Ποια ανάπτυξη;

Από το 2010 μέχρι σήμερα κάθε συμφωνία με τους δανειστές εμφανίζεται σαν ο από μηχανής θεός που θα φέρει την ανάπτυξη της οικονομίας για να αποδειχθεί κάθε φορά το αντίθετο: ότι οι περικοπές δαπανών και οι νέοι φόροι οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση.
ΕΛΛΑΔΑ
12 October, 2017
Tagged:
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Λεωνίδα Βατικιώτη*

Καμία πρωτοτυπία δεν διεκδικούσαν τα επιχειρήματα πίσω από τις πιέσεις προς την κυβέρνηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν τη δεύτερη αξιολόγηση: «Όσο καθυστερεί η συμφωνία τόσο επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας», ήταν το επιχείρημα που μονότονα επαναλαμβανόταν.

Αξίζει παρ’ όλα αυτά να υπενθυμίσουμε ορισμένα απ’ όσα ειπώθηκαν μέχρι να φθάσουμε στην 18η Μαΐου 2017, οπότε το 4ο Μνημόνιο ψηφίστηκε από τη Βουλή με ισχνή πλειοψηφία μόλις 153 βουλευτών. Και αν επιμένουμε να χαρακτηρίζουμε το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα μέτρα ως Μνημόνιο, συμβαίνει για τον πολύ απλό λόγο ότι η χρονική ισχύς των μέτρων, που εκτείνεται ακόμη κι έως το 2021, ξεπερνάει κατά πολύ την ισχύ της τρέχουσας, τρίτης, δανειακής συμφωνίας και του συνοδευτικού τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκαν τον Αύγουστο του 2015 και θεωρητικά έληγαν τον Αύγουστο του 2018.

Μένοντας μόνο στα δημόσια πρόσωπα κι όχι σε όσα γράφτηκαν στις στήλες του Τύπου ή ειπώθηκαν στα μικρόφωνα από δημοσιογράφους, σταχυολογούμε τρεις δηλώσεις που δεν αξίζει να τις σκεπάσει η σκόνη του χρόνου.

Η πρώτη δήλωση ανήκει στον ιδρυτή του Ποταμιού, Σταύρο Θεοδωράκη: «Αν δεν κλείσει άμεσα η αξιολόγηση, ναι, θα γυρίσουμε σε χειρότερες μέρες. 2,2 έως 3,1 δισεκ. θα χάσει η ελληνική οικονομία», τόνιζε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ειδήσεις στις 24 Φεβρουαρίου.

Σχεδόν έναν μήνα μετά, στις 27 Μαρτίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, που έχει πάψει προ πολλού να είναι κόκκινο πανί για το κυβερνών κόμμα, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα capital.gr δήλωνε, στο ίδιο κλίμα, για τη συμφωνία: «Πρέπει να κλείσει. Έχει καθυστερήσει αρκετά. Έχουμε ήδη τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα στην οικονομία. Νομίζω, αν θέλουμε να πιάσουμε τους στόχους φέτος, θα πρέπει η συμφωνία να κλείσει το συντομότερο δυνατό».

Στη συνέχεια μάλιστα προχωρούσε και στην αποτίμηση του κόστους της καθυστέρησης στην πραγματική οικονομία που το ανέβαζε (άγνωστο πώς…) στο 0,6% του ΑΕΠ! Τελευταίος, μεταξύ πολλών άλλων, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λετονός Βάλντις Ντομπρόβσκις, που μεταπήδησε στις Βρυξέλλες μετά από μια ταπεινωτική παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού στη χώρα του. Μιλώντας σε συνέδριο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρηματικότητας στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε, στις 21 Απριλίου, ο Λετονός αντιπρόεδρος συνέδεσε και αυτός την ολοκλήρωση της αξιολόγησης με την πορεία της οικονομίας: «Είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας θα συνεχιστεί και ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το 2018». Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί πως, στο πρώτο Μνημόνιο του 2010, ο στόχος για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές είχε τεθεί το 2012. Έξι χρόνια νωρίτερα από τη νέα ημερομηνία-στόχο…

