«νέα» ή Μετα-δηµοσιογραφία; Ποιος νοιάζεται αν είναι αλήθεια;

Του Marc Ficher * Οι σύγχρονες αίθουσες σύνταξης αναθεωρούν τις αξίες τους.Η παλιά φρουρά υποστήριζε ότι τους παρακινούσε η αναζήτηση της αλήθειας και η αίσθηση του τι πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες ώστε να είναι ενημερωμένοι κοινωνοί της δημοκρατίας. Οι ψηφιακοί δημοσιογράφοι τους αντέκρουαν λέγοντας πως ο δικός τους τρόπος είναι πιο ειλικρινής και δημοκρατικός – και γρηγορότερος.
Photographer WDnet Studio Kim via stocksnap.io Creative Commons CC0 license
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
 Του Marc Ficher *
Μετάφραση: Μαργαρίτα Κυριάκου

Το BuzzFeed, όπως και κάθε αίθουσα σύνταξης, είναι το αντίθετο του παραδοσιακού. Μια επιγραφή νέον προβάλει πανηγυρικά τη Hot List, το σήμα κατατεθέν του BuzzFeed. Η κοπέλα στην υποδοχή δίνει στους νέους υπαλλήλους ένα μπλουζάκι και μια πάνινη τσάντα, διακοσμημένα με έναν από τους κλασικούς τίτλους του BuzzFeed: «84 πράγματα που δεν βρίσκεις σε οποιοδήποτε μπέιγκελ».

Η αίθουσα σύνταξης

Οι αίθουσες συνεδριάσεων που περικυκλώνουν την αίθουσα σύνταξης, έχουν ονόματα γάτων που έγιναν viral: Shironeko, Princess Monster Truck, Winston Bananas. Εδώ μέσα διακωμωδούν τον παλαιό τρόπο εργασίας των εφημερίδων.

Στην πρωινή σύσκεψη, η συζήτηση για το πώς θα καλυφθεί η ομιλία του προέδρου στο Κογκρέσο εστιάζεται σε δυο μόνο σημεία: να βρουν στο Vine ένα ευτράπελο βίντεο και να ετοιμάσουν ένα κομμάτι σχετικά με το ότι κανείς δεν νοιάζεται για την ομιλία του προέδρου στο Κογκρέσο.

Ο αρχισυντάκτης Ben Smith, ο μοναδικός ανάμεσα στα 29 άτομα της σύσκεψης που φοράει σακάκι, παροτρύνει τους υφιστάμενούς του να ετοιμάσουν περισσότερες ιστορίες για κουίζ. «Ο κόσμος θα μας κοροϊδεύει ότι είμαστε η ιστοσελίδα που ασχολείται μόνο με κουίζ», λέει. «Κι όμως είμαστε ακόμη στην αρχή – έχουν ψωμί τα κουίζ».

Το BuzzFeed δεν είναι καμιά νεαρή μικρο-επιχείρηση. Είναι ένας μεγάλος, επικερδής, ισχυρός ειδησεογραφικός οργανισμός. Τα διάσημα viral βίντεο που ανεβάζει –συνήθως χωρίς κανένα ιδιαίτερο έλεγχο–, κάπου κάπου αποδεικνύονται φάρσες, το είδος του λάθους που προκαλεί ρίγη ηδονής στα «στραβόξυλα» του παραδοσιακού Τύπου, που ανυπομονούν να διατρανώσουν την ηθική τους ανωτερότητα.

Το BuzzFeed όμως συνεχίζει να μεγαλώνει –τέσσερις νέοι εργαζόμενοι παρουσιάστηκαν στην υποδοχή στα δέκα λεπτά που περίμενα εκεί ένα πρωινό–, κι αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι προστίθενται κι άλλοι εξαιρετικοί συντάκτες που ξεπετούν ατάκες ή παραγωγοί ειδήσεων που μπορούν να ψυχολογήσουν αυτούς που έχουν τρέλα με τις γάτες.

Το BuzzFeed αποφάσισε ότι πλέον δεν αρκεί να διορθώνει τα λάθη μετά τη δημοσίευση, τουλάχιστον όχι στις δημοφιλέστερες αναρτήσεις του. Αποφάσισαν ότι είναι ορθότερο δημοσιογραφικά όσο και επαγγελματικά, να  μπορείς να εγγυηθείς στους αναγνώστες σου ότι οι αναρτήσεις σου είναι αληθινές· έτσι το BuzzFeed υιοθετεί το απόλυτο σύμβολο της υπερπλήρους αίθουσας σύνταξης του έντυπου, προ-ψηφιακού παρελθόντος.

Το BuzzFeed προσλαμβάνει διορθωτές.

Επί δυο σχεδόν δεκαετίες, ένας πολιτιστικός πόλεμος χώριζε σε δυο στρατόπεδα τους δημοσιογράφους. Η απόσταση ανάμεσά τους έμοιαζε περισσότερο με χάσμα γενεών, αλλά κατά βάση επρόκειτο για την ίδια πάντα διαμάχη σχετικά με το σκοπό της δουλειάς μας.

Όλος αυτός ο γεμάτος περιφρόνηση, έμμεσος ή άμεσος ανταγωνισμός μεταξύ των υπερασπιστών της παλιάς έντυπης τέχνης και των νέων ψηφιακών μυαλών που έδιναν ώθηση σε καινοφανείς επιχειρηματικές κινήσεις, κατέληξε σε δημόσια διαμάχη σχετικά με τις αξίες:

Η παλιά φρουρά υποστήριζε ότι τους παρακινούσε η αναζήτηση της αλήθειας και η αίσθηση του τι πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες ώστε να είναι ενημερωμένοι κοινωνοί της δημοκρατίας.Η δημοσιογραφία δεν ήταν παρά το κλείδωμα των γεγονότων και η παρουσίασή τους στους αναγνώστες, οι οποίοι ήξεραν καλύτερα απ’ όλους πώς να εκμεταλλευτούν το φως που εκπέμπαμε.

Οι ψηφιακοί δημοσιογράφοι τους αντέκρουαν λέγοντας πως ο δικός τους τρόπος είναι πιο ειλικρινής και δημοκρατικός – και γρηγορότερος. Αν αυτό σημαίνει να παρουσιάζεις μια ιστορία προτού την επαληθεύσεις, δεν πειράζει, γιατί το διαδίκτυο αυτοδιορθώνεται. Η αλήθεια αποκαλύπτεται μέσα από την ελεύθερη δοκιμή και το λάθος.

Με την κατάρρευση των παλαιών επιχειρηματικών μοντέλων, η διαμάχη γύρω από τις αξίες μετατράπηκε σε παιχνίδι θανάτου.

Οι φανατικοί του εντύπου εξακολουθούν να επιστρατεύουν την παρωδία του τρόμου όταν μερικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες μεταδίδουν εντελώς ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες σχετικά με το θείο του Νοτιοκορεάτη ηγέτη Kim Jong Un, που προφανώς είχε πέσει σε δυσμένεια, λέγοντας ότι τον έγδυσαν, τον έριξαν σ’ ένα μπουντρούμι κι έβαλαν 120 λιμασμένα σκυλιά να τον κατασπαράξουν.

