η υπερπροβολή, εκτιμά ο Alexandre De΄ze΄, «κανονικοποίησε» την πολιτική παρουσία του Εθνικού Μετώπου, με την Marine Le Pen να παρουσιάζεται ως μια οποιαδήποτε άλλη γυναίκα πολιτικός, ενώ «αποδαιμονοποιήθηκαν» και οι πολιτικές του θέσεις, παρά το ότι, με εξαίρεση π.χ. την περιθωριοποίηση του αντισημιτισμού και της άρνησης του Ολοκαυτώματος, η Le Pen δεν έχει εγκαταλείψει τον λόγο του πατέρα της.  Ταυτόχρονα, σημειώνει, το πρόσωπό της εμφανίζεται σε εκπομπές infotainment, ως γυναίκας με ρεπορτάζ για τις σχέσεις της, για τα χτενίσματά της, για την γκαρνταρόμπα της, σε εκπομπές δηλαδή όπου ο τρόπος προσέγγισης όλων των θεμάτων ακόμη και του Εθνικού Μετώπου, είναι αυτός της διασκέδασης και της επιφανειακής προσέγγισης.

Ποιοι ψηφίζουν, τελικά, Εθνικό Μέτωπο;
Μεσαία τάξη περισσότερο από εργάτες

Το εκλογικό του ακροατήριο καταγράφει μεγάλη διασπορά και αστάθεια και ερευνητές το παρομοιάζουν συχνά με «κοινοπραξία» που απειλείται διαρκώς από τις εσωτερικές της αντιφάσεις, εκτιμώντας ότι ακριβώς αυτό το σημείο θα πρέπει να αξιοποιηθεί, προκειμένου ν’ ανακοπεί η εκλογική του άνοδος, σημειώνει σε άρθρο του ο Ge΄rard Mauger, Ομότιμος Διευθυντής Έρευνας στο CNRS.

Ο Mauger τονίζει ότι η εικόνα του ψηφοφόρου του Εθνικού Μετώπου ως «σεξιστή χοντροκέφαλου, ομοφοβικού, ρατσιστή, ξενόφοβου» δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα στην αλήθεια με βάση τις έρευνες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, όπως ούτε η εικόνα ότι το Εθνικό Μέτωπο συγκεντρώνει την πλειονότητα των ψήφων του από τους εργάτες.

Όπως υπογραμμίζει, το 2015, στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές καταγράφηκε ότι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους του προέρχονται από τις λαϊκές τάξεις (εργάτες, υπάλληλοι ή συνταξιούχοι των δύο αυτών κατηγοριών), αλλά και ότι λιγότεροι από 1 στους 7 εργάτες το ψήφισαν. Αντίθετα, ο αριθμός των εργατών που απέχουν ή δεν εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους αυξάνεται γεωμετρικά, κάτι που μετατρέπει την αποχή με διαφορά σε «νέο κόμμα των λαϊκών στρωμάτων» στη Γαλλία.

Αυτό βέβαια δεν αλλάζει το ερώτημα γιατί οι φτωχοί ψηφίζουν ακροδεξιά. Σύμφωνα με έρευνες, σημειώνει ο Mauger, ψηφίζοντας Εθνικό Μέτωπο, εργάτες και υπάλληλοι θέλουν να πάρουν απόσταση όχι μόνο από τους μετανάστες αλλά και από μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας, εργάτες και υπαλλήλους δηλαδή, που, λόγω της διαρκώς επιδεινούμενης κατάστασης, βυθίζονται σε ολοένα χειρότερη θέση, φτωχοποιούνται, περιθωριοποιούνται. Είναι μια κίνηση να ξεχωρίσει κανείς «από αυτούς που βρίσκονται πιο κάτω από αυτόν».

Οι έρευνες επίσης, σημειώνει, καταγράφουν την ανικανότητα των πολιτικών κομμάτων της αριστεράς να διατηρήσουν την επιρροή τους, καλλιεργώντας αίσθηση «σεβασμού και αξιοπρέπειας», καθώς στο τμήμα εκείνο της εργατικής τάξης, που έχει περάσει στην επιρροή του Εθνικού Μετώπου η «αντιρατσιστική επιχειρηματολογία» δεν αγγίζει τους λόγους για τους οποίους ψηφίζει τελικά την Le Pen.