Δεν περνάει απαρατήρητο το συνεχές των εγκωμίων στις συμφωνίες που υπογράφει κάθε ελληνική κυβέρνηση, από το 2010 ακόμη, με τους πιστωτές. Αυτό το συνεχές στη μια του πλευρά, που προηγείται χρονικά της συμφωνίας κι έχει ως σημείο εκκίνησης την έναρξη των διαπραγματεύσεων και σημείο λήξης την ψήφιση στη Βουλή, κοσμείται από εκπροσώπους των δανειστών, της αντιπολίτευσης και του Τύπου, οι οποίοι πιέζουν για κλείσιμο των διαπραγματεύσεων με κάθε κόστος.

«Συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι», επαναλαμβάνεται σταθερά χωρίς ίχνος ντροπής από τραπεζίτες, τηλεοράσεις και σύσσωμο το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, που στα αιτήματα των Θεσμών διακρίνει τις χρόνιες διεκδικήσεις εργοδοτικών οργανώσεων, εν προκειμένω, για χαλάρωση της εργασιακής νομοθεσίας.

Στην άλλη άκρη του το συνεχές έχει την κυβέρνηση, που με εκπληκτική ακρίβεια επτά χρόνια τώρα, ανεξαρτήτως αν στον άχαρο ρόλο του εκπροσώπου βρίσκεται ο Γ. Πεταλωτής, ο Γ. Μουρούτης ή ο Δ. Τζανακόπουλος παίρνει τη σκυτάλη την ημέρα της ψήφισης των προαπαιτουμένων και βγαίνει στα κανάλια να προπαγανδίζει, ως γενόμενα, όσα υπόσχονταν πως θα συμβούν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι καναλάρχες. Το αποτέλεσμα είναι πριν και μετά την υπογραφή κάθε συμφωνίας ο τρόμος για το ενδεχόμενο μη υπογραφής να διαδέχεται τις μεγαλεπήβολες υποσχέσεις για την ανάπτυξη.

…Τόσο το χειρότερο για την αλήθεια

Ωστόσο, αυτή η εκπληκτικού συγχρονισμού επικοινωνιακή παράσταση, που ανεβαίνει απαράλλακτη εδώ και επτά χρόνια (παρότι τηλεοπτικοί σταθμοί-οικονομικά μεγαθήρια οι οποίοι έκαναν σλόγκαν τους το δίλλημα «μνημόνιο ή χρεοκοπία» χρεοκόπησαν και κραταιά κόμματα-στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος επί δεκαετίες καταποντίστηκαν εκλογικά) έχει μια μικρή αδυναμία: δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική πραγματικότητα!

Όλα δηλαδή τα στοιχεία, αν κάτι δείχνουν, είναι ότι η εξίσωση δεν βγαίνει. Δηλαδή, οικονομική ανάπτυξη (χωρίς μάλιστα να εξετάζουμε έννοιες όπως κοινωνική ευημερία που κοντεύουν να ισοδυναμούν με τρομοκρατία) και συμφωνίες με τους δανειστές έχουν καταστεί έννοιες αλληλοαποκλειόμενες, προς επιβεβαίωση μιας δραματικής διεθνούς εμπειρίας που θέλει κάθε χώρα η οποία πιάστηκε στη μέγγενη των δανειστών να ψυχορραγεί οικονομικά. Διαφορετικά ειπωμένο, ή συμφωνίες με τους δανειστές ή οικονομική ανάπτυξη, είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τη μνημονιακή επταετία που ζήσαμε και δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.

Το συμπέρασμα ότι η υποταγή στους πιστωτές φέρνει ύφεση υπογραμμίζει η άνευ όρων παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων στους δανειστές. Όπως πολύ παραστατικά είπε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος από το βήμα της Βουλής την ημέρα της ψήφισης του 4ου Μνημονίου, από το 2010 έχουν υπογραφεί 3 Μνημόνια, με το 1ο να περιλαμβάνει 5 επικαιροποιήσεις, το 2ο να συνοδεύεται από 4 επικαιροποιήσεις και το υπάρχον 3ο μέχρι στιγμής από 2 επικαιροποιήσεις.