Ενώ μια χούφτα ψηφιακοί ευαγγελιστές ανακαλύπτουν την περήφανη ταυτότητά τους στην απόσταση που κρατούν από τις ανιαρές, περιττές, πολυεπίπεδες εκδοτικές δομές που επιβιώνουν σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά.

Αναλογιστείτε, όμως, μια νέα πιθανότητα: ίσως η συμφιλίωση να βρίσκεται ήδη δίπλα μας. Καθώς τα όρια ανάμεσα στο παλιό και το νέο γίνονται ολοένα και πιο ασαφή, μήπως οι δυο σχολές των θεμελιακών αρχών της δημοσιογραφίας σμίγουν δημιουργώντας ένα υβρίδιο;

Όλο και περισσότερο, στις αίθουσες σύνταξης τόσο των έντυπων όσο και των ψηφιακών Μέσων, η επιταγή της ταχύτητας στη δημοσιογραφία των tweets και των Vines θριαμβεύει επί των παραδοσιακών μεθόδων: Είδηση είναι οτιδήποτε βρίσκεται εκεί έξω, είτε έχει ελεγχθεί κι επαληθευτεί είτε όχι.

Σπανίζουν οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί που δεν βιάζονται να βγάλουν στο Twitter μια είδηση με ελλιπή στοιχεία, και ακόμη περισσότερο σπάνιοι είναι εκείνοι που δεν αποδέχονται να «φουσκώσουν» λιγάκι τα σημαντικότερα και δημοφιλέστερα θέματα της επικαιρότητας.

Αυτό που ανακάλυψα στις αίθουσες σύνταξης, σε ποικίλες αποστολές και από διαφορετικές θέσεις, είναι ότι το νέο είναι παλιό: Στον αδιάκοπο αγώνα για την προσέλκυση αναγνωστών και διαφημίσεων, οι παλαιομοδίτικες αντιλήψεις περί αξιοπιστίας αποδείχθηκαν εξίσου σημαντικές με την ταχύτητα. Και παρά την ουτοπική ρητορική για το διαδίκτυο ως μηχανισμό αυτοδιόρθωσης, το να είναι όλα σωστά εξαρχής έχει καθοριστική σημασία.

«Ο καταφανής αντίκτυπος των λαθών αυξήθηκε τρομακτικά λόγω της ταχύτητας και του εύρους των νέων Μέσων, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις νέες φίρμες να ασπαστούν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες», λέει ο Eric Newton, ανώτερος σύμβουλος του προέδρου στο Knight Foundation και πρώην αρχισυντάκτης του Newseum.

Το μυστικό είναι να βρεθεί η μέση οδός. Η μερική τελειότητα αποδεικνύεται καλή για την επιχείρηση, ενώ η επιδίωξη της απόλυτης τελειότητας μπορεί να εμποδίσει την υψηλή δημοσιογραφία ακόμη και να υπάρξει.

Οι δημοσιογράφοι δεν έχουν βρει κάποια μαγική απάντηση –το Knight Foundation μόλις χορήγησε το ποσό των 320.000 δολαρίων, προκειμένου να υποστηρίξει την ανάπτυξη ενός λογισμικού που να εξακριβώνει κατά πόσο τα δημοφιλή διαδικτυακά βίντεο είναι αληθινά.

Αλλά και το ίδιο το κοινό δεν είναι βέβαιο τι κριτήρια να εφαρμόσει: Οι εθισμένοι στο Twitter συγχωρούν πολύ πιο εύκολα τα λάθη από τους συνδρομητές των έντυπων εφημερίδων ή τους αναγνώστες του New Yorker.

Σε κάθε αίθουσα σύνταξης που επισκεπτόμουν, αναφέρονταν στο παραδοσιακό σύστημα ελέγχου δεδομένων του New Yorker, όχι τόσο σαν κάποιο ιδεώδες αλλά ως ένα ανέφικτο πρότυπο, που κανείς απλός θνητός δεν μπορεί να φτάσει. Παρά το δύσκολο από άποψη διαφημίσεων περιβάλλον, ο New Yorker διαθέτει επιμελητές πλήρους απασχόλησης για να επαληθεύουν τους ισχυρισμούς κάθε κομματιού.

Για ένα άρθρο που έγραψα πέρσι, το περιοδικό όρισε δύο επιμελητές που αφιέρωσαν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην ιστορία, για διάστημα μεγαλύτερο από πέντε μήνες. Κάθε έλεγχος άνοιγε νέους δρόμους στο ρεπορτάζ, ενισχύοντας δραματικά την ιστορία. Από την οπτική ενός δημοσιογράφου εφημερίδας, η όλη εμπειρία έμοιαζε να αφορά κάποιον άλλο πλανήτη, όχι αυτόν που ζω εγώ.

Τέτοιου είδους διαφορές είναι εντάξει, λέει ο Newton, γιατί κάθε κοινό ελκύεται από το Μέσο που ταιριάζει περισσότερο στο ρυθμό και τα ενδιαφέροντά του. «Έχουμε τα Μέσα που μας αξίζουν», λέει. Αλλά με τον καιρό, «όλοι συνειδητοποιούμε ότι οι άνθρωποι θέλουν να ξέρουν την αλήθεια».

Στις αίθουσες σύνταξης της εποχής μας, όπου όλο και περισσότεροι συμφωνούν ότι οι αναγνώστες θέλουν αξιόπιστη πληροφόρηση, οι δημοσιογράφοι έρχονται αντιμέτωποι με τα ίδια βασικά ερωτήματα: Πότε η πληροφορία έχει «ψηθεί» αρκετά και είναι έτοιμη να σερβιριστεί ως ακριβής; Ποιος αποφασίζει; Πρέπει να υπάρχουν κανόνες ή μόνο ιδανικά; Είναι τελικά αρκετό να προσπαθούμε απλώς να είμαστε σωστοί;

Εκείνη τη χιονισμένη βραδιά προτού ξεκινήσω το ταξίδι μου προς τη νότια και κεντρική Πενσιλβάνια, προκειμένου να επισκεφθώ τη York Daily Record, οι συντάκτες της μου πρότειναν να ρίξω μια ματιά στην απευθείας αναμετάδοση από το blog που είχαν δημιουργήσει για να καλύψουν την πρώτη σημαντική καταιγίδα της χρονιάς.

Το blog περιείχε στιγμιότυπα από δημοσιογραφικά βίντεο με τα σημεία όπου προκαλούνταν προβλήματα στην κυκλοφορία εξαιτίας της ολισθηρότητα των δρόμων. Υπήρχαν ενημερώσεις από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία και tweets από ρεπόρτερ και ανταγωνιστικά Μέσα Επικοινωνίας.

Οι συντάκτες ήταν περήφανοι που το blog τους μεταχειριζόταν ισότιμα το περιεχόμενο που παρήγαγαν οι αναγνώστες – φωτογραφίες και tweets με το hashtag #pawx.

