Έρευνα: Ο πόλεμος των Μέσων στη Συρία

Ο πόλεμος των Μέσων στη Συρία: «Κάθε στρατιωτική μονάδα έχει το δικό της κανάλι στο YouTube, το δικό της μουσικό σήμα και το δικό της ολοκληρωμένο δίκτυο στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης». Επίσης, το τηλεοπτικό σκηνικό περιγράφει τη διαίρεση της χώρας. Από την Elizabeth Dickinson.
Έρευνα: Ο πόλεμος των Μέσων στη Συρία
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Της Elizabeth Dickinson

 

Πρωτότυπο άρθρο: Syria’s media war

Μετάφραση: Ελένη Παύλου

Επιμέλεια: Παναγιώτης Φραντζής

 

 

Ο οδηγός σταμάτησε σε έναν πολυσύχναστο χωματόδρομο. Τα μεταχειρισμένα SUV και σεντάν ήταν σταθμευμένα σε δύο σειρές μπροστά από κάτι εγκαταλελειμμένες αποθήκες με ξεθωριασμένα από τον ήλιο σήματα εταιρειών μεταφορών και ενός καταστήματος ελαστικών. «Εδώ είναι;» ρώτησα με αγωνία τον οδηγό που ανέλαβε να με φέρει σε αυτό το ερημικό σημείο του δρόμου. «Ναι, περίμενε», μου απαντάει, τη στιγμή που ένας άλλος άνδρας μάς έγνεψε. Βγαίνω έξω λοιπόν και ακολουθώ τον άνδρα, που κατευθυνόταν σε μια από τις πόρτες των αποθηκών. Αφού περάσαμε μέσα από έναν προθάλαμο από τον οποίο αναδυόταν μια έντονη μυρωδιά τσιγάρου και τσαγιού μέντας, φτάσαμε σε μια δεύτερη κλειδωμένη πόρτα και έπειτα στην αίθουσα σύνταξης του Orient, ενός συριακού δορυφορικού καναλιού που μετέδιδε από το Ντουμπάι.

Η παραπλανητική βιτρίνα δεν έπρεπε διόλου να με είχε εκπλήξει. Τα Μέσα Ενημέρωσης στη Συρία είναι σε εμπόλεμη κατάσταση, και με έναν μηνιαίο προϋπολογισμό της τάξης του ενάμισι εκατομμυρίου δολαρίων, με δεκάδες ανταποκριτές και με τέσσερα περιφερειακά γραφεία, το Orient TV είναι στο κέντρο αυτού του πολέμου.

Καθώς οι ρίζες του Συριακού Εμφυλίου απλώνουν τέσσερα χρόνια πίσω, η τηλεόραση του Orient απέκτησε τη φήμη ενός ισχυρού προπύργιου της αντιπολίτευσης. Το κανάλι ιδρύθηκε το 2009 στη Δαμασκό, από τον Σύρο μεγιστάνα Ghassan Aboud, ο οποίος διέπρεψε στο εμπόριο αυτοκινήτων, και αρχικά είχε σκοπό να μεταδίδει ταινίες και σαπουνόπερες. Ωστόσο, από το 2011 με τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης, χρησιμοποίησε το κανάλι για να υποστηρίξει ανοιχτά την εξέγερση εναντίον του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ. Εκτός από το Orient, ο Aboud χρηματοδοτεί μια σειρά από κινητές νοσοκομειακές μονάδες στη Συρία. Προχώρησε επίσης σε δωρεές εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων υπό τη μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας, προωθώντας με αυτό τον τρόπο μια αντικαθεστωτική ρητορική προς επηρεασμό όλων των Δυτικών πολιτικών και εκπαίδευσε μια στρατιά νέων δημοσιογράφων, πλήρως αφοσιωμένων στον αγώνα της αντιπολίτευσης.

Στην πορεία, η εξέλιξη του Orient παρακολούθησε τις τάσεις στον ευρύτερο χώρο των συριακών Μέσων. Όμοια με το κίνημα της Αραβικής Άνοιξης, έτσι και η επανάσταση στη Συρία συνοδεύτηκε από ένα μεγάλο κύμα αισιοδοξίας για μια ανεξάρτητη μορφή ενημέρωσης στα χέρια των πολιτών. Όταν οι διαδηλωτές κατέκλυζαν τους δρόμους, η κρατική τηλεόραση και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί σε όλη τη Συρία αντιμετώπισαν την όλη κατάσταση με πρωτοφανή επιπολαιότητα αφού περιορίστηκαν στη στείρα αναμετάδοση πατριωτικών τραγουδιών, τη στιγμή που δορυφορικά κανάλια όπως το Orient έβγαζαν στη φόρα βίντεο φωτιά, στα οποία συνήθως καταγραφόταν η βίαιη καταστολή των εξεγέρσεων, με τους ειρηνικούς διαδηλωτές να βρίσκονται αντιμέτωποι με το μένος της τοπικής αστυνομίας. Ξεφεύγοντας από τον έλεγχο της λογοκρισίας, πλατφόρμες των νέων μέσων όπως το Twitter και το Facebook ξεχώρισαν, χάρη στην ικανότητά τους να επιτυγχάνουν αυτό που ποτέ δεν κατάφεραν τα αυστηρά ελεγχόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης στη Συρία. Τα social media έδωσαν λοιπόν το απαραίτητο εκείνο βήμα για να ακουστεί η φωνή της αντιπολίτευσης, εκθέτοντας παράλληλα την αδικαιολόγητη βιαιότητα της συριακής αστυνομίας σε παγκόσμια ακτίνα.

Σε διάστημα λίγων μόνο εβδομάδων, τα social media συνέβαλαν στην ανατροπή των εδραιωμένων επί δεκαετίες αυταρχικών καθεστώτων σε Αίγυπτο και Τυνησία. Το Orient, όπως και τόσοι άλλοι τηλεοπτικοί φορείς που κάλυπταν τα γεγονότα των εξεγέρσεων, ανέτρεξε αμέσως σε αυτές τις καινούριες και πολλά υποσχόμενες πρωτογενείς πηγές. Πιο συγκεκριμένα, οι δημοσιογράφοι του σταθμού κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν μια βάση δεδομένων αποτελούμενη από το υλικό 9.000 Σύρων ακτιβιστών, οι οποίοι ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αποστείλουν πολύτιμα οπτικοακουστικά τεκμήρια. Επιπρόσθετα, διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και ιδρύματα φρόντισαν να προμηθεύσουν τους ακτιβιστές με «έξυπνα» τηλέφωνα, ενώ τους έφεραν σε επαφή με επαγγελματίες των μέσων για να τους διδάξουν νέες μεθόδους και χρήσιμες τεχνικές μετάδοσης μέσω Skype. Μια νέα γενιά πολιτών δημοσιογράφων ήρθε στη ζωή, συμβάλλοντας στην εκτίναξη της χρήσης κινητών τηλεφώνων, από το 46% που ήταν το 2011, σχεδόν από ολόκληρο τον πληθυσμό σήμερα.

