Προπαγάνδα, ΟΗΕ και κυπριακό ζήτηµα

Του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη* Η εμμονή στην προβολή του κυπριακού ζητήματος ως διακοινοτικού αντί ως προβλήματος εισβολής και κατοχής έχει ως στόχο την εξαίρεση της Τουρκίας από το όποιο μερίδιο ευθύνης για τη μη λύση
Προπαγάνδα, ΟΗΕ και κυπριακό ζήτηµα Photographer Darian Shamkhali via unsplash.com Creative Commons CC0 license
15 October, 2013
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη*

Στο κυπριακό νομικό σύστημα η προπαγάνδα ορίζεται ως η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος για επηρεασμό της κοινής γνώμης προς ορισμένη κατεύθυνση. Οπωσδήποτε ο έλεγχος του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος προϋποθέτει έλεγχο του τρόπου με τον οποίο η γνώση γίνεται κατανοητή.

Είναι για το λόγο αυτό που τόσο οι εκάστοτε όσο και οι επίδοξοι κρατούντες θέτουν πάντα ως πρωταρχικό στόχο τη διενέργεια προπαγάνδας κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τη δική τους ανάγνωση των γεγονότων, ανεξαρτήτως αν η ανάγνωση αυτή υποστηρίζεται από τα πραγματικά γεγονότα.

Ήδη από το 1965 ο Mikes είχε περιγράψει με χιουμοριστικό πλην απολύτως ακριβή τρόπο την τάση των κυπριακών μέσων επικοινωνίας να αντιλαμβάνονται όλα τα παγκόσμια γεγονότα μέσα από ένα καθαρά «κυπροκεντρικό» πρίσμα, ένα δημοσιογραφικό μηχανισμό στον οποίο «κάθε παγκόσμιο γεγονός, κάθε δήλωση ενός πολιτικού στον κόσμο έχει σημασία για την Κύπρο και αφορά αποκλειστικά και μόνο την Κύπρο».

Η τάση αυτή παραμένει έμφυτη στην αντίληψη των μέσων μαζικής επικοινωνίας για το κυπριακό ζήτημα. Κάθε παγκόσμιο γεγονός ερμηνεύεται κατά κανόνα ανάλογα με τη θετική ή αρνητική σημασία που τούτο ενέχει για το κυπριακό ζήτημα και τις δυνατότητες επίλυσης του.

Αυτό οδήγησε στη συχνά παρασιτική αναγωγή του κυπριακού ζητήματος στη λυδία λίθο αξιολόγησης της σημασίας κάθε εξωτερικού ή εσωτερικού πολιτικού ζητήματος (τουλάχιστον μέχρι την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στον αστερισμό του μνημονίου και την αντικατάσταση του Κυπριακού από την οικονομία ως του πρωτεύοντος ζητήματος πολιτικού λόγου στη νήσο).

Με δεδομένη τη σημασία του αυτή το κυπριακό ζήτημα αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως αντικείμενο ενός πολυδιάστατου μηχανισμού προπαγάνδας, ο οποίος έχει ως στόχο την προβολή των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων κάθε πολιτικού φορέα, ανεξάρτητα αν αυτός υποστηρίζεται ή όχι από τα γεγονότα.

Σύμφωνα με την αντίληψη πολλών από τους κεντρικούς πρωταγωνιστές των προσπαθειών για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, η ουσία του Κυπριακού δεν έχει τόσο σημασία, όσο η επικοινωνιακή του πολιτική: η άσκηση της κατάλληλης προπαγάνδας με σκοπό τη δραστική αλλαγή των απόψεων των πολιτών.

Προπαγάνδα και Δημοκρατία

Ως παρατηρεί ο Mearsheimer, το ψέμα (και κατά συνέπεια η προπαγάνδα με την αρνητική έννοια του όρου) είναι πιο σύνηθες για τους ηγέτες σε μια δημοκρατία παρά σε μια δικτατορία κι αυτό διότι οι ηγέτες στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες χρειάζονται να εξασφαλίσουν τη στήριξη είτε της κοινής γνώμης είτε του λαού που τους εκλέγει. Αντίθετα τα ψέματα που απευθύνονται προς τα κράτη ή τους ηγέτες τους είναι σχετικά σπάνια.

Οι σύμβουλοι του ΟΗΕ δεν θέτουν ως στόχο την άσκηση ψευδούς προπαγάνδας σε βάρος των Κυπρίων ηγετών. Αντίθετα επιδιώκουν να έχουν τους Κυπρίους ηγέτες ως συμμάχους σε μια προσπάθεια άσκησης προπαγάνδας κατά των πολιτών. Κλασικότερο είδος πολιτικής προπαγάνδας είναι αυτό που ο Mearsheimer χαρακτηρίζει ως «fearmongering», δηλαδή η προσπάθεια εξαπάτησης των πολιτών για το «δικό τους καλό» μέσω μηνυμάτων φόβου.