Ο Ge΄rard Mauger επισημαίνει, επίσης, ότι σε μεγάλο βαθμό οι ψηφοφόροι του δεν γνωρίζουν παρά ελάχιστα, ή καθόλου, τις θέσεις και το πρόγραμμά του.  Και άλλες έρευνες, και μάλιστα σε βάθος χρόνου, δείχνουν ότι πολλοί ψηφοφόροι του Εθνικού Μετώπου δεν γνωρίζουν το πρόγραμμά του και ότι προέρχονται κυρίως από αυτό που ονομάζουμε «μεσαία στρώματα» και όχι από την εργατική τάξη. Αυτό που τους οδηγεί σε αυτήν την επιλογή είναι ένα αίσθημα «αδικίας»,  ότι δεν «τους δίνει τίποτε το κράτος, οι φόροι τους εξαντλούν, ενώ οι μετανάστες έχουν καλύτερη μεταχείριση».

Επίσης, είναι εμφανές ότι έχει υποβαθμιστεί σημαντικά η πολιτική επικινδυνότητα του Εθνικού Μετώπου, καθώς πολλοί λένε ότι την πρώτη φορά που το ψήφισαν είχαν την αγωνία μήπως  έκαναν ένα επικίνδυνο βήμα, αλλά στη συνέχεια είδαν ότι ακολουθεί την πεπατημένη της πολιτικής  ζωής και ότι αντιμετωπίζεται και από τα ΜΜΕ και από τα άλλα κόμματα ως «κανονικό κόμμα», ασχέτως των απόψεών του, και έπαψαν να ανησυχούν.

Το ζήτημα της εξόδου από το ευρώ έχει μεγαλύτερη επιρροή στους πιο νέους, ενώ σε γενικές  γραμμές ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του υπάρχουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο, ακόμη και αν καταφέρει το ΕΜ να πάρει την εξουσία, τα πράγματα όντως θα αλλάξουν και θα τηρήσει τις υποσχέσεις του.

Πτυχίο, εργασιακή ανασφάλεια και φύλο

Ως προς την κοινωνική σύνθεση του εκλογικού σώματος του Εθνικού Μετώπου, η Nonna Mayer, που έχει συμμετάσχει και διεξάγει αλλεπάλληλες έρευνες για το θέμα αυτό τις τελευταίες δύο δεκαετίες, σημείωσε στη «Δημοσιογραφία» ότι κατά κύριο λόγο υπάρχουν τρία βασικά κριτήρια: το μορφωτικό επίπεδο, το οικονομικό επίπεδο και το φύλο.

Η πρώτη σταθερά είναι το μορφωτικό επίπεδο. «Το κόμμα συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσοστά του στις κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο, που δεν έχουν καν Baccaloreat (δηλαδή απολυτήριο) και αυτό σε μια χώρα που τουλάχιστον το Baccaloreat είναι απαραίτητο για να βρει κάποιος μια σωστή δουλειά, μεταξύ των νέων που δεν έχουν παρά ένα επαγγελματικό δίπλωμα.

Σε αυτήν την κατηγορία συγκέντρωσε ποσοστό μεγαλύτερο του 45% στις περιφερειακές εκλογές.  Η απουσία πτυχίου δημιουργεί συχνά απέχθεια για όσους έχουν πτυχίο, αλλά επίσης διευκολύνει την αποδοχή του λόγου μίσους, την απλοϊκή εξήγηση του μαύρου–άσπρου, του «εμείς απέναντι στους άλλους», των Γάλλων απέναντι στους μετανάστες».

Το δεύτερο είναι το κριτήριο του φύλου. «Την εποχή του πατέρα Le Pen, τονίζει η N. Mayer, οι γυναίκες δεν ψήφιζαν το Εθνικό Μέτωπο γιατί είχε λόγο ακραίο, σεξιστικό, βίαιο. Με την Marine Le Pen αυτό άλλαξε. Στις προεδρικές του 2012 για πρώτη φορά είχε το ίδιο ποσοστό γυναικών και ανδρών ψηφοφόρων. Κατάφερε να διεισδύσει στο εκλογικό ακροατήριο των γυναικών που βρίσκονται στη θέση του προλεταριάτου των υπηρεσιών, γυναικών που εργάζονται σε κακοπληρωμένες δουλειές, με μικρές αποδοχές και κακές συνθήκες εργασίας, π.χ. μιας ταμία σούπερ μάρκετ.