Ένας αναγνώστης, ο Dan Sokil, είπε ότι οι δρόμοι ήταν «αργοκίνητοι, καλυμμένοι από ένα συμπαγές στρώμα λάσπης, αλλά βατοί». Ο Jhofford20 έγραψε: «Τι καλύτερο από το να πίνεις μπύρες μια χιονισμένη μέρα». Η Erin Kissling πρόσθεσε: «Δελτίο ενημέρωσης για τη χειμωνιάτικη καταιγίδα: Οι κάβες έκλεισαν σε όλη τη χώρα. Τι μαλακία».

Κανείς δεν ελέγχει το βράδυ το blog για την καταιγίδα, λέει ο Jim McClure, συντάκτης της Record, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θεωρεί ότι θα αφαιρούσε κάποιο σχόλιο. Η αναφορά στις μπύρες «εκφράζει το γενικό αίσθημα της κοινότητας», ενώ η βωμολοχία δεν ενοχλεί, καθώς «διαδικτυακά είμαστε πιο χαλαροί».

Εκείνες τις μέρες στη Record –η οποία έχει 19 ρεπόρτερ σε προσωπικό 44 δημοσιογράφων, από τους 80 που διέθετε στο απόγειό της πριν από μια δεκαετία– όλοι έγραφαν σε blog, τραβούσαν βίντεο, έκαναν αναρτήσεις στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ταυτόχρονα έγραφαν τα ρεπορτάζ τους.

Οι δημοσιογράφοι και οι φωτογράφοι δημοσίευαν απευθείας στην ιστοσελίδα, «επομένως όλο και περισσότερο είναι καθήκον του δημοσιογράφου να είναι σωστό αυτό που ανεβάζει», λέει η υπεύθυνη ύλης Susan Martin. «Οι επιμελητές κάνουν διορθώσεις, όσο πιο γρήγορα γίνεται, αφότου όμως ανέβουν τα κείμενα».

Επέλεξα να επισκεφτώ τη Record επειδή η μητρική της εταιρεία, η Digital First Media, ένας όμιλος 75 εντύπων, αντί για αίθουσες σύνταξης έχει μια ομάδα δημοσιογράφων που κάνουν τα πάντα ανεξάρτητα αν πρόκειται για ψηφιακά ή έντυπα Μέσα.

Οι δημοσιογράφοι και οι παραγωγοί ειδήσεων της Record δραστηριοποιούνται πλέον σε όλα τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ συγχρόνως ασχολούνται με τις προσωπικές τους ιστοσελίδες αλλά και την έντυπη έκδοση. Μήπως όμως αυτός ο νέος «πολυπλατφορμικός» κορεσμός καθιστά τη Record περισσότερο καθρέφτη της κοινωνίας παρά ένα φύλακά της; Με άλλα λόγια, ο ρυθμός και η προσέγγιση της ψηφιακής δημοσιογραφίας υποβαθμίζει το ρόλο της ως κριτή της αλήθειας για λογαριασμό της κοινότητας;

Η αναδόμηση της Record έγινε με στόχο «να κρατήσει τον ίδιο αριθμό ανθρώπων στους δρόμους», λέει ο McClure, που εργάζεται στην εφημερίδα επί 25 χρόνια. Ένα νέο Κέντρο Σχεδιασμού –στην ουσία, το γραφείο των επιμελητών των εκδόσεων– σχεδιάζει και παράγει τέσσερις τοπικές εφημερίδες στην αίθουσα σύνταξης της Record, δίνοντας τη δυνατότητα στους δημοσιογράφους στο Τσέιμπερσμπεργκ, το Ανόβερο και το Λίβανο να επικεντρωθούν στην παραγωγή τοπικού περιεχομένου.

Ο αρχισυντάκτης της Record, Randy Parker, θέλει οι δημοσιογράφοι να εστιάζουν σε τρεις τομείς στη δουλειά τους: να συγκεντρώνουν τα ευρήματα των ανταγωνιστών, να επιμελούνται το περιεχομένο των χρηστών και να παράγουν πρωτότυπα ρεπορτάζ.

Όταν οι υποψήφιοι για τη δουλειά λένε ότι το πάθος τους είναι να γράφουν ιστορίες, αναφέρει ο Parker, «τους απαντώ, ότι δεν προσφέρεται τέτοια θέση εργασίας. Προσπαθούμε να μην μας περιορίζει το νόημα λέξεων, όπως “ρεπόρτερ” ή “επιμελητής”».

Μια μέρα τη βδομάδα, τη λεγόμενη «μαγική Τετάρτη», οι δημοσιογράφοι της Record έχουν εντολή να μην πηγαίνουν στην αίθουσα σύνταξης, αλλά να κυκλοφορούν έξω, ανάμεσα στους ανθρώπους για τους οποίους γράφουν.

Η Lauren Boyer, 25 ετών, εγκαθίσταται κάθε βδομάδα σ’ ένα διαφορετικό κατάστημα McDonald’s και το ανακοινώνει στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ξέρουν οι αναγνώστες πως είναι διαθέσιμη. Μερικές φορές δεν έρχεται κανείς κι άλλες, βγάζει είδηση ή συναντάει κάποια πηγή της.

Δεν οραματιζόταν αυτό ακριβώς όταν αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο. «Ήθελα μόνο να λέω ιστορίες και να βλέπω το όνομά μου τυπωμένο», θυμάται. Ωστόσο, τώρα τη συναρπάζει η πρόκληση του να προσθέτει στην παραδοσιακή δημοσιογραφία την προσωπική της πινελιά, ανεβάζοντας ζωντανά στο Twitter όποια καυτή είδηση πιάνει το αυτί της.

Σε όλες τις πλατφόρμες προσπαθεί να ακολουθεί τις ίδιες αρχές – αν κάποιος κάνει ένα δυσφημιστικό σχόλιο για κάτι που άκουσε, απλώς τον αγνοεί, όπως ακριβώς δεν θα δημοσίευε το σχόλιό του στην έντυπη έκδοση.

Αλλά στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πιο φιλική απ’ ό,τι στη Record, περισσότερο ο εαυτός της, κι αυτό της αρέσει. Δεν προδίδει τις αρχές της, απλώς εκφράζεται διαφορετικά: «Στη δουλειά μας, οφείλεις να είσαι πολύ πιο προσεκτικός, γιατί στο διαδίκτυο κάνεις ευκολότερα λάθη».

Στην αίθουσα σύνταξης της Record, βετεράνοι και νεοφερμένοι νοιάζονται εξίσου για την αλήθεια και τις αρχές. Όμως, η φιλοδοξία της Record έχει καμφθεί, η καθημερινή ειδησεογραφία της είναι λιγότερο εκτεταμένη.

Οι συντάκτες μού έδειξαν με περηφάνια μια εξαιρετική δουλειά που έκαναν πρόσφατα –μια σειρά άρθρων για το διαβήτη· μια αξιοθαύμαστη εξιστόρηση, των επώδυνων εμπειριών των βετεράνων που επιστρέφουν από τον πόλεμο, βασισμένη σε πολύχρονη έρευνα–, αλλά η περιεκτική, τακτική κάλυψη των ειδήσεων των πόλεων της περιοχής, κάποτε κύρια λειτουργία της Record, φυλλορροεί.

