Η δημοσιογραφική κάλυψη του προσφυγικού

Μπορεί η κυβέρνηση να απαγορεύει με ένα απλό δελτίο Τύπου την πρόσβαση των δημοσιογράφων και των τηλεοπτικών συνεργείων στους χώρους φιλοξενίας προσφύγων;
Η δημοσιογραφική κάλυψη του προσφυγικού Φωτογράφος Μανώλης Λαγουτάρης Intime news
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Βασίλη Σωτηρόπουλου*

Στις 29 Φεβρουαρίου 2016 κυκλοφόρησε ένα δελτίο Τύπου από τον Έλληνα αναπληρωτή υπουργό με αρμοδιότητες σχετικές με το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα. Ήταν μάλλον λακωνικό, αλλά δεν άφηνε και πολλά περιθώρια παρερμηνείας σχετικά με τη δημοσιογραφική κάλυψη του προσφυγικού. Ανέφερε επί λέξει: «Κατόπιν συνεννόησης με τους συντονιστές των Κέντρων Υποδοχής, τόσο στα νησιά όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, δεν θα δίδονται άδειες σε τηλεοπτικά συνεργεία και δημοσιογράφους προκειμένου να εισέρχονται στους χώρους που φιλοξενούνται πρόσφυγες, μέχρι νεωτέρας. Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας».

Αμέσως, ξέσπασε δημόσια κατακραυγή: το κράτος απαγορεύει την πρόσβαση του Τύπου και των ΜΜΕ στην πληροφόρηση και μάλιστα κατόπιν «συνεννόησης» με τους συντονιστές των κέντρων υποδοχής. Σημειωτέον ότι ο συντονισμός των κέντρων υποδοχής είχε προ λίγων ημερών ανατεθεί στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Ασύλου και την Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, τους κοινωνικούς φορείς και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που επικουρούν τη λειτουργία των δομών, αποκλειστικώς σε ό,τι αφορά στη µεταφορά, διαµονή, σίτιση και υγειονοµική περίθαλψη των προσφύγων και µεταναστών (άρθρο 96 Ν.4368/2016). Στο ερώτημα ως προς το αν αυτή η κάθετη απαγόρευση «μέχρι νεωτέρας» είναι συμβατή με τη θεμελιώδη ελευθερία της πρόσβασης στην πληροφόρηση και με την ελεύθερη μετάδοση πληροφοριών, η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο ίσως φαίνεται, καθώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η κρατική παρέμβαση αποτροπής της δημοσιογραφικής κάλυψης πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτει το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το ευρωπαϊκό δίκαιο

Σχετικό νομοθέτημα που περιλαμβάνει τους σχετικούς κανόνες στάθμισης είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ («ελευθερία της έκφρασης») προβλέπεται τόσο το θετικό περιεχόμενο όσο και οι αποδεκτοί περιορισμοί. Στην πρώτη παράγραφο κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης ως ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο έχει ως φορέα του κάθε άνθρωπο, άρα ανεξάρτητα από άλλες ιδιότητες (δημοσιογράφος, μπλόγκερ κ.τ.λ.).

Ως παράμετρος της ελευθερίας της έκφρασης προβλέπονται τρία συγκεκριμένα δικαιώματα: η ελευθερία της γνώμης και τα δικαιώματα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών, χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή και ασχέτως συνόρων. Ωστόσο, σε αυτή την πρώτη παράγραφο, το άρθρο 10 αναφέρει ότι δεν απαγορεύεται στα κράτη να επιβάλλουν διαδικασίες αδειοδότησης για τις επιχειρήσεις μετάδοσης εκπομπών, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Επομένως, η απαγόρευση κρατικής παρέμβασης αφορά κατ’ αρχήν την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης σε όλες τις διαστάσεις της, εκτός από το καθεστώς αδειοδότησης των συγκεκριμένα αναφερόμενων μέσων ενημέρωσης.

Στην δεύτερη παράγραφο, το άρθρο 10 προβλέπει τους επιτρεπτούς περιορισμούς που, κατά την ΕΣΔΑ, μπορεί να επιβάλλει το κράτος στην ελευθερία της έκφρασης. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση των ελευθεριών αυτών «συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες», γεγονός που σημαίνει ότι η ΕΣΔΑ αναγνωρίζει ότι μπορεί μεν κάθε πρόσωπο να έχει την ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών, αλλά οι περιορισμοί μπορεί να ποικίλλουν, ανάλογα με τα καθήκοντα και τις ευθύνες που αναγνωρίζει ο νόμος για κάθε φορέα της ελευθερίας αυτής.

