Στρίβοντας δεξιά στη διακλάδωση του Wallerstein

Η πολιτική αντιμετώπιση της ακροδεξιάς βασίστηκε όχι στην απόκρουση των επιχειρημάτων της, αλλά στην υιοθέτηση μεγάλου μέρους της ατζέντας της από τα δεξιά/κεντροδεξιά κόμματα (αλλά και από την κεντροαριστερά ακόμα), νομιμοποιώντας τις θέσεις της και μεταφέροντας την ακροδεξιά στοχοθέτηση στο πολιτικό κέντρο.
Η διακλάδωση
12 October, 2017
Tagged:
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn
Του Μιχάλη Παναγιωτάκη*

 

  1. Η διακλάδωση

“Things fall apart; the centre cannot hold”
– The Second Coming, W. B. Yeats (1919)

Η Θεωρία των Παγκοσμίων Συστημάτων (ΘΠΣ) είναι μια προσέγγιση της ιστορίας και των κοινωνικών μεταβολών που χρησιμοποιεί έννοιες και μεθοδολογίες ανάλυσης από τη μελέτη των δυναμικών συστημάτων στη φυσική. Ο Ιμάνουελ Βαλερστάιν, είναι ίσως ο επιφανέστερος θεωρητικός της ΘΠΣ, και ο ευρύτερα γνωστός εκφραστής της.

Κατά τον Βαλερστάιν έχουμε μπει εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες σε μια διαδικασία μετάβασης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος προς δύο πιθανές κατευθύνσεις. Η διαδικασία αυτή διαρκεί αρκετές δεκαετίες και, κατά τον Βαλερστάιν, έχει ήδη τεθεί σε κίνηση από την «παγκόσμια επανάσταση του 1968». Το υπάρχον σύστημα διέρχεται βαθιά κρίση διαρκείας και εμφανίζει εδώ και χρόνια χαοτική συμπεριφορά: περνάει από καταστάσεις «τυχαίων διακυμάνσεων σε όλες τις παραμέτρους του ιστορικού συστήματος»: την παγκόσμια οικονομία, το σύστημα διακρατικών σχέσεων και τα πολιτισμικά-ιδεολογικά ρεύματα.

Κατά Βαλερστάιν λοιπόν, το σύστημα οδηγείται για λόγους που στοιχειοθετεί εκτενώς, σε μια «διακλάδωση» στην οποία δυο διάδοχες μορφές εμφανίζονται ως δυνατές και ευσταθείς, και η τελική κατάληξη  του Παγκόσμιου Συστήματος είναι αβέβαιη:

«…Οι μόνιμες τάσεις τελικά μετακινούν το σύστημα προς τις ασύμπτωτές του, και το σύστημα δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει τη φυσιολογική ανέλιξή του. Εκεί αρχίζει να διακυμαίνεται έντονα και επανειλημμένα οδηγώντας σε διακλάδωση – δηλαδή σε μια χαοτική κατάσταση στην οποία δεν μπορεί να διατηρηθεί σταθερή ισορροπία. Σε μια τέτοια χαοτική κατάσταση υπάρχουν δυο σημαντικά αποκλίνουσες μεταξύ τους δυνατότητες ανάπλασης της τάξης μέσα από το χάος, ή ενός νέου σταθερού συστήματος. Η περίοδος αυτή μπορεί να αποκληθεί “δομική κρίση του συστήματος” και σε αυτήν εκτυλίσσεται μια μάχη εξαπλωμένη σε όλο το σύστημα – για τα ιστορικά κοινωνικά συστήματα μιλάμε για μια πολιτική μάχη – σχετικά με ποια από τις δύο εναλλακτικές δυνατές καταλήξεις θα “επιλεχθεί“».

Οι δύο αυτές δυνητικές εναλλακτικές καταλήξεις κατά τον Βαλερστάιν είναι:

  • ένα παγκόσμιο σύστημα που θα διατηρεί την ιεραρχικότητα, την εκμετάλλευση και την ανισότητα του σημερινού, θα επιτείνει αυτά τα χαρακτηριστικά και θα τα επιβάλλει σε αυταρχικότερα πλαίσια από τα σημερινά (αυτό που ο Βαλερστάιν ονομάζει σχηματικά «Πνεύμα του Νταβός») ή
  • ένα παγκόσμιο σύστημα σημαντικά πιο δημοκρατικό και εξισωτικό (που ο Βαλερστάιν αποκαλεί σχηματικά «Πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε»).