Οι δημοσιογράφοι, που τρέχουν κάθε μέρα να προλάβουν ένα σωρό ιστορίες σε πολλαπλές πλατφόρμες, δεν έχουν χρόνο για τόσο υψηλούς στόχους. Οι αυξανόμενες απαιτήσεις αναπόφευκτα υποσκάπτουν τους κανόνες, λέει ο Paul Kuehnel, φωτογράφος της Record από το 1984.

Σήμερα, ανέβασε ένα βίντεο σχετικα με μια δολοφονία-αυτοκτονία, τον καιρό και ένα τοπικό καταφύγιο σκύλων. Θα δημιουργήσει και φωτογραφικά στιγμιότυπα για αυτές τις ιστορίες. «Δηλώνουμε ότι κύρια προτεραιότητά μας είναι η ακρίβεια, αλλά άνθρωποι είμαστε και όλοι κάνουμε συγχρόνως είκοσι δουλειές», λέει.

Περήφανος για τη δουλειά του, ο Kuehnel ξέρει ακριβώς πόσοι άνθρωποι παρακολούθησαν το βίντεό του για το φόνο – 1,684 τις πρώτες έξι ώρες. Επιπλέον, άλλοι 793 είδαν το βίντεο με το γλίστρημα στα χιόνια. Και 106 είδαν το βίντεο με τους σκύλους, μόλις στα πρώτα είκοσι πέντε λεπτά. «Είναι πολλοί», λέει, «κι αυτό είναι ικανοποιητικό, ειδικά για βίντεο χαμηλής ποιότητας».

Ένας λόγος που η Record μπορεί να αφοσιωθεί απολειστικά στην τοπική ειδησεογραφία, είναι ότι η μητρική εταιρεία της έχει συστήσει την επονομαζόμενη Thunderdome. Το 2012, η Digital First εγκαινίασε μια αίθουσα σύνταξης στον εικοστό πέμπτο όροφο ενός κτιρίου της Wall Street, όπου πενήντα περίπου δημοσιογράφοι παράγουν το μεγαλύτερο όγκο του μη-τοπικού περιεχομένου για καθεμιά από τις εφημερίδες της.

Επιμελούνται εθνικά και ξένα ρεπορτάζ· παρέχουν πολυάριθμα βίντεο που γεμίζουν την ιστοσελίδα κάθε εφημερίδας· γράφουν άρθρα για το φαγητό, την υγεία και την τεχνολογία· και κινητοποιούνται μόλις παρουσιαστεί κάποια έκτακτη είδηση.

Αντίθετα με τα κεντρικά γραφεία των παραδοσιακών πανεθνικών ειδησεογραφικών ομίλων, η Thunderdome δεν βγάζει έξω τους δημοσιογράφους της για να πιάσουν τον παλμό των σπουδαίων γεγονότων.

Η Thunderdome είναι ένα τεχνούργημα της ψηφιακής δημοσιογραφίας.

Κυρίως συγκεντρώνει και προσφέρει σε νέα συσκευασία υλικό από διάφορα δίκτυα, εξωτερικούς συνεργάτες παραγωγής περιεχομένου και τοπικές εφημερίδες. «Αν πάρουμε μια ιστορία από την Washington Post, δεν την επιμελούμαστε ξανά από την αρχή», σημειώνει ο διευθυντής σύνταξης Mike Topel, «προσπαθούμε όμως να την εμπλουτίσουμε ψηφιακά».

Επίσης  οι παραγωγοί της Thunderdome παρουσιάζουν έκτακτες ειδήσεις και μιμίδια (memes), έτσι ώστε όλες οι ιστοσελίδες της Digital First σε εθνικό επίπεδο να αποτυπώνουν την επικαιρότητα λεπτό προς λεπτό.

Ο αρχισυντάκτης της Digital First, Jim Brady, λέει ότι έχτισε τη Thunderdome εν μέρει για να βοηθήσει τις αίθουσες σύνταξής του να επαναπροσδιοριστούν ως χώροι όπου η αντιπαράθεση ανάμεσα σε έντυπη και ψηφιακή δημοσιογραφία θα έπαυε να έχει νόημα.

Η επαλήθευση 

Η αίθουσα κατακλύζεται από βετεράνους του έντυπου Τύπου, που ο Brady θέλει να τους κάνει να παντρέψουν την παράδοση της πληρότητας, της επαλήθευσης και της αξιοπιστίας με τις ψηφιακές επιταγές της ταχύτητας και της συνάφειας με τα ενδιαφέροντα του κοινού.

«Υπάρχουν ακόμη συγκρούσεις», λέει, «αλλά σταδιακά μειώνονται, καθώς οι άνθρωποι της ψηφιακής εποχής αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους και όλοι έμαθαν ότι μόνο η σύνθεση μπορεί να σε πάει παραπέρα και καθώς οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι όποια κι αν είναι η προϊστορία σου, καλύτερα είναι να έρχεσαι δεύτερος παρά να είσαι λάθος».

Όταν το Twitter φουντώνει με τις εικόνες κάποιας εξέγερσης, μιας επανάστασης ή πυρκαγιάς, η Thunderdome καταφεύγει στο Storyful – μια νέα επιχείρηση που ειδικεύεται στην επαλήθευση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Τα δεκαοκτώ μέλη του Storyful καταγράφουν τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το YouTube και άλλες πηγές βίντεο, για να δουν ποιες εικόνες και ιστορίες είναι πιο δημοφιλείς· στη συνέχεια επιχειρούν να εξακριβώσουν αν το βίντεο είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι και προωθούν τα αποτελέσματα στους πελάτες τους στις αίθουσες σύνταξης.

«Αν δεν υπάρχει τίποτα στο διαδίκτυο και γνωρίζουμε ότι το Storyful διερευνά την εικόνα, κι αν κάποιος έγκυρος ρεπόρτερ έχει αναρτήσει την εικόνα στο Twitter, τότε θα τη βγάλουμε κι εμείς», λέει η Karen Workman, αναπληρώτρια διευθύντρια σύνταξης για την έκτακτη ειδησεογραφία.

Αλλά όσο κι αν η Thunderdome βρίσκει τρόπους να τηρήσει μια διαδικασία –πιστό αντίγραφο της παραδοσιακής διαδικασίας αξιολόγησης των πληροφοριών, που τόσο η ίδια όσο και διάφοροι ειδησεογραφικοί οργανισμοί δεν είναι πλέον σε θέση να υποστηρίξουν–, η σκληρή αλήθεια είναι ότι απλώς συγκεντρώνουν πληροφορίες που κάποιος άλλος μετέδωσε πρώτος.

Η Thunderdome δεν έχει παρά μια ρεπόρτερ, την Bianca Prieto, που προέρχεται από το Orlando Sentinel και της αρέσει να πηγαίνει κόντρα στις παραδόσεις, πράγμα καλό αφού έτσι έμαθε ότι συχνά πρέπει να επιμελείται η ίδια τη δουλειά της.

Γι’ αυτό, αυτοσχεδιάζει: «Όταν τελειώνω μια ιστορία, την τυπώνω, παίρνω έναν κόκκινο στυλό και την ξαναδιαβάζω. Ύστερα αναζητώ κάποιον να την επιμεληθεί – στέλνω ένα μήνυμα στο Skype για να της ρίξει μια ματιά κανένας συνάδελφος».