Το πρόβλημα βέβαια παραμένει πως η αντίληψη ενός προσώπου για το ποιο είναι το καλό του λαού δεν είναι απαραίτητα η ορθή, πολύ δε περισσότερο η προσπάθεια οικοδόμησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος μέσω μιας αντιδημοκρατικής εξαπάτησης των πολιτών που θα το οικοδομήσουν, φαίνεται ως συνταγή για απευθείας γκρέμισμα των θεμελίων.

Η προσέγγιση του Ειδικού Συμβούλου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Alexander Downer στο κυπριακό είναι ίσως η χαρακτηριστικότερη έκφραση της σχολής αυτής της σκέψης. Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου θα προσπαθήσω να εξετάσω ορισμένες παραμέτρους του τρόπου με τον οποίο η προώθηση μεθόδων προπαγάνδας έγινε κατανοητή από τους εκπροσώπους του ΟΗΕ.

Σε σύντομο χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο Downer προέβη σε συναντήσεις με ειδικούς σε θέματα δημοσκοπήσεων, ζητώντας να του ετοιμάσουν μια ολοκληρωμένη επικοινωνιακή στρατηγική, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πετυχημένη εκστρατεία του «ναι» σε ένα μελλοντικό δημοψήφισμα για λύση του Κυπριακού.

Το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε το περιεχόμενο της λύσης ήταν αδιάφορο: πλέον στο Κυπριακό το ζητούμενο θα έπρεπε να ήταν η επικοινωνιακή πολιτική προώθησης της λύσης και όχι το περιεχόμενο. Εσωτερικό σημείωμα της Ομάδας Downer με ημερομηνία 11 Ιουλίου 2009 έθεσε το πλαίσιο της επικοινωνιακής στρατηγικής της Ομάδας, ιδιαίτερα σε σχέση με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Στο σημείωμα, το οποίο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αναφέρεται πως ο Downer θα πρέπει να αποφεύγει εμφανίσεις που συνοδεύονται με συζητήσεις ως προς την ουσία του Κυπριακού και θα πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο Κυπρίους πολιτικούς ως πληρεξούσιους για την παράδοση μηνυμάτων (ιδιαίτερα ως προς τις αρνητικές συνέπειες σε περίπτωση μη λύσης και ως προς τα αισιόδοξα σενάρια σε περίπτωση λύσης).

Πρόθεση της Ομάδας υπήρξε να ασκήσει μια εκφοβιστική τακτική με σκοπό την προώθηση της επικείμενης λύσης και μέσα από τη χρήση των κατάλληλων συνθημάτων (π.χ., «αν δεν δεχθείτε, δεν θα ξαναδείτε τα σπίτια σας»). Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που η κεντρική οδηγία προς τον Downer από την επικοινωνιακή του ομάδα ήταν όπως «χρησιμοποιεί μηνύματα φόβου προσεκτικά» και όπως οι ηγέτες, αλλά και οι φίλα προσκείμενοι προς την Ομάδα Downer πολιτικοί εκφοβίζουν με τη σειρά τους το λαό με προσεκτικό τρόπο.

Αυτή είναι βέβαια μια χαρακτηριστική προσέγγιση άσκησης προπαγάνδας προς επίτευξη πολιτικών στόχων, η οποία εντάσσεται στο θεωρητικό πλαίσιο που περιγράφει ο Mearsheimer. Υπερβαίνει δε το εύρος της συνήθους «πολιτικής των δημοσίων σχέσεων», η οποία συναντάται γενικότερα στην άσκηση πολιτικής, εφόσον θέτει ως στόχο όχι απλώς την άσκηση επιτυχημένης θετικής επικοινωνιακής πολιτικής, αλλά και την άσκηση μεθόδων εκφοβισμού και παραπλάνησης.

Σε συνάντηση του Υπουργού Εξωτερικών της Σουηδίας Carl Bildt με τον Ειδικό Αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕTaye-Brook Zerihoun στις 24 Απριλίου 2009 συμφωνήθηκε πως αυτή τη φορά (σε αντίθεση με την επικοινωνιακή τακτική του 2004 και του σχεδίου Ανάν) θα πρέπει να επιδιωχθεί όπως οι δύο πλευρές (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) αισθάνονται και φαίνεται προς τα έξω ότι έχουν την πρωτοβουλία, αν και τα περιθώρια ελιγμών δεν μπορούν να κινηθούν πέραν του σχεδίου Ανάν και ο ΟΗΕ θα πρέπει να ασκεί έλεγχο σε διμερές επίπεδο. Ως το έθεσε ο Bildt, «ένα στοιχείο θεάτρου θα είναι απαραίτητο».

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της υποβάθμισης της ουσίας προς όφελος της επικοινωνίας ήταν η συζήτηση για τη διάνοιξη του οδοφράγματος του Λιμνίτη, μια διάνοιξη που θα μείωνε την απόσταση μεταξύ της περιοχής της Τυλληρίας και της πρωτεύουσας Λευκωσίας, και θα παρείχε ανακούφιση στους κατοίκους της περιοχής. Η αρχική επίτευξη συμφωνίας για ταυτόχρονη διάνοιξη των οδοφραγμάτων της οδού Λήδρας και του Λιμνίτη δεν υλοποιήθηκε λόγω της προβολής απαίτησης από την τουρκοκυπριακή πλευρά, όπως μεταφέρονται καύσιμα (και ουσιαστικά, πυρομαχικά) μέσω του θύλακα, γεγονός που θα συνιστούσε στην πράξη παροχή διευκολύνσεων προς τον τουρκικό κατοχικό στρατό και όχι προς τους Τουρκοκυπρίους.