Το επιχείρημά του παρόλα αυτά – ότι δηλαδή το πολυνομοσχέδιο που υπέγραψε η κυβέρνηση δεν αποτελεί Μνημόνιο, γιατί τότε θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε Μνημόνια και τις 14 προηγούμενες συμφωνίες (Μνημόνια και επικαιροποιήσεις) και να μετράμε έτσι στην πλάτη μας 14 Μνημόνια – πάσχει από μια μικρή αδυναμία: παραγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε άλλη επικαιροποίηση κινούνταν στον χρονικό ορίζοντα της χρηματοδοτικής συμφωνίας.

Μπορεί μάλιστα η εφαρμογή να προβλεπόταν για το διηνεκές, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη επιστροφής στο προηγούμενο-προμνημονιακό καθεστώς κατά τη λήξη του «προγράμματος διάσωσης», εν τούτοις ποτέ άλλοτε στο παρελθόν δεν είχαμε συμφωνία που να προβλέπει νέες περικοπές, επιπλέον των συμφωνηθέντων, 1, 2 και 3 χρόνια μετά το πέρας της συμφωνίας ως όρο για να εκταμιευθούν δόσεις της υπάρχουσας συμφωνίας, όπως αυτές που ψήφισαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ.

Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στη μείωση των συντάξεων που θα υποστούν περίπου 900.000 άτομα μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις κύριες και τις επικουρικές και θα ξεκινήσει να ισχύει από το 2019 και στη μείωση του αφορολόγητου ορίου που θα ισχύσει από το 2020, χρεώνοντας κατά μέσο όρο 600 ευρώ κάθε φορολογούμενο.

Μιλούμε επομένως για 4ο Μνημόνιο (μετά το 3ο που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2015 και λήγει τον Αύγουστο του 2018), το οποίο εκτείνεται μέχρι και το 2021. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι δεν συνοδεύεται από χρήματα, ακόμη κι αυτά που ουδέποτε έφθαναν σε πραγματική μορφή στην Αθήνα για να καλύψουν δημόσιες δαπάνες, αλλά μόνο για να επιστραφούν στους πιστωτές.

Μας δάνειζαν για να τους πληρώνουμε, κοινώς. Τυπικότατη περίπτωση οι χρεωπιστώσεις που συνόδευσαν την τελευταία αξιολόγηση, με τα χρήματα της δόσης ύψους 7 περίπου δισεκ. να έχουν από καιρό «κρατηθεί» για να πληρωθούν στις 20 Ιουλίου ομόλογα που διατηρούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συνολικής αξίας 3.868 δισεκ. ευρώ, ιδιώτες πιστωτές αξίας 2.089 δισεκ. και δόσεις στο ΔΝΤ ύψους 290 εκατομμυρίων. Ούτε καν λοιπόν τέτοιο «πέτσινο» χρήμα δεν συνόδευε το 4ο Μνημόνιο, που ψηφίστηκε στις 18 Μαΐου.

Πληρώσαμε …μόνο 78 δισεκατομμύρια

Το κόστος της συμμόρφωσης με τους όρους των πιστωτών, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών του Αλ. Τσίπρα που διεκδίκησε μάλιστα την ηγεσία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο των 53 μέχρι να διαπιστώσει ότι σε μια μνημονιακή κυβέρνηση είναι πιο εύκολο να παριστάνει ο πρωθυπουργός την εσωτερική αντιπολίτευση παρά ο υπουργός Οικονομικών, ανέρχεται συνολικά σε 78 δισεκ. ευρώ. Εξ αυτών μάλιστα τα 63 δισεκ. αφορούσαν τα δύο πρώτα Μνημόνια (2010-2015) και τα 14 δισεκ. τα δύο επόμενα (2015-2021), του ΣΥΡΙΖΑ. Καμάρωνε μάλιστα επειδή τα Μνημόνια ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επιμεριζόμενα κατά έτος στοίχιζαν περισσότερα απ’ όσο στοιχίζουν τα Μνημόνια του ΣΥΡΙΖΑ!