Εκείνη την Παρασκευή που βρισκόμουν στο Thunderdome, παράλληλα ετοίμαζα και μια δική μου ιστορία, που ήδη την επιμελούνταν για το κυριακάτικο φύλλο της Washington Post.

Αφότου μίλησα με την Prieto, κοίταξα τα μηνύματά μου και ανακάλυψα ότι πέντε άνθρωποι, από διαφορετική θέση ευθύνης ο καθένας, διατύπωναν ερωτήσεις και σκέψεις για το άρθρο μου: Ο διευθυντής σύνταξης που μου το είχε αναθέσει, ο επιμελητής, ο υπεύθυνος σύνταξης της συγκεκριμένης ενότητας, ένας δεύτερος συντάκτης της ίδιας ενότητας και ο υπεύθυνος σύνταξης του κυριακάτικου φύλλου.

Αυτή η ασυνήθιστα πολυεπίπεδη προσέγγιση –αφού το συγκεκριμένο κομμάτι προοριζόταν για το κυριακάτικο πρωτοσέλιδο– ανακουφίζει το συγγραφέα, αλλά δεν εγγυάται την τελειότητα της δουλειάς του.

Μέσα σε τέσσερις ώρες από τη στιγμή που η ιστορία εμφανίστηκε στο διαδίκτυο, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές παραπονέθηκε ότι είχα βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά του αποκαλύπτοντας υπερβολικά πολλά στοιχεία για τον τόπο διαμονής του – μια απόφαση που δεν είχε προκαλέσει την παραμικρή συζήτηση ανάμεσα σ’ εμάς τους έξι που διαβάσαμε προσεκτικά το κομμάτι προτού κοινοποιηθεί.

Από την άλλη μεριά, είναι μέρες που δεν θα με πείραζε να δουλεύω με βάση το πιστεύω του Topel: «Μια καλή ανάγνωση κι ανέβασε το».

Η ταχύτητα ήταν πάντα μέρος της δημοσιογραφίας. Η παρόρμηση της δημοσίευσης μιας αποκλειστικής είδησης πριν από όλους τους άλλους, μερικές φορές έχει ως αποτέλεσμα να βγάζουμε ιστορίες χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Επομένως, τι διαφορά έχουν οι καινούριοι, «ανάμεικτοι» κανόνες στις αίθουσες σύνταξης; Έτσι, καταλήγουμε στο σκοπό: Στην απαρχή της ψηφιακής δημοσιογραφίας, το επάγγελμα απέφευγε να επιβάλει τις δικές του επιλογές και αξίες στους αναγνώστες, προσπαθώντας αντίθετα να τους συναντήσει μέσα από τα δικά τους ενδιαφέροντα.

Τελευταία, ωστόσο, οι ψηφιακοί συντάκτες διαλαλούν μια από τις αρχές της παλαιάς σχολής: Αυτό που λαχταρούν οι αναγνώστες είναι η καθοδήγηση και η αξιοπιστία. Θέλουν να ξέρουν τι είναι πραγματικό, τι είναι αληθινό – και οι δημοσιογράφοι, ακόμη και σε επιχειρήσεις με ισχνούς προϋπολογισμούς και φορτωμένοι μ’ ένα σωρό προβλήματα, μπορούν να ξεσκεπάσουν και να ελέγξουν γεγονότα.

Η Robyn Tomlin, συντάκτρια της Thunderdome, διαπιστώνει ότι οι παλιές διαδικασίες έχουν χαθεί, αλλά οι παραδοσιακές αξίες συνεχίζουν να διασώζουν το τοπίο. «Όλοι εδώ έχουν στα γονίδιά τους την έντυπη εποχή, έτσι ορισμένα πρότυπα είναι βαθιά ριζωμένα μέσα τους».

Καθώς η Tomlin λέει αυτά τα λόγια, ακριβώς από πίσω μας, ο Workman και δυο άλλοι παραγωγοί –εδώ μέσα δεν υπάρχουν επιμελητές– συζητούν με έντονο ύφος πότε είναι σωστό να γράφεται με κεφαλαίο η λέξη «Γη».

NowThis

Το NowThis είναι μια μικρή νέα επιχείρηση, με δυο ντουζίνες παραγωγούς και συντάκτες που στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλον σε άσπρα γυαλιστερά τραπέζια, σε μια αίθουσα σύνταξης στο δεύτερο όροφο κάποιου κτιρίου στο νότιο Μανχάταν. «Μαγειρεύουν» σαράντα με πενήντα βίντεο τη μέρα: σποτάκια των έξι ή δέκα δευτερολέπτων για το Vine και το Snapchat, παραλλαγές των δεκαπέντε δευτερολέπτων για το Instagram και κομμάτια μεγαλύτερης διάρκειας (από τριάντα δευτερόλεπτα μέχρι κι ένα λεπτό) για το Facebook και το διαδίκτυο.

Όταν ο Κυβερνήτης του New Jersey, Chris Christie, λέει κατά τη διάρκεια μιας δίωρης συνέντευξης Τύπου ότι δεν το παίζει νταής, το NowThis παίρνει μερικά δευτερόλεπτα από εκείνο το βίντεο, τα παντρεύει με τρία-τέσσερα πλάνα όπου παριστάνει τον νταή και μες στην επόμενη ώρα έχει ανεβάσει ένα σποτάκι δεκαπέντε δευτερολέπτων στο Instagram.

«Είμαστε ασεβείς, αλλά όχι επιπόλαιοι», λέει ο τριανταεξάχρονος αρχισυντάκτης Ed O’Keefe, βετεράνος του ABC News. «Αφαιρούμε όλα τα περιττά στολίδια, ό,τι ξεφεύγει απ’ το θέμα. Η γενιά του YouTube καταλαβαίνει ότι οι ιστορίες εξελίσσονται. Είναι βρώμικο και δεν είναι πάντα σωστό, αλλά είναι άμεσο».

Φτάσαμε, λοιπόν, στον καυτό πυρήνα της διαφοράς ανάμεσα στην παλαιά και τη νέα σχολή. Κανένας συντάκτης του έντυπου Τύπου από όσους συνάντησα, δεν είπε ποτέ κάτι τέτοιο μεγαλόφωνα. Αλλά έχω ακούσει αρκετούς συντάκτες που αγωνίζονται να ανταγωνιστούν τα ψηφιακά Μέσα, να ασπάζονται την άποψη ότι η παρουσίαση ενός γεγονότος μπορεί να προηγείται του πλήρους ελέγχου του.

Δεν πρόκειται για την έκφραση μιας σκανδαλοθηρικής ανηθικότητας· ο O’Keefe είναι ένας σοβαρός δημοσιογράφος ο οποίος προσπαθεί να βρει ένα πρότυπο που να λειτουργεί στο νέο κόσμο. Δεν θέλει να σερβίρει ανακρίβειες στο κοινό του.