Από την κρίση του 2007 και μετά, τα σημάδια της αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν ενταθεί και πολλαπλασιαστεί, και το θεωρητικό σχήμα του Βαλερστάιν έχει πάρει σάρκα και οστά σε όλο τον πλανήτη. Η διαδικασία συνεχούς «αποδημοκρατισμού» των πολιτικών συστημάτων μέσω της μεταφοράς των αποφάσεων σε διεθνείς, ανεξέλεγκτους δημοκρατικά θεσμούς, η πρωτοφανής ανισότητα εισοδημάτων και πλούτου, ορατή πια σε όλο τον κόσμο μέσα από την επανάσταση των τηλεπικοινωνιών, η γεωπολιτική ρευστότητα, οι πόλεμοι, η περιθωριοποίηση και το πέρασμα στην επισφάλεια όλο και περισσότερων πολιτών και η υπονόμευση όσων κρατών προνοίας οικοδομήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, έχει οδηγήσει τα πολιτικά συστήματα σε όλο τον κόσμο σε κρίση ανυποληψίας και απονομιμοποίησης. Το κενό πολιτικής, η κοινωνικο-οικονομική πόλωση και η ακρότητα των συνεπειών της παραμονής στην πεπατημένη, έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο σχήματα που βρίσκονταν πέρα από τα άκρα αυτού που αποτελούσε, μέχρι την αλλαγή του αιώνα, «το θεμιτό κυβερνητικό φάσμα». Έτσι, από τις ΗΠΑ μέχρι την Λατινική Αμερική, και από την Ινδία μέχρι τον Αραβικό Κόσμο και τις Φιλιππίνες, προβάλλει με ποικίλους τρόπους ένα νέο χαοτικό πολιτικό τοπίο. Μέσα σε αυτό, αναδύονται μαζί άγιοι και τέρατα σε μέχρι πρότινος εξωσυστημικά δίπολα: Τραμπ – Σάντερς, Κόρμπυν – Φαράζ, Μελανσόν – Λεπέν, Ροζ Κύμα – Μαύρο Κύμα στη Λατινική Αμερική.

Το «Πνεύμα του Νταβός» του Βαλερστάιν είναι ήδη εδώ και μοιάζει να επικρατεί. Συντίθεται από τον παρακμάζοντα και ολοένα πιο απονομιμοποιημένο και αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό των κομμάτων αυτού που έχει ονομαστεί Ακραίο Κέντρο, σε διάλογο και σε σχέση αλληλοτροφοδότησης – και συχνά συνεργασίας – με την ανερχόμενη νέα παγκόσμια ακροδεξιά. Το «Πνεύμα του Νταβός» αποκτά ένα πρόσωπο που είναι μισό Όρμπαν και μισό Μόντι.

  1. Η παγκόσμια άνοδος της ακροδεξιάς

“History never repeats itself but it rhymes”
– Mark Twain (αποδιδόμενο)

Η καινούρια ακροδεξιά δεν μοιάζει με εκείνη της δεκαετίας του ‘30 και οι μορφές που παίρνει σε όλο τον κόσμο δεν συγκλίνουν απαραίτητα μεταξύ τους. Υπάρχουν ακροδεξιά κόμματα που επιχειρούν να προστατεύσουν κάποιου είδους κοινωνικό κράτος, π.χ. το κυβερνών κόμμα του Νόμου και της Δικαιοσύνης στην Πολωνία,  και κόμματα που θέλουν να το διαλύσουν, όπως οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ. Υπάρχουν κόμματα που καταγγέλλουν τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και τις λεγόμενες «συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου» και κόμματα που τις ενστερνίζονται.

Υπάρχουν όμως κάποια κοινά χαρακτηριστικά που διατρέχουν τα πολιτικά κόμματα της ακροδεξιάς παγκοσμίως και μας επιτρέπουν να ιχνογραφήσουμε τη σημερινή ταυτότητά τους:

  • Είναι εθνικιστικά. Αναφέρονται σε ένα εξιδανικευμένο, μυθικό εθνικό παρελθόν, έχουν σοβινιστικό λόγο και πράξη, προωθούν την ξενοφοβία και γενικότερα στοχοποιούν και χρησιμοποιούν ως αποδιοπομπαίους τράγους τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, «αλλόφυλους και αλλογενείς» πληθυσμούς, και μειονοτικές εθνικές ή κοινωνικές ομάδες. Από αυτά τα συστατικά κατασκευάζονται εσωτερικοί υπονομευτές και εξωτερικοί εχθροί.
  • Επαγγέλλονται τον «Νόμο και την Τάξη»: Στην πολιτική τους ατζέντα έχει προτεραιότητα η μεγιστοποίηση και η ένταση της ανασφάλειας και των φόβων των πολιτών και η αύξηση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους. Η άνοδός τους ευνοήθηκε από τη σύμπλευσή τους με την ανάλογη ατζέντα των παραδοσιακών συντηρητικών και εντυπωσιοθηρικών ΜΜΕ σε τέτοια θέματα.
  • Είναι κοινοβουλευτικοί πρωτίστως σχηματισμοί: Δεν πρόκειται παρά σπανίως για «κινηματικά» κόμματα, δεν βασίζονται σε μαζικά λαϊκά κινήματα από τα κάτω, όπως ο φασισμός και ο ναζισμός στον Μεσοπόλεμο. Είναι τυπικά εντός κοινοβουλευτικού πλαισίου – παρότι συχνά με προβλήματα ένταξης σε αυτό – έχουν μηντιακή στρατηγική και μετέρχονται του σύγχρονου πολιτικού μάρκετινγκ. Πρόκειται για κόμματα που προέρχονται ιστορικά από άλλα κόμματα της δεξιάς και της σκληρής ακροδεξιάς ή από δικτατορικά καθεστώτα. Αυτές οι πρόδρομες μορφές των αναδυόμενων ακροδεξιών σχηματισμών αποτέλεσαν και τη δεξαμενή από την οποία στρατολογήθηκε ο πυρήνας τους.
  • Είναι ιεραρχικά, αντιδημοκρατικά και αντίπαλα των μορφών κοινωνικής αυτοοργάνωσης. Είναι κόμματα που ρέπουν προς ή αγκαλιάζουν τον αυταρχισμό, παρότι ανομολόγητα. Εσωτερικά λειτουργούν ηγετοκεντρικά. Έχουν σχέσεις αντιπαράθεσης με τα συνδικάτα, τις κοινωνικές και δικαιωματικές διεκδικήσεις, τα ανεξάρτητα κοινωνικά κινήματα. Αντίθετα, έχουν καλές σχέσεις με θρησκευτικές οργανώσεις, και εθνικιστικά ή τοπικιστικά κινήματα. Η ακροδεξιά είναι καταστατικά ολιγαρχική.
  • Είναι κόμματα με αντιφατικές κοινωνικές αναφορές. Σχεδόν παντού όπου τα κόμματα αυτά θριαμβεύουν έχουν στηρίγματα σε ισχυρά τμήματα της εθνικής αστικής τάξης της εκάστοτε χώρας, αλλά μαζικοποιούνται με αναφορά στα μικροαστικά και τα φτωχότερα στρώματα, τα παραδοσιακά εργατικά ή αγροτικά και τα πτωχευμένα μεσοστρώματα. Αναπτύσσονται μέσα στην αντίφαση μεταξύ μιας ρητορικής «λαϊκότητας» και της στήριξής τους από ισχυρά συμφέροντα. Στις ΗΠΑ, στην Ινδία και στην Ιαπωνία π.χ., αυτό είναι εμφανέστερο από ό,τι στην Ευρώπη.
  • Είναι κόμματα του κοινωνικού συντηρητισμού. Είναι στη βάση τους ρατσιστικά και σεξιστικά κόμματα – στο μέτρο της καθιερωμένης κατά περίπτωση κοινωνικής νόρμας στις χώρες τους. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις έχουν στελέχη ή και ηγέτες γυναίκες (η Μαρίν Λεπέν είναι το διασημότερο παράδειγμα), και περιλαμβάνουν και μειονότητες στα ψηφοδέλτιά τους. Σε κάποιες χώρες της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζονται ως υποστηρικτές των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και των γυναικών, απέναντι στην «εισβολή των ισλαμιστών».