Μπροστά σε έναν τέτοιον καταιγισμό δισεκατομμυρίων ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν σεβάστηκε τις υποχρεώσεις της και δεν τίμησε την υπογραφή της, όπως λένε όσοι προσπαθούν να ρίξουν στην από δω μεριά του γηπέδου την πέτρα του αναθέματος;

Πολιτικοί και εκπρόσωποι των πιστωτών, κατά κανόνα, που προσπαθούν να συγκαλύψουν μια απλή αλήθεια: ότι όσο η Ελλάδα εφάρμοζε τη μια περικοπή μετά την άλλη τόσο βυθιζόταν στην ύφεση! Έτσι, φθάσαμε από το 2010 μέχρι το 2017 η Ελλάδα να έχει καταγράψει ένα ανυπέρβλητο παγκόσμιο ρεκόρ, χάνοντας το ένα τέταρτο του προϊόντος της! Επομένως είναι πολλά τα δισεκατομμύρια που χωρίζουν τα 231 δισεκ. του ΑΕΠ του 2009 μέχρι τα 176 του 2016, ώστε να συνεχίζουν οι οπαδοί της γραμμής «συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι» να υποστηρίζουν πως το κλείσιμο της αξιολόγησης φέρνει ανάπτυξη κι η παράταση των διαπραγματεύσεων φέρνει ύφεση…

Η θετική σχέση που συνδέει την ύφεση με την υποταγή στους πιστωτές, αντίθετα με τους δικούς τους ισχυρισμούς που συμπυκνώνονται στη διαχρονική ρήση «όσο πιο γρήγορα πιούμε το πικρό χάπι τόσο πιο γρήγορα θα αναρρώσουμε», επιβεβαιώνεται κι από ποιοτικά στοιχεία που επικεντρώνονται στις περίφημες μεταρρυθμίσεις οι οποίες υποτίθεται θα έφερναν τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.

Μόλις τον Απρίλιο του 2017, για παράδειγμα, ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ σε ανάρτηση στο προσωπικό του ιστολόγιο υμνούσε τον Αλ. Τσίπρα επειδή έχει εφαρμόσει περισσότερα από 200 μνημονιακά μέτρα από το καλοκαίρι του 2015. «Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί;», αναρωτιόταν όλος ικανοποίηση, ενθυμούμενος προφανώς την πύρινη αντιμνημονιακή ρητορεία που χάρισε στο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία το 2015.

Επομένως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μέμφεται το ΣΥΡΙΖΑ για επίδειξη ολιγωρίας ή ότι «ροκάνιζε το χρόνο» για να μην αναλάβει το πολιτικό κόστος της στρατηγικής επιλογής του να μετατραπεί στο κατ’ εξοχήν κόμμα των πιστωτών στην Ελλάδα.

Θα αδικούσαμε ωστόσο τις άοκνες προσπάθειες που κατέβαλαν τα «παλαιομνημονιακά κόμματα», αν παραβλέπαμε τις δικές τους επιδόσεις στην υλοποίηση των περίφημων αιρεσιμοτήτων που συνόδευσαν την πρώτη (2010) και τη δεύτερη (2012) δανειακή σύμβαση: από την απελευθέρωση των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλείται ο εμπεδωμένος νεοφιλελευθερισμός, και τη μείωση μισθών και ημερομισθίων, μέχρι την κάθετη μείωση του ύψους της αποζημίωσης απόλυσης που συνέβαλε στην εκτόξευση της ανεργίας.