Αντιθέτως, θέλει να τους δίνει την πλησιέστερη στην αλήθεια εκδοχή, προσεγγίζοντάς τους συγχρόνως εκεί που βρίσκονται, δηλαδή στο κινητό τους, αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Αν περιμένει λίγα λεπτά, δεν θα είναι πια εκεί · θα έχουν περάσει στην επόμενη ιστορία.

Το NowThis παράγει μικρά πρωτότυπα ρεπορτάζ· σχεδόν όλα τα βίντεο προέρχονται από δίκτυα και viral περιεχόμενο. Έτσι, η δύναμη του NowThis πηγάζει από το χαρακτηριστικό τρόπο του να αφηγείται οπτικά ιστορίες.

Το NowThis χρησιμοποιεί επιπλέον τολμηρά γραφικά και μια διαδραστική αφήγηση που συνδυάζει άποψη και ρεπορτάζ τόσο επιτυχημένα, ώστε το NBC τον Ιανουάριο αγόρασε το δέκα τοις εκατό της επιχείρησης και συμφώνησε να χρησιμοποιεί τα βίντεό του.

«Η ταχύτητα είναι το σήμα κατατεθέν μας», λέει ο Ashish Patel, αντιπρόεδρος Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Είναι αυτό που πουλάμε. Έτσι η εξακρίβωση των στοιχείων γίνεται με ταχύτητα φωτός, με τη βοήθεια τρίτων». Αυτό σημαίνει ότι «αν οι Times μεταδίδουν κάτι, έχει ήδη επιβεβαιωθεί».

Μια παρόμοια δήλωση θα είχε προκαλέσει σάλο στη Washington Post, όπου εργαζόταν η Katharine Zaleski προτού αναλάβει καθήκοντα ως η πρώτη διευθύντρια σύνταξης του NowThis. Η Zaleski είχε το ρόλο αλεξικέραυνου στη μάχη των πολιτισμών που μαινόταν στην Post κι ευαγγελιζόταν τη μετάβαση της αίθουσας σύνταξης, που λειτουργούσε με τα πρότυπα της εποχής του έντυπου Τύπου, στην ταχύτητα της εποχής του διαδικτύου.

Κάποιοι ρεπόρτερ και συντάκτες της Post την κατηγορούσαν για έλλειψη υψηλών προτύπων. Κοιτάζοντας πίσω, η Zaleski δεν τους αδικεί: «Όταν πέφτει η κυκλοφορία σου και χάνεις λεφτά και φίλους, εστιάζεις στις άυλες αξίες: τη φήμη και τις αρχές σου.Έτσι κρατιόνταν».

Από την άλλη μεριά, παραδέχεται ότι «οι παραδοσιακές επιχειρήσεις πρέπει πράγματι να είναι πιο προσεκτικές. Στην Post έμαθα πόση υπομονή χρειάζεται για να παράγεις δημοσιογραφία υψηλού επιπέδου. Όταν ένας οργανισμός, όμως, είναι νέος, δεν του το επιτρέπει ο προϋπολογισμός του. Η υπομονή απαιτεί έσοδα».

Αληθινό ή απάτη;

Το NowThis σκοπεύει να κάνει περισσότερα πρωτότυπα ρεπορτάζ, αλλά και να ελέγχει αυστηρότερα την ακρίβεια των βίντεο που μεταδίδει. Στο μεταξύ, καταφεύγουν στα παλιά κόλπα του επαγγέλματος, την υπεκφυγή μέσω ερώτησης: Όταν οι παραγωγοί του NowThis εξέταζαν αν θα αναρτήσουν το viral βίντεο μιας αρκούδας που μπήκε σε ένα μαγαζί και άρπαξε ένα γιαούρτι, ο στόχος του βίντεο παραήταν εμφανής για να αποδοθεί σε κάποιον τυχαίο χρήστη.

Αντί να μεταδώσει την ιστορία, το NowThis ζήτησε από το κοινό να αποφασίσει: αληθινό ή απάτη; (Το βίντεο με την αρκούδα αποδείχτηκε πως ήταν διαφήμιση της Chobani, μιας εταιρείας στραγγιστού γιαουρτιού.)

Το Σεπτέμβριο, το NowThis μετέδωσε το βίντεο ενός κοριτσιού που χορεύει προκλητικά κι ύστερα πέφτει κάτω κι αυτοπυρπολείται: Ένα πολύ-απίστευτο-για-να-είναι-αληθινό βίντεο, που αποδείχτηκε ότι ήταν ένα απόσπασμα από τη βραδινή εκπομπή του κωμικού Jimmy Kimmel.

«Πιστεύαμε ότι ήταν αληθινό», λέει η παραγωγός Sarah Frank. Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, «κάναμε ένα θέμα όπου λέγαμε ότι πιαστήκαμε κορόιδα». Τα στελέχη του NowThis υποστηρίζουν ότι οι θεατές αποδέχονται αυτού του είδους την ειλικρίνεια, συμπληρώνουν ωστόσο ότι καλό θα ήταν να βρεθεί κάποιος τρόπος να αποφεύγονται εξαρχής τα λάθη.

Η τριαντάχρονη Frank, βετεράνος του Newsweek και του New York Magazine, βρίσκει αναζωογονητικό να λειτουργεί σε ένα χώρο που εξερευνά τα όρια τού να κάνεις τις ειδήσεις αστείες και προσωπικές χωρίς να είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει την αμυντική στάση των συναδέλφων της, όπως στο Newsweek όπου της έλεγαν «θα αμαυρώσεις το όνομά μας!».

Η Frank συντονίζει την εκκολαπτόμενη συνεργασία του οργανισμού με το NBC και υποστηρίζει πως όλοι στο NowThis αντιλαμβάνονται ότι για να διατηρήσουν τη δημιουργικότητά τους, πρέπει να μείνουν μακριά από άκαμπτους κανόνες και δυσκίνητες διαδικασίες, που μπορεί να επιβραδύνουν την παραγωγικότητά τους.

Ο καινούριος πρόεδρος του NowThis, Sean Mills, κατέφτασε το Δεκέμβριο στην εταιρεία από το The Onion, όπου διδάχτηκε ότι το νεανικό κοινό απορρίπτει πλέον πολλές από τις συμβάσεις της αφήγησης των ειδήσεων –τους κεντρικούς παρουσιαστές, την πυραμιδοειδή δομή των ειδήσεων, την ουδετερότητα μέχρι κεραίας–, οι οποίες έχουν καταντήσει στόχος παρωδίας του Onion.

Ωστότο ο Mills σημειώνει ότι η αξιοπιστία που συνδέεται με το όνομα των παραδοσιακών Μέσων Επικοινωνίας προσφέρει στις νέες επιχειρήσεις ένα πολύτιμο μάθημα: ο στόχος είναι πάντα η αλήθεια. Μπορεί να μη χάνεις το κοινό σου μεταδίδοντας μια προκλητική ιστορία που αποδεικνύεται ψεύτικη, όμως ο Mills πιστεύει ότι πρέπει να είσαι σωστός αν θέλεις να χτίσεις το καλό όνομα της επιχείρησης.