Έκτοτε, σε όλες τις άλλες αναμετρήσεις, και πάλι το ποσοστό των γυναικών ήταν μικρότερο μεταξύ των ψηφοφόρων της. Γι αυτό και σε αυτήν την προεκλογική εκστρατεία, αλλά και νωρίτερα, έχει δώσει ιδιαίτερο βάρος σε ζητήματα γυναικών. Στις φετινές αναμετρήσεις, έως έναν βαθμό, το εκλογικό της ποσοστό θα κριθεί από το κατά πόσο θα καταφέρει να κερδίσει τις γυναίκες».

Τέλος, με δεδομένο ότι το εκπαιδευτικό επίπεδο είναι σημαντικό για την επαγγελματική πορεία, η Le Pen κερδίζει τα καλύτερα ποσοστά της στα χαμηλά οικονομικά στρώματα, όπως και ο πατέρας της. «Η κατεξοχήν ομάδα που είναι στο ακροατήριό της είναι οι μικροέμποροι και οι μικροβιοτέχνες, που είναι βασική δεξαμενή ψήφων για τη δεξιά γενικώς», σημειώνει η N. Mayer.

Στη συνέχεια κατάφερε να  διεισδύσει στους εργάτες το 1995 και από το 2002 άρχισε να προσελκύει τους αγρότες. Και από το 2012 τους υπαλλήλους στο εμπόριο. «Περίπου οι μισοί ψηφοφόροι της προέρχονται από αυτές τις ομάδες, αν και τα τελευταία χρόνια παίρνει ψήφους και από άλλες ομάδες, όπως π.χ. οι ομοφυλόφιλοι, οι Εβραίοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι νέοι χωρίς σπουδές επίσης».

Ως προς την πολιτική κοινωνιολογία, η κ. Mayer σημειώνει στη Δημοσιογραφία ότι το βασικό στοιχείο είναι πως όσο περισσότερο κάποιος τοποθετείται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, τόσο περισσότερο ψηφίζει Εθνικό Μέτωπο. Παραμένει ψήφος του εκλογικού σώματος της δεξιάς ή το πολύ-πολύ όσων δηλώνουν ότι δεν είναι ούτε στα αριστερά ούτε στα δεξιά.

Με βάση τα στοιχεία, υπογραμμίζει, από τους ψηφοφόρους που αυτοπροσδιορίζονται στην αριστερά, μόλις το 5% μετακινήθηκε προς το Εθνικό Μέτωπο. Για την πλειονότητα των ψηφοφόρων της Le Pen, καταλήγει η N. Mayer, το βασικό θέμα είναι η μετανάστευση. Το ίδιο δήλωναν και οι ψηφοφόροι του πατέρα της, όποιο και αν ήταν το μείζον θέμα της εκάστοτε εκλογικής αναμέτρησης.

Π.χ. σήμερα για τους μισούς Γάλλους το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανεργία, αλλά όχι για τους ψηφοφόρους της Le Pen, όπου περίπου το 90% θεωρεί, όπως και παλιά, ότι στη Γαλλία βρίσκονται υπερβολικά πολλοί μετανάστες. «Δεν είναι ο μοναδικός λόγος που κάποιος ψηφίζει Εθνικό Μέτωπο, αλλά είναι απαραίτητη συνθήκη», τονίζει η κ. Mayer.

Μια νέα… ακροδεξιά εποχή σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο

Για το τέλος ενός κύκλου κάνει λόγο ο Alain Dru σημειώνοντας ότι είναι προφανής η τάση δημιουργίας ενός συνεκτικού πολιτικού λόγου, παρά τις διαφορές, από την ευρωπαϊκή ακροδεξιά. Εκτιμά ότι η ΕΕ φέρει ευθύνη, καθώς δεν υπάρχει πολιτικό σχέδιο που να δίνει κοινή ελπίδα στους Ευρωπαίους και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι στα περισσότερα ακροδεξιά κόμματα, που παρουσιάζουν άνοδο, η εχθρότητα απέναντί της είναι κοινός τόπος.