Οι αναδιαρθρώσεις που συντελέστηκαν στην ελληνική οικονομία ήταν τόσο ριζικές, ώστε το 2013 ο ΟΟΣΑ αναγνώρισε πως «από το 2009-2010, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό προσαρμοστικότητας στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ»! Επομένως η Ελλάδα κατάπιε το πικρό χάπι, ξανά και ξανά, υπογράφοντας επί της ουσίας εν λευκώ αλλεπάλληλα μνημόνια και επικαιροποιήσεις (που μόνο επικαιροποιήσεις δεν ήταν, καθώς πρόσθεταν κάθε φορά νέα μέτρα), χωρίς όμως η υποταγή να οδηγήσει σε ανάπτυξη της οικονομίας! Κι ας το υπόσχονταν κατ’ επανάληψη όσοι εμφάνιζαν την υποταγή ως σωτηρία…

Λαγούς με πετραχήλια έταζε το ΙΟΒΕ

Από το χρονικό των ματαιωμένων υποσχέσεων δεν θα μπορούσαν να λείπουν και επιστημονικές, υποτίθεται, έρευνες οι οποίες προέβλεπαν ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας θα έτρεχε σαν αφιονισμένο άλογο κούρσας, αν εφάρμοζε τις μεταρρυθμίσεις.

Το 2010, συγκεκριμένα, σε έκθεσή του, το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, με επικεφαλής τότε τον σημερινό διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, είχε εκτιμήσει ότι η απελευθέρωση των οδικών εμπορευματικών μεταφορών θα έδινε μπόνους στην ανάπτυξη ύψους 13,2% για 5 ολόκληρα χρόνια! Επιπλέον, θα μείωνε τα κόμιστρα από 1,5% έως 2,5% ετησίως, τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή ακόμη και κατά 0,3% ετησίως, ενώ θα αύξανε τον αριθμό των επιχειρήσεων στον κλάδο ακόμη και κατά 2% ετησίως, την απασχόληση έως 4% κάθε χρόνο και την παραγωγικότητα έως 2,5%!

Όλα αυτά που αποδείχθηκαν στην πιο αθώα εκδοχή πομφόλυγες (και στην πιο καχύποπτη, προσπάθεια ωραιοποίησης μιας ζοφερής κατάστασης) τα υποστήριζε δημόσια το ΙΟΒΕ πριν επτά χρόνια! Τη συνέχεια την ξέρουμε, με το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την επώδυνη υλοποίηση των πιο άγριων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που έχουν εφαρμοστεί επί ευρωπαϊκού εδάφους, όπως για παράδειγμα η οριζόντια μείωση μισθών και ημερομισθίων που επιβλήθηκε με το δεύτερο Μνημόνιο τον Φεβρουάριο του 2012 και οι αλλεπάλληλες μειώσεις συντάξεων, που έφεραν ύφεση κι όχι ανάπτυξη της οικονομίας!

Επομένως οι υποσχέσεις ανάπτυξης, ως ανταμοιβή της υπογραφής των συμφωνιών με τους δανειστές, είναι αυθαίρετες και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, γιατί η εμπειρία έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο!

Παρεμπιπτόντως, αν δεν απολογήθηκαν ποτέ γι’ αυτήν τους την κορυφαία ασυνέπεια πολιτικοί και Μέσα ενημέρωσης, που συνεχίζουν να υπόσχονται ανάπτυξη ως την επιβράβευση της υποταγής στους πιστωτές, ας αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που πάει τόσο στραβά στον χώρο της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, ώστε κανείς να μη νιώθει την υποχρέωση να ελέγχεται για όσα υπόσχεται. Αλλά και κανείς να μην ελέγχει!

Παρόλα αυτά, το 2017 η οικονομία θα αναπτυχθεί. Για πρώτη φορά μάλιστα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Κατά 2,7% προέβλεπε ο κρατικός προϋπολογισμός του τρέχοντος έτους και κατά 1,8% προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 που ψηφίστηκε μαζί με το 4ο Μνημόνιο. Μικρή σημασία, ωστόσο, έχει η διαφορά που παρατηρείται στις εκτιμήσεις. Ας κρατήσουμε ότι για πρώτη φορά το ΑΕΠ θα αρχίσει να διευρύνεται.