ΑΚΡΑ ΔΕΞΙΑ

  1. Η παγκόσμια ανάδυση της ακροδεξιάς

“And what rough beast, its hour come round at last,
Slouches towards Bethlehem to be born?”
– The Second Coming W. B. Yeats  (1919)

Η ακροδεξιά που περιγράψαμε παραπάνω, με την ευρύτατη έννοια, είναι σε παγκόσμια έξαρση: Από τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους, μέχρι τη Λεπέν και τον Βίλντερς, τη Βρετανία του UKIP, τη Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, τα ακροδεξιά κόμματα της Σκανδιναβίας, τους Ελεύθερους Δημοκράτες στην Αυστρία, την Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, το Γιόμπικ, αλλά και το Φιντές στην Ουγγαρία, το Σβόμποντα (μεταξύ άλλων) στην Ουκρανία, τον Ερντογάν και το AKP στην Τουρκία, τη συμμαχία του Λικούντ με τον Λίμπερμαν στο Ισραήλ.

Αλλά και τον Μόντι και το BJP στην Ινδία, τον Άμπε και τη στροφή στο Φιλελεύθερο Κόμμα της Ιαπωνίας, τους Βραζιλιάνους πραξικοπηματίες και το χριστιανοφονταμενταλιστικό/φασιστικό Κοινωνικό Χριστιανικό Κόμμα κ.λπ. Υπάρχει ο Πούτιν (εν μέρει) και ο Ζιρινόφσκι στη Ρωσία – και άλλα πολλά στην πρώην ΕΣΣΔ. Κατά μια έννοια, τόσο τα Σαλαφιστικά κινήματα στον Σουνιτικό κόσμο σε Ασία και Αφρική και ιδιαίτερα το Σαουδικό καθεστώς, όσο και οι επανακάμψαντες δικτάτορες όπως ο Σίσι στην Αίγυπτο, ανήκουν στην ίδια αυταρχική «οικογένεια».  Σε διπλανές στήλες παρουσιάζουμε τρεις κρίσιμες αλλά πιο μακρινές και συνεπώς πιο «άγνωστες» στο ελληνικό κοινό περιπτώσεις κυβερνώσας ακροδεξιάς: στην Ιαπωνία, τη Βραζιλία και την Ινδία.

Τα κόμματα της ακροδεξιάς είχαν θεαματική ενίσχυση τα τελευταία χρόνια. Ακόμα πιο μεγάλη άνοδο όμως είχε η ακροδεξιά πολιτική με την έννοια της ροπής προς τον αυταρχισμό, της αμφισβήτησης της αρχής της ισότητας των μελών της κοινωνίας, της απονεύρωσης της δημοκρατίας, του φόβου του ξένου και της επιστροφής σε μια μυθική θρησκευτική/πολιτική παραδοσιακή ουτοπία, αλλά και στους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς.

Το παγκόσμιο σύστημα οδηγείται σε μορφές στις οποίες τα κεκτημένα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας υπονομεύονται, η δυνατότητα των πολιτών να επιλέγουν και να ελέγχουν πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις, που τους αφορούν, περιορίζεται συνεχώς και ο κόσμος διοικείται από μη-εκλεγμένες τεχνοκρατικές και πλουτοκρατικές ελίτ.

Οι ανισότητες στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διευρύνονται και ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού παγκοσμίως, αλλά πιο αισθητά στη Δύση που νόμιζε πως είχε αφήσει αυτόν τον Ντικενσιανό κόσμο πίσω της πριν από έναν αιώνα, νιώθει επισφαλές και απειλούμενο. Παράλληλα, οι συγκρούσεις μεταξύ των ηγεμονικών δυνάμεων του συστήματος οδηγούν σε πολέμους διά εκπροσώπων και στην άνοδο της τρομοκρατίας, επιτείνοντας με έναν ακόμη τρόπο τη γενικευμένη ανασφάλεια.

Η πολιτική αντιμετώπιση της ακροδεξιάς βασίστηκε όχι στην απόκρουση των επιχειρημάτων της, αλλά στην υιοθέτηση μεγάλου μέρους της ατζέντας της από τα δεξιά/κεντροδεξιά κόμματα (αλλά και από την κεντροαριστερά ακόμα), νομιμοποιώντας τις θέσεις της και μεταφέροντας την ακροδεξιά στοχοθέτηση στο πολιτικό κέντρο. Η απειλή κατά της δημοκρατίας που συνιστούν τα κόμματα αυτά δεν γίνεται άμεσα αισθητή μέσα στην ήδη προχωρημένη μετάβαση στη μεταδημοκρατία. Η γελοιοποίηση και η περιφρόνηση της λαϊκής εκλογικής βάσης των κομμάτων αυτών από το κυρίαρχο («ακραίο») κέντρο έδρασε συσπειρωτικά (όπως είδαμε στις ΗΠΑ).