Ακόμη και τώρα όμως, με το πέρας ήδη τεσσάρων χρόνων, η πολυδιαφημισμένη επανάσταση των Μέσων δεν στάθηκε στο ύψος των προσδοκιών που η ίδια έθρεψε, αφού δεν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα εκδημοκρατισμού και πολυφωνίας, ιδανικά τα οποία συνόδευαν τις απαρχές αυτής της μιντιακά προσανατολισμένης ανταρσίας. Με την αντικατάσταση των ειρηνικών διαδηλώσεων άοπλων ομάδων πληθυσμού από ένοπλες ομάδες που κατέστησαν την χώρα ένα τεράστιο πεδίο της μάχης, επήλθε και η ανάλογη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των μέσων. Έτσι, μπορεί ο αριθμός των πολιτών δημοσιογράφων να αυξανόταν με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου, κινείτο όμως αντιστρόφως ανάλογα ως προς τη ζήτηση και την ανταπόκριση των ακροατηρίων, που παρουσιάζονταν βαθύτατα διχασμένα. Τα σύγχρονα αντικαθεστωτικά, καθεστωτικά, τζιχαντιστικά ή εθνικά μέσα ενημέρωσης πολύ λίγα κοινά έχουν το ένα με το άλλο, με τις ιστορίες που μεταδίδουν να εμπίπτουν περισσότερο στη σφαίρα της αφηγηματικής γραμμής που υιοθετείται κάθε φορά για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών παρά μιας κοινώς αποδεκτής αλήθειας.

Σήμερα, κάθε πολιτοφυλακή και κάθε ταξιαρχία έχει το δικό της κανάλι στο YouTube, το δικό της μουσικό σήμα και το δικό της δίκτυο στα κοινωνικά μέσα. Κι ενώ οι ένοπλες ομάδες έχουν φτάσει να λειτουργούν σαν μιντιακοί οργανισμοί, τα μέσα αρχίζουν να μοιάζουν κι αυτά με ομάδες ενόπλων: αντάρτικα, σεχταριστικά και εμποτισμένα από τη ρητορική του μίσους. Τόσο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και τα υπόλοιπα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεν περιορίζονται σε απλή αναφορά της βίας, καθώς, μέσα από την επιστράτευση ενός ύφους μάλλον εμπρηστικού και προκλητικών αφηγηματικών δομών, εμπεριέχουν την παρότρυνση σε βίαιες συμπεριφορές.

Αναμφίβολα, το Orient δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Το κανάλι χαρακτηρίστηκε ως η φωνή της λογικής τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης κι εξακολουθεί να διατηρεί μια φήμη απαράμιλλου επαγγελματισμού, αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους σταθμούς που διατηρούν δημοσιογράφους στους χώρους όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα και εξασφαλίζοντας έκτακτες ειδήσεις που λίγοι μπορούν να μεταδώσουν. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και το Orient, το οποίο συνήθιζε να παρουσιάζεται ως ένας μη κομματικός φορέας της αντιπολίτευσης, δεν κατάφερε να διατηρήσει για πολύ την ουδετερότητά του. Σύμφωνα με τους επικριτές του, το κανάλι υποθάλπει ένα υποσύνολο επαναστατημένων Σουνιτών, υιοθετώντας κυρίως μια σεχταριστική ιδιότυπη διάλεκτο στις αναμεταδόσεις του.

Η Συρία δεν είναι η μοναδική περίπτωση όπου οι συρράξεις και το πολεμικό κλίμα εισέρευσαν και στο πεδίο των Μέσων. Ωστόσο, η αλματώδης ανάπτυξη των νέων μέσων επικοινωνίας που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή του μιντιακού τοπίου. Ο τεράστιος όγκος πληροφοριών που κυοφόρησαν οι δυνάμεις σύγκρουσης, αλλά και ο επίσης τεράστιος αριθμός ατόμων που προσφέρονται για την επεξεργασία αυτών, μεταμορφώνουν τον κάθε πολίτη σε δημοσιογράφο, κομματικό σύμμαχο, αλλά και ετοιμοπόλεμο ρεπόρτερ που κυνηγάει την κάλυψη των γεγονότων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος των μέσων ενημέρωσης φαίνεται να είναι το ίδιο σφοδρός με τις εδαφικές πολεμικές συρράξεις, λαμβάνοντας υπόψη πως και στις δυο περιπτώσεις οι δράστες είναι οι ίδιοι. Και φυσικά δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα καμία ελπίδα κατάπαυσης του πυρός εάν πρώτα δεν τερματιστεί ο πόλεμος της πληροφορίας.

Σε αυτό το κλίμα, δικαιολογείται γιατί το Orient λειτουργεί πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες, παίρνοντας προφυλάξεις μίλια μακριά από τις φανταχτερές γειτονιές στις οποίες έχουν την έδρα τους οι άλλοι δορυφορικοί σταθμοί που εκπέμπουν από το Ντουμπάι. Όπως είναι φυσικό, το Orient κατάφερε να κερδίσει όχι μόνο επικριτές αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Το κανάλι και οι εργαζόμενοι σε αυτό έχουν στοχοποιηθεί από την κυβέρνηση Άσαντ, το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και πολλούς άλλους.

Ωστόσο, ο σταθμός δεν διστάζει να περάσει δυναμικά στην αντεπίθεση, με τον Aboud να ισχυρίζεται πως όσοι δουλεύουν στον σταθμό δεν είναι απλά και μόνο επαγγελματίες του χώρου, αλλά πρωτίστως είναι Σύριοι πολίτες που ανάγουν την επανάσταση σε προσωπικό σκοπό.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΟΨΗ, τα γραφεία του Orient έχουν τη λάμψη και την απαράμιλλη ποιότητα που χαρακτηρίζει τους τηλεοπτικούς σταθμούς της Μέσης Ανατολής. Μπορεί τώρα το δορυφορικό δίκτυο να είναι στραμμένο ιδίως στην κάλυψη των συγκρούσεων στο συριακό έδαφος μέσα από μια αμιγώς ειδησεογραφική σκοπιά, ωστόσο η θητεία του καναλιού στο ψυχαγωγικό κομμάτι έχει αφήσει το στίγμα της. Τα περίτεχνα χτενίσματα των παρουσιαστριών και το έντονο μακιγιάζ, αλλά και η κομψότητα των ανδρών παρουσιαστών είναι κατάλοιπα των πιο ανάλαφρων ημερών του καναλιού. Καθώς μπαίνω στο στούντιο, μια νεαρή παρουσιάστρια, η Mira Al Qass, στρέφεται προς το μέρος μου με την καρέκλα της, με τις στυλιζαρισμένες μπούκλες της να κυματίζουν.

Η νεαρή παρουσιάστρια μου λέει πως μετράει ήδη δεκαπέντε χρόνια δουλειάς στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, σε ιδιωτικά και κρατικά κανάλια στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Κουβέιτ και στη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, όπως η ίδια αναφέρει, η εμπειρία στο Orient στο οποίο απασχολείται το τελευταίο διάστημα, είναι πρωτόγνωρη. «Η τηλεόραση του Orient είναι πολύ διαφορετική επειδή εμείς εδώ έχουμε ένα όραμα – το οποίο προσπαθούμε εναγωνίως να υλοποιήσουμε», προσθέτει η Al Qass, η οποία κατάγεται από το προάστιο Al Muhaireen της Δαμασκού. «Αυτό που επείγει τώρα είναι να απομακρυνθεί το ολοκληρωτικό καθεστώς του Άσαντ… Πιστεύω πως όλοι όσοι εργαζόμαστε εδώ, μιλάμε την ίδια γλώσσα, μοιραζόμαστε τον ίδιο τρόπο σκέψης». Οι συνάδελφοί της κουνούν συγκαταβατικά το κεφάλι.