Άραγε, δικαιώνει αυτή η πρόβλεψη την επιλογή της κυβέρνησης να υπογράψει μια ακόμη επονείδιστη συμφωνία με τους δανειστές; Μπορούμε, με άλλα λόγια, να θεωρήσουμε ότι ακόμη κι αν πράγματι τα εμπειρικά έως τώρα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν τη θετική σχέση μεταξύ της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και της μεγέθυνσης της οικονομίας, η σχέση αυτή αλλάζει πρόσημο από δω και στο εξής, δικαιώνοντας τη συμμόρφωση στους πιστωτές;

Τα φαινόμενα απατούν

Τέσσερα γεγονότα, κατά την άποψή μου, υπογραμμίζουν ότι κι εδώ τα φαινόμενα δεν προσφέρονται για όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης…

Πρώτο, ας λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι προβλέψεις την τελευταία επταετία έχουν αποδεχθεί πολύ πιο άπιστες από τα φαινόμενα. Όσα χρόνια διαρκεί η εφαρμογή των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής στην Ελλάδα, οι αποτυχημένες προβλέψεις είναι πολύ πιθανό να ξεπερνούν τις εύστοχες.

Να θυμίσουμε για παράδειγμα ότι το 1ο Μνημόνιο του 2010 προέβλεπε πως ο ρυθμός μεγέθυνσης το 2012 θα ήταν θετικός, κατά 1,1%, όπως επίσης και τα δύο επόμενα χρόνια: κατά 2,1% και το 2013 και το 2014. Ανάπτυξη στο ύψος του 2,5% για το 2014 προέβλεπε και το 2ο Μνημόνιο του 2012.

Τι συνέβη; Μείωση κατά 7,3% το 2012, 3,2% το 2013 και μηδενικοί ρυθμοί το 2014. Για την ανεργία, πιστωτές και ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι στις προβλέψεις τους. Μείωση από το ανώτερο επίπεδο του 2012 (15,3%) το 2013 στο 14,9% και το 2014 στο 14,6% προέβλεπε το 1ο Μνημόνιο. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή με την ανεργία να φθάνει σε σχεδόν διπλάσια ποσοστά, στο 27%…

Την ενδημική νόσο των (μονίμως επί τα χείρω) αναθεωρήσεων των ελληνικών στατιστικών σχολίασε πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (IMF Country report No. 17/40), η οποία αναζητούσε τις πραγματικές αιτίες: «παρότι τα στατιστικά στοιχεία έχουν βελτιωθεί από το 2010, μεγάλες και απότομες δημοσιονομικές προσαρμογές έχουν περιπλέξει τις δημοσιονομικές προβολές.

Αρνητικές αναθεωρήσεις της αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν πιο συχνές και μεγάλες στην Ελλάδα, απ’ οπουδήποτε αλλού στη ευρωζώνη. Καθοδικές αναθεωρήσεις στην ετήσια μεγέθυνση παρατηρήθηκαν σε περισσότερες από μία στις τρεις δημοσιεύσεις στοιχείων, σε σύγκριση με λιγότερες από μία στις τέσσερις στην υπόλοιπη ευρωζώνη κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2014».

Κατά συνέπεια, παρότι ακούγεται βαρύ, δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά τις προβλέψεις τους. Τις περισσότερες φορές είναι «γονατογραφήματα» και υπηρετούν κοντόφθαλμες μάχες εντυπώσεων.

Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 (% ετήσιες μεταβολές)
2014 2015 2016 2017 2018 2019 2020 2021
ΑΕΠ 0,4 -0,2 0 1,8 2,4 2,6 2,3 2,2
Ποσοστό ανεργίας Έρ. Εργ. Δυναμικού 26,5 24,9 23,5 22,8 21,6 20,1 18,9 18,1

 

Δεύτερο, οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, όπως εμφανίζονται στον συνοδευτικό πίνακα, δεν θα επιδέχονταν καμιά αμφιβολία αν τα δισεκατομμύρια, αντί να πέσουν στην μαύρη τρύπα των πλεονασμάτων, διοχετεύονταν στην πραγματική οικονομία.