Αυτό που δεν έχει ανακαλύψει ακόμα είναι τη σωστή αναλογία μεταξύ προσωπικής άποψης και άμεσης μετάδοσης μιας είδησης, πρωτότυπου ρεπορτάζ και αναμετάδοσης των ρεπορτάζ τρίτων, και επαλήθευσης μιας είδησης και της ευθύνης του κοινού να αποφασίσει εντέλει πού είναι η αλήθεια.

Το θέμα είναι να καλλιεργήσεις ένα κλίμα εμπιστοσύνης, λέει. Δεν διαθέτουμε τα μέσα για να επιβεβαιώνουμε τα πάντα, αλλά η λύση βρίσκεται στη διαφάνεια: «Αν δεν είσαι σίγουρος, απλώς πες ότι δεν μπορούσες να το επαληθεύσεις», λέει ο Mills. «Ο νέος καταναλωτής ειδήσεων αρέσκεται να γίνεται μέρος αυτής της διαδικασίας».

Σε πολλές υποστελεχωμένες αίθουσες σύνταξης η διαφάνεια είναι η λέξη-κλειδί: Απλώς πες στους αναγνώστες τι δεν είσαι σε θέση να κάνεις (π.χ., να επαληθεύεις τα βίντεο). Καθώς όμως οι νεοσύστατες επιχειρήσεις μεγαλώνουν, συχνά διαπιστώνουν ότι η επιτυχία τούς βοηθάει να επιλύσουν ορισμένα από τα προβλήματά τους.

Η εικοσιοκτάχρονη Shani Hilton ήρθε στο BuzzFeed από τη θυγατρική του NBC στην Ουάσινγκτον και τη Washington City Paper με μια αποστολή: «Ανέλαβα την ευθύνη να φέρω σ’ αυτό το μέρος λίγο από το DNA της παλαιάς σχολής», λέει.

Ως αναπληρώτρια αρχισυντάκτρια, η Hilton επάνδρωσε το τμήμα διόρθωσης με τρεις επιμελητές, ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν κι άλλοι. Στους σκεπτικιστές λέει ότι το περιεχόμενο μπορεί να ελεγχθεί και να βελτιωθεί, χωρίς να επιβραδύνει αδικαιολόγητα τη μηχανή. «Δεν πρέπει να αισθάνονται ότι τους καθυστερεί, αλλιώς δεν θα πετύχουμε», λέει.

Οι επιμελητές πλέον ελέγχουν εξονυχιστικά τη λίστα με τα δέκα καλύτερα του BuzzFeed – απτή απόδειξη ότι η αύξηση του κοινού επιφέρει μεγαλύτερη υπευθυνότητα και σύνεση. «Αν κάτι πρόκειται να γίνει viral, θέλουμε να είναι σωστό», αναφέρει η Hilton. «Υπάρχουν όμως άνθρωποι εδώ που δεν θεωρούν τους εαυτούς τους δημοσιογράφους, άρα μιλάμε για μια μαθησιακή διαδικασία».

Η Hilton πιέζει τους παραγωγούς να προσεγγίζουν τους δημιουργούς του υλικού που γίνεται viral. «Ελάτε σε επαφή μαζί τους», λέει. «Μην έχετε το μυαλό σας μόνο στο ντόρο που δημιουργείται όσο το να γίνετε κι εσείς μέρος του και να επηρεάσετε τη συζήτηση».

«Ο κόσμος θεωρούσε ότι στο BuzzFeed μπορούσες να βρεις πραγματικά αστεία πράγματα», λέει ο Ben Smith, το αφεντικό της Hilton, «αλλά ότι δεν ήταν ένα μέρος που μπορούσες να εμπιστευτείς. Τώρα το βλέπουν ως μια ιστοσελίδα όπου θα μάθουν τις ειδήσεις», πράγμα που απαιτεί αλλαγή κουλτούρας.

Όχι ότι ο Smith, που ήρθε από το Politico, σκοπεύει να επιβραδύνει τον μεταβολισμό του BuzzFeed. «Αν οι αναγνώστες σου έχουν συνηθίσει σ’ αυτό το περιβάλλον», λέει, «η καθυστέρηση σημαίνει αποποίηση ευθύνης».

Αναρωτιέται γιατί η ιστοσελίδα του κατονόμασε λάθος πρόσωπο ως βομβιστή μετά την επίθεση της Βοστώνης επάνω στη βιασύνη τους να βγάλουν την είδηση. Και συμπεραίνει: «Μέγιστο λάθος, αλλά η έκτακτη επικαιρότητα πάντα δημιουργεί πανικό. Η λύση είναι περισσότεροι και καλύτεροι δημοσιογράφοι, ώστε να μην εξαρτιόμαστε από το CNN».

Το BuzzFeed θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μια αντανάκλαση των πραγμάτων που βλέπουν οι χρήστες στο διαδίκτυο, αλλά όχι με τρόπο επιπόλαιο. Προκειμένου να πλησιάσουν ένα κοινό που αποδέχεται την ανωνυμία αλλά είναι επιφυλακτικό απέναντι στα κίνητρα και τις πηγές, ο Smith πιστεύει ότι όσο μεγαλώνει το BuzzFeed θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην επιμέλεια του περιεχομένου του.

Οι παραγωγοί συνεχίζουν να αναρτούν άμεσα τα συνηθισμένα, συμβατικά κομμάτια τους. Αν όμως μια ιστορία εμπεριέχει σοβαρές κατηγορίες, «θέλουμε να είναι αλεξίσφαιρη»· θα διορθωθεί προσεκτικά και θα της ρίξουν μια ματιά και οι υπόλοιποι συντάκτες. Και τα κεντρικά άρθρα και οι έρευνες του BuzzFeed θα τύχουν επιμέλειας, επεξεργασίας και ελέγχου των γεγονότων από εξωτερικούς συνεργάτες.

Ωστόσο ο Smith απορρίπτει «τυπολατρικούς κανόνες του τύπου ”πρέπει να διασταυρώσεις με δυο πηγές προτού βγάλεις την είδηση”. Είναι εύκολο να βρεις εννιά πηγές για πεις το ίδιο πράγμα και πάλι να είναι λάθος. Προτιμώ να βασίζομαι σε έξυπνους ρεπόρτερ και στο Twitter», εμπλουτίζοντας την είδηση καθώς εξελίσσεται.

Αυτή η «επαναληπτική» προσέγγιση μπορεί να εκφράζει το πνεύμα του διαδικτύου, αλλά εξακολουθεί να ενοχλεί πολλούς από τους παλαιότερους δημοσιογράφους· σε μια κριτική της «Εγκυρότητας του BuzzFeed», ο Andrew Sullivan είπε ότι η ηθική τού να βγάλω πρώτος την είδηση υπονομεύει τη σχέση δημοσιογράφων και αναγνωστών.

Ο Sullivan θεωρεί πως ήταν ανεύθυνο εκ μέρους του BuzzFeed να δημοσιεύσει μια ψεύτικη ιστορία την εβδομάδα της Ημέρας των Ευχαριστιών, με την άγρια φιλονικία ανάμεσα σε έναν παραγωγό του Χόλιγουντ και μια γυναίκα που παραπονιόταν για την καθυστέρηση της πτήσης της, υποστηρίζοντας ότι η ψυχαγωγία και η δημοσιογραφία ανήκουν σε δυο «ξεκάθαρα ανεξάρτητους χώρους».