Στην κεντρική αίθουσα σύνταξης του Orient, οι δημοσιογράφοι που κάθονται πίσω από τα λευκά γραφεία πάνω σε κάτι πορτοκαλί πλαστικές καρέκλες, πολύ συχνά διαδραματίζουν και ρόλο ακτιβιστών. Όταν ξέσπασε η εξέγερση το 2011, όλα έγιναν σε χρόνο ρεκόρ, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα πρόσληψης νέων ρεπόρτερ. Τότε, οι παρουσιαστές του Orient, που μέχρι πρότινος καταπιάνονταν με θέματα που ενέπιπταν στη σφαίρα της ψυχαγωγίας, απλώς άλλαξαν αντικείμενο. «Για μένα δεν τέθηκε ούτε στιγμή το ζήτημα να προσλάβουμε καινούρια άτομα», λέει ο ιδιοκτήτης του Orient TV Ghassan Aboud. «Όλοι οι άνθρωποι που δούλευαν στο Orient, κατάγονταν από τη Συρία και επομένως ήταν γνώστες της κατάστασης από πρώτο χέρι. Είδαν πως το κανάλι στρεφόταν κατά του Άσαντ, και κατάλαβαν αμέσως τι έπρεπε να κάνουν».

Για να αυξήσει το προσωπικό στο Ντουμπάι, το Orient σκέφτηκε να αξιοποιήσει τα κοινωνικά μέσα προς όφελός του για να δημιουργήσει ένα πολυδύναμο δίκτυο πολιτών-δημοσιογράφων. Οι παραγωγοί βρίσκονταν σε διαρκή αναζήτηση για γνήσια βίντεο-ντοκουμέντα από διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, απαγορεύσεις και συλλήψεις. Κάθε φορά που ο σταθμός εντόπιζε αυτόπτες μάρτυρες, τους συμβούλευε ως προς τον τρόπο που έπρεπε να δράσουν. Μιλώντας μέσω Skype οι δημοσιογράφοι του σταθμού έδιναν συμβουλές «για το πώς θα έκαναν τις μεταδόσεις, τι θα έπρεπε να παρατηρούν, και πώς θα έπρεπε να παρακολουθούν τις ενέργειες του καθεστώτος και του στρατού», εξηγεί ο Aboud. Έτσι η εισροή ειδήσεων κορυφωνόταν μέρα με τη μέρα, αυξάνοντας ταυτόχρονα και το ενδεχόμενο δημιουργίας διευρυμένων δικτύων επαφών. Ο ίδιος ο Aboud εκτιμά ότι, μεταξύ 2011 και 2012, ο σταθμός κατάφερε να παρέχει βασική εκπαίδευση σε 1.000 περίπου ακτιβιστές όσον αφορά τη χρήση του Skype και άλλων παρόμοιων εφαρμογών. Το Orient κατάφερε να δημιουργήσει μια βάση δεδομένων αποτελούμενη από άλλα 8.000 ονόματα ακτιβιστών σε πολλές πόλεις και χωριά, τους οποίους το κανάλι θα μπορούσε να καλέσει σε περίπτωση έκτακτων γεγονότων προς κάλυψη.

Μια μικρή μερίδα από αυτούς τους ακτιβιστές κατάφερε να εξελιχθεί σε ανταποκριτές πλήρους απασχόλησης, 22 από τους οποίους το Orient έχει θέσει επί συριακού εδάφους, όπου βρίσκονται μέχρι και σήμερα. Το κανάλι προτίμησε να προσλάβει ντόπιους που θα μπορούσαν με μεγαλύτερη ευκολία να αντιλαμβάνονται τις μεταβολές στα μέτωπα των συμμαχιών και των εχθροπραξιών. Για όσο διάστημα είχε τους ακτιβιστές υπό τις υπηρεσίες του, το προσωπικό του Orient ενεπλάκη σε μια διαδικασία μύησης των νέων πολιτών δημοσιογράφων στις βασικές δομές του επαγγέλματος. Όταν οι συγκυρίες το επέτρεπαν, το κανάλι ανέθετε στις ομάδες του να διασχίσουν τα σύνορα προς την Τουρκία, όπου θα παρακολουθούσαν ειδικά σεμινάρια υπό το έμπειρο βλέμμα καταξιωμένων Αράβων δημοσιογράφων οι οποίοι θα δίδασκαν στους απεσταλμένους του Orient τρόπους παράκαμψης των ελέγχων που επέβαλλε το καθεστώς Άσαντ αλλά και πώς να ξεγλιστρούν από τα δίκτυα της αστυνομίας, πώς να αποκτήσουν ένα επαγγελματικό ύφος όσον αφορά την καταγραφή και έκθεση των γεγονότων δημόσια, καθώς και άλλα θέματα. «Μπορεί να φώναζαν ακόμα και Allahu Akbar ενόσω κάλυπταν τις ειδήσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά ο αρχισυντάκτης του Orient, Mohammed Abdulrahim. Σήμερα, οι δημοσιογράφοι αφήνουν τις συναισθηματικές επωδές για τους συνεντευξιαζόμενούς τους.

ΜΕΧΡΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ τα γραφεία του Aboud βρίσκονταν απέναντι από τα στούντιο του Orient, στον ίδιο δρόμο, σε ένα παλιότερο κτίριο μεσαίου μεγέθους με ανελκυστήρες που ανέβαιναν αργά στο διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου. Τη μέρα που συναντηθήκαμε εμφανίστηκε στην ώρα του, φορώντας ένα ιδιαίτερα κομψό κοστούμι. Αφού με υποδέχτηκε με μια θερμή χειραψία, με ρώτησε τι καφέ να μου παραγγείλει, ενώ λίγα λεπτά αργότερα ένας σερβιτόρος μου πρόσφερε το ρόφημά μου μέσα σε μια πορσελάνινη επιχρυσωμένη κούπα. Ο μικροκαμωμένος αλλά μυώδης σωματότυπος του Aboud προσιδιάζει σε μαχητή, τη στιγμή όμως που οι τρόποι του, σμιλεμένοι και προσαρμοσμένοι για χρόνια στα καθήκοντα ενός επαγγελματία των πωλήσεων, του προσδίδουν ευγένεια και αφοπλιστική γοητεία.

Ενώ γέρνει προς τα εμπρός καθισμένος στη χρυσαφιά καρέκλα του, φέρνει στο μυαλό του το χρονικό ίδρυσης του Orient, το οποίο αποτέλεσε κατά τον ίδιο μια ακτίνα αισιοδοξίας για την πατρίδα του. Για δεκαετίες, ο Bashar alAssad και ο πατέρας και προκάτοχός του, Hafez alAssad, χρησιμοποιούσαν μια έκτακτη νομοθεσία που τέθηκε σε ισχύ το 1963 για τον περιορισμό των δημοσιογραφικών μεταδόσεων επί πολιτικών θεμάτων. Το 2001 ο Άσαντ ο νεότερος έβγαλε το Διάταγμα 50, σύμφωνα με το οποίο επιτρεπόταν για πρώτη φορά η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μίντια. Η εν λόγω κίνηση θεωρήθηκε ως μέρος μιας μεγαλύτερης εξέλιξης οικονομικής φιλελευθεροποίησης, αλλά πολιτικά, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Δημοσιογράφοι μπορούσαν να βρεθούν κατηγορούμενοι για δυσφήμιση, απειλή της εθνικής ασφάλειας ή διασπορά ψευδών ειδήσεων – αδικήματα τα οποία θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη φυλακή ή σε ακόμα χειρότερα μέρη.