Αν, για παράδειγμα, αυξανόταν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που μένει παγωμένο, στα 6,75 δισεκ. ευρώ για το 2017 και το 2018 και στα 7,3 δισ. για την επόμενη 3ετία: 2019 έως 2021. Μάλιστα τα χρήματα αυτά να δίνονταν, όχι στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων με την ΕΕ προγραμμάτων, όπου η κατεύθυνσή τους εξυπηρετεί στρατηγικές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά σε δραστηριότητες που θα αύξαναν τα πολλαπλασιαστικά οφέλη εντός της χώρας. Να στόχευαν, ενδεικτικά, στην αναζωογόνηση των ναυπηγείων. Τότε θα αποκτούσε νόημα η πολυσυζητημένη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και η προβλεπόμενη μείωση της ανεργίας το 2021 στο 18,1% (που και πάλι παραμένει διπλάσια από τα προ κρίσης επίπεδα) δεν θα ήταν όνειρο θερινής νυκτός, αλλά μια πάρα πολύ πιθανή εξέλιξη.

Επομένως, όσο η προτεραιότητα θα βρίσκεται στα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή στην εξυπηρέτηση των δανειστών, τόσο η διαφαινόμενη μεγέθυνση της οικονομίας και η βελτίωση των συναφών μεγεθών (επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή, απασχόληση, κ.ά.) θα είναι ασταθής και οριακή.

Τρίτο, η κυκλική κίνηση αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό κάθε οικονομίας. Κατ’ επέκταση ήταν θέμα χρόνου να σημειωθεί μια ανοδική στροφή όπως αυτή που είναι ήδη σε εξέλιξη, αργά και βασανιστικά, από το τέλος του 2016. Μάλιστα, αν το ζητούμενο ήταν μια ποσοτική μεταβολή των αριθμών, πρέπει να ομολογήσουμε ότι για πρώτη φορά αυτή σημειώθηκε στα τέλη του 2014, για να διακοπεί το 2015.

Να γίνουμε Μεξικό!

Τέταρτο και τελευταίο: πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πράγματι οι νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις διατηρούν θετική σχέση με την ανάπτυξη της οικονομίας, κατά έναν τρόπο ωστόσο που ελάχιστες φορές ομολογείται δημόσια από τους διαπρύσιους υποστηρικτές τους. Υπάρχουν, συγκεκριμένα, διεθνή κεφάλαια που, ως προϋπόθεση για να επενδύσουν, θέτουν την επιστροφή στον Μεσαίωνα: Μεσαίωνα εργασιακό, Μεσαίωνα ασφαλιστικό, Μεσαίωνα περιβαλλοντικό, Μεσαίωνα συνδικαλιστικό, ακόμη και Μεσαίωνα δημοκρατικό.

Οι μακιλαδόρας στο Μεξικό, όπως αποκαλούνται οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου στα βόρεια σύνορα της χώρας, αποτελούν ένα απτό παράδειγμα της σχέσης μεταξύ διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Μέρι και απειλές για αυξημένη φορολογία επιστράτευσε ο Τραμπ για να ανακόψει το αδιάλειπτο ρεύμα των επενδύσεων της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας νότια του Ρίο Γκράντε.

Η ανυπαρξία συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε κάθε εργαζόμενος να είναι υποχείριο της εργοδοσίας, η δυνατότητα ομαδικών απολύσεων, ώστε όποια στιγμή επιλέγει κάθε επιχείρηση να κλείνει χωρίς κόστος και να εξαφανίζεται, και η δυνατότητα εν λευκώ μπαζώματος αρχαιοτήτων και προστατευόμενων περιοχών φυσικής ομορφιάς χωρίς αμφιβολία θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε μαγνήτη για επενδύσεις. Κι αν όχι όλων, σίγουρα των πιο ρυπογόνων και εντάσεως εργασίας βιομηχανικών μονάδων.