«Η Κομισιόν υπόκειται σε μια υπερφιλελεύθερη λογική, δεν υπεράσπισε ποτέ τους εργαζομένους και τα δικαιώματά τους, και συνεπώς δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι για τους λαούς δεν εκπροσωπεί παρά τον καπιταλισμό χωρίς πατρίδα που παίζει με την κοινωνία και τη ζωή των Ευρωπαίων», τονίζει, συμπληρώνοντας ότι σήμερα η ΕΕ βιώνεται ως απόμακρη γραφειοκρατική μηχανή, υπεύθυνη για όλα τα αρνητικά, ανοίγοντας έτσι την πόρτα στην ακροδεξιά.

Αναφέρει επίσης ότι η περιφρόνηση που επιδεικνύεται προς τις αποφάσεις ολόκληρων λαών, π.χ. τότε που οι Γάλλοι απέρριψαν την Ευρωπαϊκή Συνθήκη το 2005 και τελικά η απόφασή τους παρακάμφθηκε με έγκριση του Κοινοβουλίου, εντείνει την απόρριψη του πολιτικού κόσμου. Η τωρινή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχει αμαυρωθεί από σειρά γεγονότων/περιστατικών που επιτρέπουν την λογική «όλοι είναι διεφθαρμένοι», την οποία καλλιεργεί και η ακροδεξιά.

Επισημαίνει, τέλος, ότι, προφανώς, όπως αποδεικνύει η Ιστορία, η άνοδος της ακροδεξιάς τίποτε καλό δεν φέρνει για τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες. «Το ΕΜ, π.χ., μιλά για laı¨cite΄, αλλά μόνο ως όπλο ενάντια στους μουσουλμάνους και όχι ως μέσο για τη συνύπαρξη όλων των φιλοσοφιών και όλων των θρησκειών», υπογραμμίζει.

«Τα ριζοσπαστικά ακροδεξιά κόμματα σε Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία κ.λπ. έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία: αντιμεταναστευτικά, αντιευρωπαϊκά, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Υποστηρίζουν την αρχή «πρώτα οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Αυστριακοί». Αυτά είναι μερικά κοινά σημεία, αν και έχουν διαφορετική ιστορία μεταξύ τους», εκτιμά από την πλευρά της η Nonna Mayer, σημειώνοντας ότι πρόκειται μάλλον για ένα παγκόσμιο ρεύμα.

Θυμίζει ότι η απόρριψη της ΕΕ, π.χ. από το Εθνικό Μέτωπο, δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς και ο πατέρας Le Pen είχε την ίδια θέση, όμως τώρα η Marine Le Pen την επαναφέρει στην προβληματική του προγράμματός της, προσεκτικά και χωρίς να δηλώνει ότι θα αποσύρει τη Γαλλία από την ΕΕ ή το ευρώ, υπό το πρίσμα της μετανάστευσης στην οποία αποδίδει τρεις απειλές: την οικονομική (μας παίρνουν οι μετανάστες τις δουλειές, τα επιδόματα), την πολιτιστική (δεν σέβονται τις αξίες της Γαλλίας, κινδυνεύει η εθνική ταυτότητα), την πολιτική (αμφισβητείται η εθνική κυριαρχία). «Και για όλα αυτά η πόρτα είναι η ΕΕ».

Δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα στη Γαλλία;

Η Nonna Mayer εκτιμά ότι αυτό θα εξαρτηθεί περισσότερο από το πώς θα αντιδράσει ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος απέναντι στις ακροδεξιές δυνάμεις και στο Εθνικό Μέτωπο. Κατά πόσο, δηλαδή, θα το αποδεχτεί ως «κανονικό», κατά πόσο πολιτικοί θα υιοθετήσουν περαιτέρω τις απόψεις του, κατά πόσο, τελικά, θα συμβάλλουν στο να οριοθετείται η πολιτική σφαίρα από τα διακυβεύματα που θέτουν η ακροδεξιά και οι προτάσεις της.