Παρά τους περιορισμούς που επέβαλλε στη μετάδοση των ειδήσεων, το Διάταγμα 50 άνοιγε την πόρτα για την ψυχαγωγική τηλεόραση. Η αγορά των καναλιών παρουσιαζόταν πολλά υποσχόμενη, με τους δείκτες της διαφήμισης να ανεβαίνουν γύρω στο 10% κάθε χρόνο, σύμφωνα με μια αναφορά του Dubai Press Club. Ο Aboud είχε μια μεγάλη περιουσία να επενδύσει και ένα παρελθόν στα μίντια: είχε δουλέψει παλιότερα στον τομέα των δημοσίων σχέσεων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πριν ανοίξει την επιχείρησή του και μπει στην αγορά αυτοκινήτων. Επίσης, είχε πτυχίο δημοσιογραφίας από το Πανεπιστήμιο της Δαμασκού. Επομένως, άδραξε την ευκαιρία μόλις αυτή εμφανίστηκε, να ανοίξει ένα δικό του κανάλι το οποίο τελικά βγήκε στον αέρα τον Φεβρουάριο του 2009 στη Δαμασκό απασχολώντας 149 Σύριους. Σύμφωνα με τον ίδιο, το στήσιμο του Orient στοίχισε 20 εκατομμύρια δολάρια.

Ο ελκυστικός σχεδιασμός λειτουργίας του Orient έθεσε εκτός ανταγωνισμού τα άλλα κρατικά κανάλια, αφού μέσα από τις συχνότητες του νεοϊδρυθέντος σταθμού μεταδίδονταν μοντέρνα βιντεοκλίπ, αραβικές ταινίες και παιδικά προγράμματα, ενώ συχνά ο σταθμός κάλυπτε εκδηλώσεις όπως η Εβδομάδα Μόδας στο Ντουμπάι. Ωστόσο, το διαμάντι του Orient δεν ήταν άλλο από τις αραβικές σαπουνόπερες που μεταδίδονταν την εορταστική περίοδο του Ραμαζανιού, συμπεριλαμβανομένης και της σύγχρονης διασκευής μιας δημοφιλούς σειράς της δεκαετίας του ’70 με πρωταγωνιστή ένα ορφανό αγόρι που ονομαζόταν Assad Warraq. Η πλοκή του σύγχρονου τηλεοπτικού παραμυθιού συμπεριλάμβανε όλα τα προβλέψιμα συστατικά της επιτυχίας: φόνους, εγκλήματα, φυλακή και, τέλος, την πολυπόθητη ηθική λύτρωση. Έτσι, μέχρι το 2010 το Orient ανταγωνιζόταν τα δεκάδες άλλα αραβικά κανάλια στην κούρσα της τηλεθέασης, ιδιαίτερα κατά τις εορταστικές περιόδους, όπου τα μέλη των οικογενειών συνήθιζαν να απέχουν από το φαγητό όλη μέρα – τηρώντας έτσι τη θρησκευτική παράδοση – μένοντας ξύπνιοι μέχρι αργά το βράδυ.

Λίγες μόλις βδομάδες μετά από το επίσημο λανσάρισμα του καναλιού, η κυβέρνηση φαινόταν μετανιωμένη για την απόφασή της να του χορηγήσει άδεια. Τότε, ο Aboud ισχυρίζεται πως ο ξάδερφος του Άσαντ, Rami Makhlouf, ο οποίος φερόταν να ελέγχει το 60% της οικονομίας της χώρας, προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί του, προτείνοντάς του την εξαγορά του Orient. Ο Aboud αρνήθηκε να πουλήσει το σταθμό, και τότε, λέει, τον απείλησε ότι θα τον δηλητηριάσει και ότι θα τον οδηγήσει στη χρεοκοπία. Σε μια άλλη περίπτωση, μου λέει, ένας ανώτατος αξιωματικός του στρατού ορκίστηκε ότι θα τον σκοτώσει στήνοντας ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Τον Ιούλιο του 2009 μονάδες ασφαλείας εισέβαλαν στις εγκαταστάσεις του καναλιού, υφαρπάζοντας τον εξοπλισμό και αναγκάζοντας τους εργαζόμενους να υπογράψουν δήλωση ότι αποδεσμεύονται από τις υπηρεσίες του καναλιού. «Απλώς ήθελαν να αφανίσουν κάθε ανεξάρτητη φωνή από το προσκήνιο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Aboud στο CJR, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό όταν εφόρμησαν οι δυνάμεις ασφαλείας. Τότε το κανάλι του μετακόμισε μαζί του στο Ντουμπάι. Οι Σύριοι τηλεθεατές μπορούσαν ακόμα να παρακολουθούν τα προγράμματα μέσω δορυφόρου – μέχρι το 2014 το 74% των νοικοκυριών είχαν δορυφορικό πιάτο.

Για σχεδόν δύο χρόνια, ο σταθμός συνέχισε να μεταδίδει από την εξορία όπως ακριβώς και πριν στη Συρία. Ωστόσο, οι προβλέψεις του Aboud για την κατάσταση στη χώρα του ήταν πλέον δυσοίωνες. Εκ των υστέρων, αντιλήφθηκε πως η διαφθορά εξαπλωνόταν από τους κυβερνητικούς κόλπους όσο αυξανόταν η οργή και η δυσαρέσκεια του κόσμου. «Από το 2008 είχαμε καταλάβει πως κάτι έχει αρχίσει να σαπίζει στην κοινωνία», ανακαλεί ο Aboud. «Σχεδόν μυρίζαμε το αίμα στους δρόμους. Απλώς δεν ήμασταν σε θέση να γνωρίζουμε πότε θα ξεσπούσε όλο αυτό και τι διαστάσεις θα έπαιρνε».

Αυτό που περίμεναν ήρθε κατά το τέλος του 2010 και το 2011, μαζί με το κύμα διαδηλώσεων που άρχισε να σαρώνει την περιοχή.

Το Orient φυσικά δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί στην αναταραχή που έλαβε χώρα αρχικά στην Τυνησία και έπειτα στην Αίγυπτο. «Η ομάδα του σταθμού μας τότε κατάλαβε πως δεν θα αργούσε η ώρα της Συρίας», θυμάται ο Abdulrahim. Σιγά σιγά, το ειδησεογραφικό περιεχόμενο παραμέρισε το ψυχαγωγικό. «Αρχικά κατέλαβε το 20%, έπειτα το 30% και το 50% και τώρα έφτασε να κατέχει ένα ποσοστό της τάξης του 70% της συνολικής διάρκειας των μεταδόσεων», εξηγεί ο Aboud. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2011 το κανάλι προχώρησε σε μια πράξη ασυνήθιστη για τα μέχρι τότε δεδομένα του, μεταδίδοντας ένα πρόγραμμα προς τιμήν των θυμάτων της σφαγής των μελών της αντιπολιτευόμενης Μουσουλμανικής Αδελφότητας από τις δυνάμεις της κυβέρνησης στην πόλη Χάμα της Συρίας το 1982. Τα προγράμματα, που επιμελούνταν ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του σταθμού, συμπεριλάμβαναν πρωτογενείς μαρτυρίες από άτομα που βρίσκονταν στην εξορία για το πώς ο στρατός έφτασε στην καρδιά της πόλης, σκοτώνοντας αμάχους στο διάβα του. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου του 2011 είχαν ξεσπάσει αλλεπάλληλες διαδηλώσεις στη Συρία, και το Orient επανασυστήθηκε στο κοινό σαν η γνήσια φωνή της αντιπολίτευσης.