Μόνο που ακόμη κι αν συμβούν όλα αυτά, αν δηλαδή το πείραμα αποδώσει, τότε ούτε αυτές οι μονάδες θα είναι τόσες πολλές ώστε να κάνουν τη διαφορά, να επιστρέψουν για παράδειγμα την ανεργία στα επίπεδα του 2007, ούτε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – μια τέτοια ανάπτυξη θα μπορούσε να φέρει την κοινωνική ευημερία. Με μισθούς στο επίπεδο των 250 ευρώ, στο οποίο είχε κρίνει ο επικεφαλής του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν, μιλώντας στο ευρωκοινοβούλιο, ότι πρέπει να φθάσουν οι αποδοχές στην Ελλάδα για να είναι συγκρίσιμες με των άλλων βαλκανικών χωρών, ακόμη και μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, θα ήταν ταυτοχρόνως μια κοινωνία πλήρους εξαθλίωσης. Όχι κοινωνία ευημερίας.

Προς επίρρωση του συμπεράσματος – ότι ο εξευτελισμός των μισθών σε επίπεδα Κίνας μπορεί να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις, αλλά δεν εγγυάται την ανάπτυξη –είναι πολύτιμα τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση European Attractiveness Survey, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 24 Μαΐου και εξετάζει τις Ξένες Άμεσες Επενδύσεις.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι πως η Ελλάδα βρίσκεται στα τελευταία σκαλοπάτια της διεθνούς κατάταξης: στην 34η θέση μεταξύ 44 χωρών. Το δεύτερο συμπέρασμα διαψεύδει όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να μειώσουμε το κόστος εργασίας για να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις, καθώς οι τρεις χώρες που συγκέντρωσαν τις περισσότερες μόνο για το φθηνό κόστος εργασίας δεν φημίζονται: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και Γαλλία έχουν αμοιβές πολλαπλάσιες των ελληνικών.

Παρόλα αυτά συγκέντρωσαν πάνω από το ήμισυ των συναφών εισροών, καταγράφοντας 1.144, 1.063 και 779 νέες επενδύσεις. Πλήγμα στο επιχείρημα όσων υπερασπίζονται την πτώση των μισθών (των άλλων) αποτελεί και το ρεκόρ της Σουηδίας στην αύξηση των ξένων επενδύσεων από χρόνο σε χρόνο, καθώς το 2016 η χώρα κατέγραψε αύξηση κατά 76%. Το τρίτο συμπέρασμα που συνάγεται από τη μελέτη της έκθεσης είναι κι αυτό αποδομητικό των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών.

Συγκεκριμένα, από τις 13 ξένες άμεσες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν, οι 8 αφορούσαν τον χρηματοοικονομικό κλάδο (ούτε προστιθέμενη αξία αφήνει στον τόπο, ούτε φημίζεται και για τα πολλαπλασιαστικά του αποτελέσματα…), ενώ όλες μαζί δημιούργησαν 111 νέες θέσεις εργασίας! Μήπως επομένως γίνεται πολλή φασαρία για το τίποτε; Μήπως δηλαδή οι ξένες επενδύσεις δεν είναι η πολύφερνη νύφη, όπως τις παρουσιάζουν;

Στη βάση των παραπάνω φαίνεται ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να αποδείξει ότι αυτοί μπορούν να φέρουν την ανάπτυξη εκεί όπου οι άλλοι αποτυγχάνουν, περισσότερο ευσεβή πόθο αποτελεί. Η επιχείρηση καλλωπισμού μιας εκτρωματικής πολιτικής περικοπών και φορομπηξίας, έτσι ώστε η κοινωνία να μάθει να ζει με τα συσσίτια, είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό…

*Ο Λεωνίδας Βατικιώτης αρθρογραφεί στον Τύπο από το 1992 για θέματα οικονομίας και διεθνών. Έχει επιμεληθεί επιστημονικά πολλά ντοκιμαντέρ κι έχει μεταφράσει βιβλία Οικονομικών. Είναι διδάκτορας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.