Η δημοσιογραφική δεοντολογία, για παράδειγμα, αποτελεί ένα σύνολο κανόνων ενάσκησης του επαγγέλματος που μπορεί να ποικίλλουν όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά και ανάμεσα σε περισσότερες ενώσεις συντακτών της ίδιας χώρας. Είναι άλλα τα καθήκοντα και οι ευθύνες πάντως που αναλογούν στο γενικό πληθυσμό, στον κάθε πολίτη, κι άλλα αυτά που αφορούν τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, που δεσμεύονται από τη δεοντολογία και από το σύνολο άγραφων κανόνων που εμείς οι νομικοί ονομάζουμε «τα συναλλακτικά ήθη του Τύπου».

Πέρα όμως από την αόριστη αναφορά σε «καθήκοντα και ευθύνες», η δεύτερη παράγραφος προβλέπει και ότι η ενάσκηση αυτών των ελευθεριών μπορεί να υπόκειται σε «διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς ή κυρώσεις» εφόσον αυτές περιγράφονται στο νόμο. Οι περιορισμοί της ελευθερίας λοιπόν πρέπει να προβλέπονται από νομοθετική διάταξη. Όχι όμως οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη: ο νόμος θα πρέπει να είναι αναγκαίος «σε μια δημοκρατική κοινωνία» για μια σειρά από δικαιολογημένους στόχους. Αυτοί μπορεί να είναι η εθνική ασφάλεια, η εδαφική ακεραιότητα ή η δημόσια ασφάλεια, η αποτροπή των εκτροπών ή του εγκλήματος, η προστασία της υγείας και των ηθών, η αποτροπή της κοινοποίησης πληροφοριών που συλλέχθηκαν με εμπιστευτικότητα ή η προστασία του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Επομένως, περιορισμοί στην ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών δεν μπορούν να επιβληθούν με διαταγές που περιέχονται σε δελτία Τύπου. Αν αυτό το δελτίο Τύπου δεν βασίζεται σε κάποια νομοθετική διάταξη που πληρεί τις παραπάνω προϋποθέσεις, η κρατική απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων είναι αντίθετη στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Το δελτίο Τύπου, προβλέποντας αυτή την ανεπιφύλακτη και καθολική απαγόρευση «μέχρι νεωτέρας», εφόσον εφαρμοστεί από τις κρατικές αρχές στην πράξη, θα συνιστά παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στο κράτος να θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις που περιορίζουν τη δημοσιογραφική πρόσβαση, σύμφωνα με τις ανωτέρω προδιαγραφές της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου.

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ένα αυξημένο δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφόρηση που προσιδιάζει σε αυτό των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι διεθνείς οργανώσεις έχουν μάλιστα υπεύθυνους Τύπου και αναπτύσσουν έντονη επικοινωνιακή δραστηριότητα που προσιδιάζει στα πρακτορεία Τύπου.

Είναι εντελώς διαφορετικό λοιπόν να μεταδίδεται μια σκληρή εικόνα μέσα από την επικοινωνιακή πλαισίωση στην οποία την υποβάλλει μια επαγγελματική μη κυβερνητική οργάνωση και είναι διαφορετική η ωμή αναπαραγωγή από τους απλούς χρήστες του Διαδικτύου. Σκοπός των διεθνών οργανώσεων είναι η άσκηση πολιτικής πίεσης προς τις κυβερνήσεις για την εξεύρεση λύσεων για τα προσφυγικά προβλήματα και για τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παράλληλα, σκοπός τους είναι η ανάπτυξη επίγνωσης (raising of awareness) στο γενικό κοινό, ώστε αυτό να ευαισθητοποιείται και να διαμορφώσει μια κουλτούρα αξίωσης λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων και των δημόσιων αρχών.

Αυτά τα χαρακτηριστικά όμως διαφοροποιούν τους στόχους των ΜΚΟ σε σχέση με την αποστολή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: οι αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ενδεχομένως να διέπουν τους δημοσιογράφους ή συμβούλους επικοινωνίας που εργάζονται σε μια ΜΚΟ, δεν μπορούν όμως να εφαρμόζονται αυτούσιοι στην ίδια τη ΜΚΟ. Οι ΜΚΟ δεν θα έχουν πιθανώς υποχρέωση, για παράδειγμα, να αναζητήσουν και να παραθέσουν την «αντίθετη άποψη», όπως οφείλουν να πράττουν οι δημοσιογράφοι. Διότι οι ΜΚΟ συνήθως θα είναι οι ίδιες φορείς συγκεκριμένων θέσεων και προτάσεων, άρα οιονεί «παίκτες» που συνεπικουρούν τις δημόσιες αρχές στην υποδοχή των προσφύγων.

*Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος και περιφερειακός συμπαραστάτης του πολίτη και της επιχείρησης Αττικής
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Comments are closed here.