Εκ πρώτης όψεως, η ανάδυση ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης φαινόταν σαν ένα θεόσταλτο δώρο για την εξέγερση. Το Orient όπως και άλλα παρόμοια μέσα «μετέδιδαν έκτακτες αποκλειστικές ειδήσεις, φωτίζοντας με αυτό τον τρόπο τα τεκταινόμενα», λέει ο Wissam Tarif, ο οποίος έχει καταγράψει φρικαλεότητες στη Συρία, αρχικά με την ιδιότητα του ιδρυτή της τοπικής ομάδας προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Insan και σήμερα μέσα από το δίκτυο Avaaz, το οποίο έχει την έδρα του στη Νέα Υόρκη. Τα βίντεο που ανέβαιναν στο YouTube, τα tweets που γράφονταν σε πραγματικό χρόνο, αλλά και οι φωτογραφικές λήψεις έδειχναν να συνθέτουν ένα επίπεδο «βασικής αλήθειας που δεν ήταν δυνατό να σχηματιστεί ποτέ άλλοτε στο παρελθόν», σύμφωνα με σχετική μελέτη που εκπονήθηκε από το αμερικανικό Ινστιτούτο της Ειρήνης το 2014.

Με τη στροφή του Orient στο γόνιμο δίκτυο της δημοσιογραφίας των πολιτών, οι διεθνείς οργανισμοί εντόπισαν μια δυναμική εκδημοκρατισμού. Ομάδες όπως το BBC Media, το Ινστιτούτο Καταγραφής Γεγονότων Πολέμου και Ειρήνης και το Avaaz, χωρίς να χάνουν χρόνο, έστειλαν εκπαιδευτές για να συνεργαστούν με τους Σύριους πολίτες δημοσιογράφους. Κυβερνήσεις όπως αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας χρηματοδότησαν παρόμοια προγράμματα κατάρτισης των πολιτών δημοσιογράφων. Αν και πολλοί εντάχθηκαν στο πρόγραμμα με μηδενική δημοσιογραφική εμπειρία, «τώρα όλοι δουλεύουν έχοντας τον κατάλληλο εξοπλισμό και η μεγάλη πλειονότητα των ακτιβιστών έχουν παρακολουθήσει όχι ένα αλλά πολλά σεμινάρια», λέει ο Tarif.

Πίσω στο Ντουμπάι, ο Aboud λέει πως άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα, κυρίως από παλιές του επαφές με τη συριακή κυβέρνηση, που ζητούσαν ευγενικά από την τηλεόραση του Orient να «αναθεωρήσει τις απόψεις της» σε σχέση με την εξέγερση. Συχνά, οι προτροπές συνοδεύονταν από απειλές για την οικογένεια του ιδιοκτήτη του ομίλου, με τον Aboud να αναφέρει τα εξής για ένα απειλητικό τηλεφώνημα που δέχτηκε συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2011: «Μου έλεγαν: Βλέπουμε τον πατέρα σου να περνάει από τον τάδε δρόμο, φορώντας τα τάδε ρούχα».

Τότε, αφού κατάλαβε πως τα μέλη της οικογένειάς του θα χρησιμοποιούνταν ως μοχλός πίεσης εναντίον του, χωρίς καθυστέρηση ο Aboud μετέφερε τα συγγενικά του πρόσωπα εκτός Συρίας. Φοβούμενος όμως πως οι δυνάμεις της κυβέρνησης θα ανέκοπταν την έξοδό τους, τους καθοδήγησε μέσω ενός διαμεσολαβητή. Πιο συγκεκριμένα, τους συμβούλευσε να φύγουν νύχτα, λέγοντας στους φύλακες των συνόρων πως αναχωρούν για ένα σύντομο ταξίδι προκειμένου να παρευρεθούν σε έναν οικογενειακό γάμο. Με το που πέρασαν τα σύνορα, οι γονείς και οι λοιποί συγγενείς του Aboud σκόρπισαν στο Ντουμπάι, στην Ιορδανία και σε χώρες της Ευρώπης. Μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα τα απειλητικά τηλεφωνήματα από την κυβέρνηση Άσαντ σταμάτησαν, και το καθεστώς επέλεξε πιο ευθείες επιθέσεις.

ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ περί Αραβικής Άνοιξης, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έλαβαν μια πρώτη γεύση από την κάλυψη των θηριωδιών στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών της Αφρικής. Στις πυκνές βουνοπλαγιές της Ρουάντα, το εθνικιστικό κανάλι Libre des Mille Collines προετοίμασε το έδαφος για τη γενοκτονία της φυλής των Τούτσι από τη φυλή των Χούτου. Στις αρχές του 1994, ο Καναδός Αντιστράτηγος Roméo Dallaire, που τότε υπηρετούσε ως διοικητής της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη χώρα, προειδοποίησε τους ανώτερούς του για την ανησυχητική άνοδο των εθνικών αντιθέσεων στην περιοχή. Τις υποψίες του Dallaire τροφοδότησαν εκπομπές στις οποίες οι Τούτσι παρουσιάζονταν σαν «κατσαρίδες» που έπρεπε να εξοντωθούν με κάθε τρόπο. Εκείνο τον Απρίλιο του 1994, ένας χείμαρρος βίας έπνιξε τη Ρουάντα αφήνοντας πίσω του περίπου 800.000 νεκρούς. «Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης… ήταν κυριολεκτικά μέρος της γενοκτονίας», έγραψε αργότερα ο Dallaire. «Η εικόνα των δολοφόνων που στο ένα χέρι κρατούν το μαχαίρι και στο άλλο το ραδιόφωνο θα μας στοιχειώνει για πάντα».

Η Ρουάντα ήρθε να αμαυρώσει το ρόλο των Μέσων κατά τη διάρκεια συρράξεων ακολούθησαν εκκλήσεις για συστήματα πρόληψης και παρακολούθηση της ρητορικής του μίσους. Ωστόσο, πολύ λίγα πράγματα άλλαξαν και όταν άρχισε η εξέγερση στη Συρία, οι ερευνητές που συνεργάζονταν με τον Dallaire, νυν εξέχοντα ανώτερο συνεργάτη στο Ινστιτούτο του Μόντρεαλ για τη Μελέτη των Γενοκτονιών και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρακολουθούσαν νευρικά. «Είχαμε υπερβολικές ελπίδες για τη δυνατότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και το τι θα μπορούσαν να κάνουν μεταδίδοντας αυτό που συνέβαινε», αναφέρει χαρακτηριστικά εκ μέρους του ινστιτούτου η επικεφαλής του τομέα παρακολούθησης των μέσων Μarie Lamensch. Μέσα σε λίγες μέρες, αυτά που είδε κατέπνιξαν την αισιοδοξία της. Αρχικά, παρατήρησε πως οι κρατικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί χρησιμοποιούσαν επικίνδυνη ρητορική, όρος που δοκιμάστηκε στη Ρουάντα για να περιγράψει οριακά την έννοια της υποκίνησης. Σύντομα, κανείς δεν θα τηρούσε τα προσχήματα. Τα προσκείμενα στη συριακή κυβέρνηση μέσα καλούσαν ανοιχτά για συντριβή των αντιπάλων. «Προφανώς, αυτό το είδος λόγου οδήγησε σε κλιμάκωση τη σύρραξη», λέει η Lamensch. «Αυτή η γλώσσα του μίσους βασικά σε εξαναγκάζει να διαλέξεις πλευρά».