Ο Zerihoun προσέγγισε το ζήτημα ως ακολούθως: «Η μεταφορά πολιτών στο θύλακα, θα μπορούσε να συνιστά το “φύλλο συκής”, που θα επιτρέψει την προμήθεια καυσίμων». Ουσιαστικά δηλαδή εισηγήθηκε ότι μέσα από την επίτευξη μιας συμφωνίας για μεταφορά πολιτών στο θύλακα, θα μπορούσε να επιτραπεί η προμήθεια καυσίμων την οποία ζητούσε η τουρκοκυπριακή πλευρά, χωρίς η ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη να αντιληφθεί τι ακριβώς συμφωνήθηκε. Η εισήγηση, όπως και γενικά η προσέγγιση, είναι ότι η ουσία του θέματος είναι αδιάφορη, εφόσον μπορεί να τεθεί με τρόπο που να μην αντιληφθεί την πραγματικότητα η κοινή γνώμη.

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση άσκησης προπαγάνδας υπήρξε η έκδοση της απόφασης Orams από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με ενέργειες της ομάδας Downer διαγράφηκε από το κείμενο της έκθεσης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για την αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο μια (μάλλον περιγραφική) παράγραφος για την έκδοση της απόφασης.

Η απόφαση για διαγραφή λήφθηκε μετά από ανεπίσημο αίτημα της τουρκικής κυβέρνησης προς την ομάδα Downer και προκάλεσε αντιδράσεις ακόμα και σε επίπεδο ΟΗΕ. Για παράδειγμα, ο David Harland, διευθυντής του Τομέα Ευρώπης και Λατινικής Αμερικής του ΟΗΕ, άσκησε σκληρή κριτική στην αναιτιολόγητη, όπως τη χαρακτήρισε, απόφαση για διαγραφή, η οποία άφησε εκτεθειμένο τον ΟΗΕ.

Η ομάδα Downer όμως παρατήρησε πως οι επίσημες αντιδράσεις από πλευράς κυπριακής κυβέρνησης υπήρξαν χαμηλών τόνων και σχολίασε πως Κύπριος πολιτικός, που συνεργαζόταν με την Ομάδα, έκανε βοηθητικές δηλώσεις σε κυπριακές εφημερίδες. Το συμπέρασμα της Ομάδας ήταν πως «η στρατηγική αυτή δουλεύει». Και πάλι δηλαδή η Ομάδα έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την άσκηση προπαγάνδας με σκοπό την εξυπηρέτηση των πολιτικών της στόχων παρά την ουσία του ζητήματος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού εξελίσσονταν σε ένα θεατρικό έργο με προδιαγεγραμμένο τέλος από πλευράς των ξένων διπλωματών. Τα ρητορικά σχήματα του πλαισίου της διαπραγμάτευσης κινούνταν προς την κατεύθυνση αυτή.

Η επίκληση της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων συνιστούσε ένα ρητορικό σχήμα, που έθετε ως πρωταρχικό παράγοντα της απομόνωσης την αποτυχία εξεύρεσης λύσης αντί τη στρατιωτική κατοχή των κατεχομένων εδαφών από την Τουρκία, ενώ η αναζήτηση «κυπριακής λύσης» μέσα από ενδοκυπριακές συζητήσεις μεταξύ των ηγετών των δύο κοινοτήτων,  στην πραγματικότητα έθετε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης στο οποίο η Τουρκία δεν ήταν πια μέρος του προβλήματος, αλλά «μέρος της λύσης».

Η εμμονή στην προβολή του κυπριακού ζητήματος ως διακοινοτικού αντί ως προβλήματος εισβολής και κατοχής είχε ως κύριο στόχο την εξαίρεση της Τουρκίας από το όποιο μερίδιο ευθύνης για τη μη λύση και την αναγωγή του συνθήματος της κυπριακής λύσης σε επικοινωνιακό όπλο, για να πειστεί ο κυπριακός λαός να υπερψηφίσει ένα νέο σχέδιο το οποίο αυτή τη φορά θα έχει, σε επίπεδο ρητορικής, «κυπριακή ιδιοκτησία» παρά το γεγονός ότι στην πράξη αυτό δεν θα ισχύει.

Στο ίδιο πλαίσιο η επίκληση για ύπαρξη ενότητας στο εσωτερικό μέτωπο συνιστούσε αίτημα για απουσία αντιπολίτευσης κατά των διαπραγματευτικών επιλογών και περιορισμού της κριτικής απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς, και μέσο περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης.

*Ο Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης είναι καθηγητής, Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστηµίου Λευκωσίας.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.