Αφού αποκαλύφτηκε ότι επρόκειτο περί φάρσας, το BuzzFeed έκανε ένα σχόλιο λέγοντας ότι ο παραγωγός του Χόλιγουντ «προφανώς μας την έφερε», προκαλώντας πολλές επικρίσεις γι’ αυτή την υπερβολικά χαριτωμένη οπισθοχώρηση.

Η Lisa Tozzi, πρώην συντάκτρια της New York Times και επικεφαλής της δεκαπενταμελούς ειδησεογραφικής ομάδας του BuzzFeed, παραδέχεται ότι θα έπρεπε να φανούν περισσότερο επιφυλακτικοί, αλλά συμπληρώνει ότι η ακρίβεια στη μετάδοση των γεγονότων είναι κι εδώ το ίδιο σημαντική όσο και στην προηγούμενη δουλειά της.

Αναμφίβολα είναι ζωτικής σημασίας για άτομα όπως ο Smith, η Hilton και η Tozzi, αλλά όπως διαπίστωσαν και οι ίδιοι όταν ήρθαν στο BuzzFeed, προερχόμενοι από παραδοσιακές αίθουσες σύνταξης, σ’ αυτό το χώρο δεν εμπνέονται όλοι από την παράδοση.

Η Summer Anne Burton, όπως και πολλοί άλλοι, ήρθε στο BuzzFeed χωρίς καμιά ιδιαίτερη δημοσιογραφική εμπειρία ή φιλοδοξία. Ως σερβιτόρα και blogger στο Ώστιν, εκείνο που την ενδιέφερε ήταν να βρίσκει έξυπνα πράγματα στο διαδίκτυο και να τα μοιράζεται με τους φίλους της.

Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να την πλήρωνε για να το κάνει, της φαινόταν εντελώς απίστευτη. Τώρα, ως γενική διευθύντρια σύνταξης –επιβλέπει την ομάδα του Buzz, τα τριάντα πέντε άτομα που, όπως το θέτει η Burton, «κάνουν τη δουλειά για την οποία το παλιό, καλό BuzzFeed έγινε γνωστό: λίστες, κουίζ, ζώα…»–, αρχίζει να θεωρεί τον εαυτό της δημοσιογράφο.

«Πολλοί από εμάς θεωρούσαμε ότι εργαζόμαστε σε μια εταιρεία υψηλής τεχνολογίας», λέει, αναπολώντας τον πρώτο καιρό, πριν από δυο χρόνια. «Από τότε που ήρθε ο Ben, μαθαίνουμε πώς να δουλεύουμε με όλο και πιο υψηλά πρότυπα, χωρίς να παύουμε να πειραματιζόμαστε». Η ομάδα της Burton λειτουργούσε σύμφωνα με ένα απλό κριτήριο: «Αν κάτι στο διαδίκτυο θεωρείται σημαντικό, το δημοσιεύουμε».

Μετά ήρθε ο Smith, φέρνοντας μαζί του το πάθος των συντακτών του Politico για τον παλμό της επικαιρότητας, την αγάπη ενός παιδιού από τη Νέα Υόρκη για τις λαϊκές φυλλάδες και μια πανισχυρή αυτοπεποίθηση όσον αφορά τις ικανότητές του στο χώρο της σοβαρής δημοσιογραφίας αλλά και της ψυχαγωγίας.

Καθώς το κοινό, το προσωπικό και τα έσοδα του BuzzFeed αυξάνονταν, η εταιρεία άρχισε να αλλάζει ελαφρώς πορεία, κι αντί να τραβάει απλώς τα βλέμματα του κόσμου με το δελεαστικό της περιεχόμενο, της γεννήθηκε η παλιομοδίτικη επιθυμία να κάνει τη διαφορά.

Η ερευνητικής δημοσιογραφία

Ο Mark Schoofs, βετεράνος της ερευνητικής δημοσιογραφίας στη Wall Street Journal και έπειτα στην ProPublica, εντάχθηκε στο δυναμικό της για να συστήσει το τμήμα ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Η έρευνα και το διεθνές ρεπορτάζ παραμένουν μια μικρή πολυτέλεια μέσα σε ένα χώρο γεμάτο από κόσμο που συντάσσει λίστες και κουίζ, αλλά η παρουσία του Schoofs βοηθάει ανθρώπους όπως η Burton να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους: δεν συλλέγουν απλώς αλλά και βγάζουν ειδήσεις.

Η νέα αυτή νοοτροπία οδήγησε και σε άλλες αλλαγές: «Πριν από κάνα δυο μήνες αρχίσαμε να κάνουμε διορθώσεις», λέει η Burton. Επίσης αποφεύγουν τους εφετζίδικους τίτλους. «Κάποια εποχή ο σκοπός του παιχνιδιού ήταν να ερχόμαστε πρώτοι στα αποτελέσματα αναζήτησης στο Google. Αλλά οι εφετζίδικοι τίτλοι που απογοητεύουν τον κόσμο, είναι αντιπαραγωγικοί».

Η Burton συνεχίζει να θεωρεί ότι δουλειά της είναι η ψυχαγωγία, «τα όρια όμως», λέει, «είναι ασαφή». Η εικοσιδυάχρονη Rega Jha, μόλις έξι μήνες μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο Columbia, έγινε το αστέρι της ομάδας του Buzz με το θρυλικό «29 στριμόκωλες καταστάσεις που μόνο οι χοντρόκωλοι καταλαβαίνουν», το οποίο συγκέντρωσε το τεράστιο νούμερο των 4,8 εκατομμυρίων επισκέψεων μέσα στην πρώτη εβδομάδα.

Και παρόλο που λατρεύει να φτιάχνει λίστες, η αγαπημένη της ιστορία ήταν ένα κομμάτι τεσσάρων χιλιάδων λέξεων για τη σεξουαλική κακοποίηση στην Ινδία – μια ιστορία που πήρε δυο μήνες για να ετοιμαστεί και τη διόρθωσαν καμιά εικοσαριά φορές διάφοροι επιμελητές του BuzzFeed. Είχε διακόσιες χιλιάδες χτυπήματα, «πολλά περισσότερα από όσα θα είχε σε μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό που δεν καταλαβαίνει το διαδίκτυο», αναφέρει η Jha.

Ιδανικά, λέει, θα ήθελε να κάνει θέματα του τύπου «28 πράγματα που όσοι έχουν μεγάλα βυζιά απλώς δεν μπορούν να κάνουν» (άλλο ένα κομμάτι της που έσκισε) και συγχρόνως ρεπορτάζ περί κοινωνικής δικαιοσύνης – μια δύσκολη, σοβαρή δουλειά, αλλά με τον τρόπο του BuzzFeed: «Ο στόχος είναι ο ίδιος είτε γράφεις για μεγάλα βυζιά είτε για τον Bill Gates. Πρέπει να γράφεις αυτό που ο κόσμος θέλει να διαβάσει». CJR

* Ο Marc Fisher είναι αρχισυντάκτης στην εφηµερίδα The Washington Post.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.