Στη Συρία οι μαχητές δεν κρατούσαν ραδιόφωνα αλλά κινητά τηλέφωνα. Κατά τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης, οι ακτιβιστές των νέων μέσων είχαν επικεντρωθεί στο να καταστήσουν γνωστή τη συριακή κρίση σε όλο τον πλανήτη, ελπίζοντας ότι τα κράτη της Δύσης θα πραγματοποιούσαν επέμβαση αντίστοιχη με αυτή στη Λιβύη, όπου ο ΟΗΕ καθόρισε μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Ωστόσο, παρόλο που ολοένα και περισσότεροι Σύριοι άρχισαν να βιντεοσκοπούν και να τουιτάρουν, συνέβη κάτι απρόσμενο: το κοινό τους συρρικνώθηκε. Μέχρι τον Ιούνιο του 2011 «τα κοινωνικά μέσα όλο και περισσότερο εστίαζαν στις τοπικές κοινότητες που είχαν ανεπτυγμένη την αίσθηση της ταυτότητας», όπως υποστηρίζει μια μελέτη του USIP, στο πλαίσιο της οποίας αναλύθηκαν χιλιάδες ενεργοί λογαριασμοί. Ο πολλαπλασιαμός των πηγών πληροφόρησης – που κάποτε χαιρετίζαμε ως ένα είδος εξισορροπητικής δύναμης – τώρα διευκόλυνε τη διαμερισματοποίηση των απόψεων.

Ο κατακερματισμός στον πόλεμο της πληροφόρησης συνοδεύτηκε από ανάλογες αντιδράσεις στον πόλεμο επί του εδάφους. Πολίτες δημοσιογράφοι που μάχονταν στις γραμμές μιας ομάδας γίνονταν στόχος της αντίπαλης πλευράς, όπως το Orient TV διαπίστωσε από πρώτο χέρι. Μόλις δύο μήνες μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης το κανάλι έχασε τον πρώτο του ανταποκριτή από τα πυρά ελεύθερου σκοπευτή των καθεστωτικών δυνάμεων. Σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν ιστορίες για οικογένειες που συνελήφθησαν από τα κυβερνητικά στρατεύματα επειδή παρακολουθούσαν το σταθμό. Το Orient προειδοποίησε τους ανταποκριτές του για τους κινδύνους, συμπεριλαμβάνοντας μάλιστα στη διαδικασία εκπαίδευσής τους τρόπους επιβίωσης μέσα σε εχθρικά περιβάλλοντα. Πάντως, ο Aboud παραδέχεται, «η ασφάλειά τους βρίσκεται στα χέρια του Θεού. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο». Στο Ντουμπάι, ο μεγιστάνας των μίντια απαγόρευσε στα παιδιά του να περπατούν μόνα στο δρόμο· μια ομάδα έμπιστων οδηγών ανέλαβε την ασφαλή μετακίνησή τους.

Η βαρβαρότητα των κατασταλτικών μέτρων του καθεστώτος – συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών κατά του σταθμού – δεν άφησε καμία άλλη επιλογή στον Aboud και στην ομάδα του παρά μόνο να στηρίξουν την αναδυόμενη εξέγερση. Ήδη τα άτομα που ήταν ενταγμένα στους θύλακες της αντιπολίτευσης είχαν αρχίσει να οργανώνουν τη στρατιωτική αντίσταση ενάντια στην κυβέρνηση, και στρατηγοί που αυτομόλησαν ανακοίνωσαν τη δημιουργία του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού». Σύντομα, το θηριοτροφείο των ισλαμιστικών ομάδων άρχισε να ζητά βοήθεια και όπλα. Στο ρεύμα της αντιπολίτευσης κυριαρχούσαν οι Σουνίτες, και οι συνοικίες τους δέχθηκαν πρώτες τα πυρά των καθεστωτικών δυνάμεων. «Στην αρχή το καθεστώς περιορίστηκε σε επιθέσεις κατά των Σουνιτών», υποστηρίζει ο Abdulrahim, ο αρχισυντάκτης του Orient. «Γι’ αυτό ήμουν σίγουρος πως όλο αυτό θα εξελισσόταν σε εμφύλιο πόλεμο, γιατί οι αποκλειστικές επιθέσεις εναντίον Σουνιτών οδήγησαν στη δημιουργία μιας σουνιτικής ταυτότητας… έτσι που ακόμα και άτομα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν θρήσκα, έφτασαν στο σημείο να αυτοπροσδιορίζονται ως Σουνίτες».

Αυτή η υπό διωγμό ομάδα των Σουνιτών επαναστατών, γνωστοί και ως thuwwar, αποτέλεσε το νούμερο ένα θέμα και ακροατήριο για το σταθμό. Το Orient αφιερώθηκε στην κάλυψη των έντονων αντιδράσεων κατά του καθεστώτος, κάνοντας αναφορές σε μάρτυρες, επικροτώντας τους λιποτάκτες και δίνοντας φωνή στις «απαιτήσεις του συριακού λαού». Το κανάλι αρνείται τις επικρίσεις περί μονομερούς κάλυψης των γεγονότων. «Προσπαθούμε να δώσουμε λόγο και στους οπαδούς της κυβέρνησης, αλλά αυτοί αρνούνται συνήθως να μιλήσουν», εξηγεί ο Abdulrahim.

Καθώς κλιμακωνόταν η σύρραξη, τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα νέα μέσα κάλυπταν τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να εκφράζουν το κοινό τους. Το Orient βρήκε τη θέση του. Όπως επίσης και ο σαλαφιστικός σταθμός Al Wesal TV, ο οποίος απευθυνόταν σε μια μερίδα ισλαμιστών που υποστηρίζονταν από τη Σαουδική Αραβία. Το Al Jazeera που εδρεύει στο Κατάρ ήταν στραμμένο στην Jabhat alNusra, ένα κίνημα που συνδέεται με την Al Qaeda. Οι ισλαμιστές κληρικοί του Κουβέιτ διαμόρφωσαν μια δική τους σφαίρα μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καλώντας υπέρ της ενίσχυσης μικρότερων ένοπλων ομάδων. Εν τω μεταξύ, το δίκτυο Al Mayadeen, με βάση τη Βηρυτό, υμνούσε την κυβέρνηση Άσαντ και τη σιιτική Χεσμπολά του Λιβάνου, η οποία από την άνοιξη του 2012 μπήκε στο πεδίο της μάχης προς υποστήριξη της συριακής κυβέρνησης.