«Υπάρχει μια κάποια ιδεολογική ενότητα στα κόμματα που συγκεντρώνονται στους κόλπους της “Ευρώπης των Εθνών και των Ελευθεριών” (EΝL) υπό την ηγεσία της Marine Le Pen», εκτιμά και ο Jean Yves Camus. «Ο Geert Wilders στην Ολλανδία, η Λίγκα στη Βόρεια Ιταλία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία, το αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας και το φλαμανδικό Vlaams Belang μοιράζονται την ίδια αντίθεση απέναντι στη μετανάστευση, που προέρχεται εκτός Ευρώπης και απέναντι στο Ισλάμ, τον ίδιο εθνικισμό που τους οδηγεί στο να καθιστούν υπεύθυνη για όλα τα κακά την ΕΕ.

Είναι προφανές ότι η ΕΕ πάσχει από έλλειμμα δημοκρατίας και μου φαίνεται ότι οι οικονομικές της επιλογές είναι αμφισβητήσιμες, η Ελλάδα γνωρίζει κάτι γι’ αυτό. Την ίδια ώρα, λοιπόν, που ένα μέρος της αριστεράς επιδιώκει να δημιουργήσει μια Ευρώπη που θα έχει πιο κοινωνική βάση και δεν θα πνίγει τους λαούς, η ακροδεξιά, από την πλευρά της, εμφανίζεται εγγενώς αντίθετη στην ΕΕ και στην πολυπολιτισμικότητα και σε κάθε μορφή υπερ-εθνικότητας», υπογραμμίζει .

Είμαστε μπροστά σε μια εποχή της νέας ακροδεξιάς;

Φυσικά ναι, απαντά ο Jean Yves Camus, πρόκειται για μια καινούργια εποχή. «Τα προαναφερόμενα κόμματα της ακροδεξιάς αρνούνται για παράδειγμα να συνεργαστούν με τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, το ΕΛΑΜ στην Κύπρο ή το Jobbik στην Ουγγαρία.

Δεν θέλουν να συνδεθούν με ιδέες της ριζοσπαστικής ακροδεξιάς που είναι πολύ περιθωριακές και δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν βάση για την άνοδο στην εξουσία.Έχουν εγκαταλείψει την έννοια της ιεραρχίας των φυλών και έκτοτε επιμένουν στον μη φυσιολογικό χαρακτήρα της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, η οποία, κατά τη γνώμη τους, θα μπορούσε να προκαλέσει διακοινοτική βία, αλλά και διάλυση της εθνικής ταυτότητας.

Δεν θέλουν να κατακτήσουν την εξουσία διά της βίας, αλλά εγκαθιστώντας έναν τύπο άμεσης δημοκρατίας, όπου ο λαός θα εκφράζεται με δημοψηφίσματα, με τρόπο τέτοιο που να μένουν “εκτός παιχνιδιού οι ελίτ”, τις οποίες κρίνουν ως διεφθαρμένες, αλλά και το Κοινοβούλιο».

«Δυνάμεις όπως η Χρυσή Αυγή, το ΕΛΑΜ, το Jobbik, αλλά και διάφορα άλλα κόμματα που εκπροσωπούνται ή όχι στο Κοινοβούλιο (π.χ. το γερμανικό NPD, το σλοβακικό LSNS)», συνεχίζει ο Jean Yves Camus, «αποτελούν μια άλλη οικογένεια της ακροδεξιάς, η οποία εντάσσεται στην παράδοση του φασισμού. Συμπράττουν στους κόλπους μιας δομής που ονομάζεται «Συμμαχία για την ειρήνη και την ελευθερία» (APF – Alliance pour la paix et la liberte΄) η οποία παίρνει χρήματα, όπως και οι άλλες, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

«Ο Jean Marie Le Pen δεχόταν να συνεργαστεί με όλο τον κόσμο, ακόμη και με πολύ ακραία κόμματα. Η κόρη του το αρνείται, γιατί τα εθνικιστικά λαϊκιστικά κόμματα δεν πρέπει να συμβιβαστούν ως προς την επιδίωξή τους να κερδίσουν σεβασμό, που είναι απαραίτητος για να φθάσουν στην εξουσία. Και αν το πετύχουν αυτό, θα ανοίξει ο δρόμος για συνεργασία με άλλες δυνάμεις της πολιτικής ζωής».

* Η Ελένη Μαυρούλη είναι διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως ανταποκρίτρια στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.