Οι στατιστικές της τηλεθέασης δείχνουν ακριβώς πόσο κατακερματισμένο ήταν το ακροατήριο. Σύμφωνα με μια μελέτη του γερμανικού μη κερδοσκοπικού δικτύου MiCT που διεξήχθη το 2014, ένα 22,1% των θεατών στις περιοχές υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης έδειχναν σαφή προτίμηση στο Al Mayadeen, το φιλοκυβερνητικό κανάλι που εκπέμπει από τη Βηρυτό, κατονομάζοντάς το ως το πιο αξιόπιστο. Το ποσοστό αυτό ήταν μέχρι και τέσσερις φορές μεγαλύτερο από ό,τι στις περιοχές όπου υπερίσχυαν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Το Orient στις περιοχές όπου επικρατούσαν οι ομάδες της αντιπολίτευσης κατέγραφε ένα ποσοστό αποδοχής στο 10% και μόλις 2,3% στις ελεγχόμενες από το καθεστώς περιοχές.

«Ο καθένας ανατρέχει σε πηγές πληροφόρησης που ενισχύουν τις απόψεις του», παρατηρεί ο Fadi Salem, ερευνητής σε θέματα Συρίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Είναι πολύ πιο εύκολο από το να αποδεχτούν μια πιο ισορροπημένη άποψη. Αυτό που πραγματικά επιζητούν είναι στοιχεία τα οποία τους παρουσιάζουν ως θύματα. Τα μέσα δεν επενεργούν ως πηγές ενημέρωσης … είναι πιο πολύ για να καλύψουν μια συναισθηματική ανάγκη».

Την ίδια στιγμή, καθώς οι Σύριοι ετοιμάζονταν για πόλεμο, τα συνδεόμενα με την κάθε ομάδα μέσα προλείαιναν το έδαφος: χρειάζονταν να εξυψώσουν το ηθικό των μαχητών φιλοτεχνώντας την εικόνα ενός εχθρού που αξίζει να σκοτωθεί. Ήταν η ίδια τακτική που χρησιμοποιήθηκε τότε στη Ρουάντα, μόνο που τώρα ερχόταν από όλες τις κατευθύνσεις.

Στο Orient, οι ανταποκριτές τσουβάλιαζαν όλες σχεδόν τις ανταρτικές ομάδες που μάχονταν κατά της κυβέρνησης, τις οποίες αποκαλούσαν απλώς thuwwar, λέει ο Aymenn Jawad alTamimi, ένας συνεργάτης του Middle East Forum που μελετά τα κοινωνικά μέσα στη Συρία. Η χρήση αυτής της ορολογίας παρέκαμπτε τις εσωτερικές διαιρέσεις και έφτιαχνε μια ωραιοποιημένη εικόνα του πολέμου. Στο μεταξύ, σχολιαστές του καναλιού ορισμένες φορές παρουσίαζαν τους αντιπάλους σαν κακοποιούς, άπιστους και αδίστακτους φονιάδες. Ο Aboud με τη σειρά του αναφερόταν υποτιμητικά στους υποστηρικτές του καθεστώτος, αποκαλώντας τους μια «συμμαχία μειονοτήτων» με κοινό άξονα το αίτημα της καταστροφής της σουνιτικής κοινότητας. Ήταν σε ετοιμότητα να κριτικάρει εκείνες τις προσωπικότητες της αντιπολίτευσης που θα έκαναν την παραμικρή νύξη για διάλογο με την κυβέρνηση. Στην ιστοσελίδα του Orient αναγράφεται πως οι απόψεις που διατυπώνονται εκεί δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη τον όμιλο ή τους ιδιοκτήτες του. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι αυτοί οι σχολιαστές που μέσα από τα γραφόμενά τους έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητα και το ακροατήριο του καναλιού.

Δεν ήταν οι φατρίες των αντικυβερνητικών που ξεκίνησαν τον μιντιακό πόλεμο. Η κυβέρνηση χαρακτήρισε στους αντιπάλους της ως άπιστους, προσπαθώντας να οξύνει τη διαμάχη. Η Ola Rifai, ερευνήτρια στο Κέντρο Συριακών Μελετών στο Πανεπιστήμιο St. Andrews, έχει προχωρήσει στην αναλυτική τεκμηρίωση της εν λόγω ρητορικής: Στους κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς όπως οι Ninar FM και Sham FM, οι διαδηλωτές ήταν “khawna”, δηλαδή προδότες, και “mutamiriyyn”, που σημαίνει συνωμότες. Στον αντίποδα, οι πιστοί στο καθεστώς απεικονίζονταν ως προασπιστές της παράδοσης, της ενότητας και της εθνικής κυριαρχίας.

Η απόδοση χαρακτηρισμών στα ερτζιανά ή σε online πηγές είναι μια τακτική. Αλλά κάθε νέο ένοπλο τμήμα – είτε της αντιπολίτευσης είτε της κυβέρνησης – έβλεπε τα μέσα σαν ένα ζωτικής σημασίας όπλο για κάθε σχέδιο μάχης. Φρόντισαν να έχουν μαζί τους άτομα πλήρως εξοικειωμένα με το Διαδίκτυο, ικανά να διαχειρίζονται λογαριασμούς στο Twitter και στο YouTube, να σχεδιάζουν δυνατά λογότυπα και να σκηνοθετούν βίντεο, κι όλα αυτά στοχεύοντας το ακροατήριο των νεοσυλλέκτων και των υποστηρικτών. Σύντομα, έμαθαν να αξιοποιούν το στοχευμένο κοινό τους για να στοχεύουν τους εχθρούς τους.

Το 2013 ο οργανισμός Human Rights Watch κατέγραψε πώς ένας σχηματισμός σουνιτικών λογαριασμών στο Twitter παρακίνησε τους αντάρτες σε φρικαλεότητες σε μια οργανωμένη σφαγή αμάχων Αλεβιτών στις ακτές της Συρίας. Από την πλευρά του, το καθεστώς «είδε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη δυνατότητα πιο άμεσης κινητοποίησης των μαζών», με άλλα λόγια, η κυβέρνηση έβλεπε τα social media ως υποκινητή της εξέγερσης, συμπληρώνει η Marie Lamensch. Όλες οι πλευρές, λέει, «χρησιμοποιούν δυνατές εικόνες για να διαδώσουν το μήνυμά τους – εικόνες νεκρών κατά κόρον για να πουν “Να τι κάνουν οι αντίπαλοι”».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κλιμακούμενου μίσους περπάτησε το Ισλαμικό Κράτος. Από τη στιγμή της εμφάνισής του ως ανεξάρτητου κινήματος μετά από τις διαμάχες με τη μητρική οργάνωση Al Qaeda στα τέλη του 2013, καμία ομάδα δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει σε τέτοιο βαθμό τα διαιρεμένα μέσα της Συρίας. Το ISIS, αφότου κατάφερε να σχηματίσει μια σκληροπυρηνική θρησκευτική ρητορική, είπε στους υποστηρικτές του ότι εγκαθιδρύει ένα χαλιφάτο η ύπαρξη και η ισχυροποίηση του οποίου απαιτούσε μια κοινωνική κάθαρση: έξω οι Σιίτες, οι αποστάτες και οι θρησκευτικές μειονότητες. Σύντομα, οι υποστηρικτές της οργάνωσης επιδόθηκαν σε έναν αγώνα άνευ προηγουμένου προβάλλοντας την τερατώδη αποστολή τους μέσα από μια εκστρατεία στα μίντια τόσο επιδέξια ενορχηστρωμένη, ώστε κατάφεραν να παρασύρουν και να προσηλυτίσουν χιλιάδες ανθρώπους από όλο τον κόσμο.

ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ORIENT, ο Abdulrahim δεν μπορεί να σταθεί σε μια μεριά, αναμένοντας νέα από μια μικρή πόλη στη Βόρεια Συρία. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων έντεκα ημερών, οι κυβερνητικές δυνάμεις βομβάρδιζαν από αέρος το προπύργιο των ανταρτών Zabadani. Το δορυφορικό δίκτυο είχε καταφέρει να βάλει έναν ρεπόρτερ μέσα, αλλά το εγχείρημα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. «Ο συγκεκριμένος ανταποκριτής τα δύο τελευταία χρόνια έχει εργαστεί σε τρομερά πιεστικές συνθήκες», μου λέει ο Abdulrahim, ενώ η εξιστόρησή του για τον νεαρό δημοσιογράφο που είναι συνέχεια στο τρέξιμο από τη μία ένοπλη ομάδα στην άλλη διακόπτεται από τις γρήγορες ρουφηξιές του τσιγάρου του – σημειωτέον, η πλειοψηφία του προσωπικού του σταθμού ηλικιακά είναι γύρω στα 20.

Κάπως έτσι κυλούν οι μέρες στη δουλειά για τον Abdulrahim. Από το 2011 ο σταθμός έχει ήδη χάσει έξι δημοσιογράφους που μετέδιδαν από το πεδίο της μάχης στη Συρία, ενώ άλλοι δεκαπέντε τελούν υπό κράτηση, σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη του καναλιού.

Το Orient δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Όλοι όμως γνωρίζουν το μέγεθος του κινδύνου και κατανοούν πως ενδέχεται να ακολουθήσουν και άλλες απώλειες.

Αυτή τη στιγμή ο σφοδρότερος αντίπαλος του Orient δεν είναι η κυβέρνηση της Συρίας, αλλά το ISIS. Η εξτρεμιστική οργάνωση έχει στα χέρια της τουλάχιστον πέντε εργαζόμενους του Orient, σε άγνωστες τοποθεσίες, ενώ ο εξοπλισμός του σταθμού αποτέλεσε επίσης στόχο επαναλαμβανόμενων επιθέσεων. Τον Φεβρουάριο του 2013 το ISIS χάκαρε την ιστοσελίδα του καναλιού αναρτώντας απειλές ενάντια στο προσωπικό του. Ως ένας μετριοπαθής φιλελεύθερος, «Ήμουν ο πρώτος στόχος για αυτούς» ισχυρίζεται τώρα ο Aboud.

Το Orient ουδέποτε απεύθυνε κάλεσμα για πράξεις βίας και ποτέ δεν απέκρυψε φρικαλεότητες. Όντως, την ίδια ημέρα, ο Aboud αποκηρύσσει τις εκκλήσεις μιας ομάδας ανταρτών να κάψουν τα μέλη του ISIS στην πυρά. «Αυτή δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή του ISIS», λέει.

Από τη στιγμή που για τόσα χρόνια τα ΜΜΕ επιδίδονταν σε πρακτικές αποανθρωποποίησης του εχθρού, το μόνο που είχε να κάνει το Ισλαμικό Κράτος ήταν να οδηγήσει την αφήγηση στο αποκαλυπτικό της άκρο. Το ISIS καλλιέργησε την ιδέα πως δεν είχαμε απλώς μια εξέγερση που οδήγησε στην ένοπλη σύρραξη αλλά έναν απόλυτο ιερό πόλεμο μεταξύ μιας γνήσιας πλειοψηφίας Σουνιτών και ενός αιρετικού μειοψηφικού Σιιτικού καθεστώτος. Τα ζητήματα δεν ήταν πια τοπικά αλλά υπαρξιακά: καλό ή κακό, παράδεισος ή κόλαση.

Όπως αυτή που προηγήθηκε, έτσι και η επανάσταση του ISIS εξασφάλισε απευθείας μετάδοση. Κανένα βίντεο δεν πήρε τέτοια δημοσιότητα κατά τη διάρκεια της σύρραξης όσο τα φιλμ των αποκεφαλισμών του ISIS. Ποτέ άλλοτε οπτικοακουστικό υλικό στρατολόγησης νέων μελών δεν έφτασε σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη όπως αυτό της εξτρεμιστικής οργάνωσης. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, όλα αυτά συνέβησαν στο ίδιο τοπίο όπου η δημοσιογραφία των πολιτών εκθειάστηκε ως το νέο δημοκρατικό κύμα. «Το ISIS δεν έχει επίσημους αναμεταδότες να τουιτάρουν στο όνομά του», σύμφωνα με τον Charlie Winter, ερευνητή του Ιδρύματος Quilliam ο οποίος έχει ασχοληθεί με την προπαγάνδα του ISIS. «Τα μηνύματα διαδίδονται από τους υποστηρικτές του, οι οποίοι όμως δεν έχουν επιστρατευτεί επίσημα για αυτό το σκοπό… Έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα μάλλον κολοσσιαίο σύστημα διάδοσης μηνυμάτων».

Πράγματι, η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως σήμερα με τόσα πολλά μέσα ενημέρωσης, είναι πιο δύσκολο από ποτέ να βρεθεί η αλήθεια. Κάποτε το αυταρχικό καθεστώς της Συρίας ήταν ένα κλειστό βιβλίο. Σήμερα, κάθε χωριό και πόλη μπορεί να μεταδώσει απευθείας εικόνες μέσω δορυφόρου, κι όμως δεν είμαστε και πολύ καλύτερα ενημερωμένοι για τις καθημερινές μάχες από τους πολίτες που είναι εγκλωβισμένοι εκεί.

Ο θόρυβος φαίνεται να εξυπηρετεί ικανοποιητικά τα άκρα. Κανείς δεν θα φωνάξει πιο δυνατά από το ISIS, η βία του οποίου είναι εκκωφαντική. Το καθεστώς Άσαντ, εντωμεταξύ, διασώζεται από μια «στρατηγική σύγχυσης» που χρησιμοποιεί, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Legatum Institute για την κυβερνητική προπαγάνδα. Σε μια θάλασσα από μισές αλήθειες και διαδόσεις, ακόμη και οι πιο αξιόπιστες καταγγελίες των παραπτωμάτων του Άσαντ καταλήγουν να ενισχύουν ακόμα περισσότερο αυτόν «τον θόρυβο που διαπερνά τα πάντα», γράφει η συγγραφέας και δημοσιογράφος Abigail Fielding Smith.

Αυτές τις μέρες, ο πόλεμος των μέσων ενημέρωσης εντείνεται – δυσοίωνη ένδειξη για την έκβαση των συγκρούσεων στις εμπόλεμες ζώνες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Aboud, ο πόλεμος στη Συρία ξεδιπλώνεται σε τέσσερα επίπεδα: το στρατιωτικό, το πολιτικό, το πνευματικό, και το επιχειρηματικό – αναπτυξιακό. Έχει την άποψη πως είναι επιτακτική ανάγκη να ηττηθούν τόσο το ISIS όσο και το καθεστώς Άσαντ, και αυτό το έργο έχει τώρα ως αποστολή του το Orient TV.

Η Elizabeth Dickinson είναι δημοσιογράφος του πρακτορείου Deca, με βάση της την Αραβική Χερσόνησο. Μπορείτε να την ακολουθήσετε στο Twitter  @dickinsonbeth

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 10 – Άνοιξη 2016.

Ανακαλύψτε το νέο τεύχος της δημοσιογραφίας που κυκλοφορεί.

 

 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.