Επί της ουσίας κανένα από τα συστημικά κόμματα σε όλο τον κόσμο δεν ήταν έτοιμο να παραδεχθεί πως βρίσκεται σε πορεία μάλλον τελεσίδικης απώλειας της λαϊκής ανοχής και μέσα στην παγκόσμια κρίση όλα επέμειναν και επιμένουν στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής, παρά την επανειλημμένα εκπεφρασμένη εκλογικά διαμαρτυρία των πολιτών. Ενισχύθηκε έτσι η εθνική περιχαράκωση και η αναζήτηση της λαϊκής δημοκρατικής κυριαρχίας έξω από τους ανυπόλογους δημοκρατικά διεθνείς θεσμούς.

Οι δυνάμεις της αριστεράς (το «Πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε» κατά Βαλερστάιν) από την άλλη, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από τον πολύ κόσμο ως δέσμιοι ενός διεθνισμού που τις ταυτίζει, στη δυνητική πολιτική και εκλογική της βάση, με τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του «κέντρου». Παρότι σημειώνουν σημαντική και συχνά πρωτοφανή άνοδο σε πολλές χώρες (το φαινόμενο Σάντερς θα ήταν αδύνατο να προκύψει ακόμα και 10 χρόνια νωρίτερα π.χ.), δεν έχουν καταφέρει, πέρα από τη Λατινική Αμερική από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και μετά, να προσφέρουν ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα, ένα σχέδιο ανάκτησης της δημοκρατικής επιλογής και του δημοκρατικού ελέγχου στην κοινωνία. Με δεδομένη την υποχώρηση της αριστεράς και στη Λατινική Αμερική, φοβάμαι πως στην διακλάδωση που έρχεται το παγκόσμιο σύστημα ρέπει προς τα δεξιά.

Η περίπτωση Μόντι: Γενοκτονία, Μυθικός Εθνικισμός και Νεοφιλελευθερισμός στην Ινδία

Για να εξηγήσουμε τι είναι ο Μόντι πρέπει να μιλήσουμε για τη σφαγή των μουσουλμάνων στην ινδική Πολιτεία του Γκουτζαράτ μετά τις 27 Φεβρουαρίου 2002, υπό την ανοχή – και ίσως, όπως λέγεται, την καθοδήγηση – του Ναρέντρα Μόντι. Αφορμή για τη σφαγή στάθηκε η πυρκαγιά που ξέσπασε, καθώς τρένο που μετέφερε ινδουιστές προσκυνητές μέσα από μια θρησκευτικά διχασμένη περιοχή, μετά από αντεγκλήσεις των επιβατών με ντόπιους μουσουλμάνους.

Οι έρευνες έκτοτε έχουν αποφανθεί πως η πυρκαγιά ήταν ατύχημα. Τα γεγονότα αυτά πυροδότησαν διακοινοτικές ταραχές στην Πολιτεία. Αμέσως ο τότε νεοεκλεγείς πρωθυπουργός του Γκουτζαράτ και νυν Πρωθυπουργός της Ινδίας έσπευσε να κατηγορήσει τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν για την πυρκαγιά, χωρίς κανένα στοιχείο, και στη συνέχεια επέτρεψε να εκτεθούν τα καμένα πτώματα των 59 νεκρών (στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα) σε δημόσια θέα στο Αχμενταμπάντ, τη μεγαλύτερη πόλη του Γκουτζαράτ.

Ο ίδιος ενέκρινε τριήμερη γενική απεργία διαμαρτυρίας για το συμβάν σε ολόκληρη την Πολιτεία. Μέσα σε συντονισμένο κύμα δημοσιευμάτων και ψευδών φημών περί μουσουλμανικών αγριοτήτων, ο ινδουιστικός όχλος, με την ενθάρρυνση του κόμματος του Μόντι και άλλων ακραίων ινδουιστικών οργανώσεων, επιδόθηκε τις επόμενες μέρες σε ένα πογκρόμ εναντίον μουσουλμάνων και άλλων μειονοτήτων, ανεμπόδιστος ή και επικουρούμενος από τα σώματα ασφαλείας.

Στη φρικώδη σφαγή, πάνω από δύο χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, πολλοί περισσότεροι τραυματίστηκαν και χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν. Οι δίκες για τη σφαγή, που ακολούθησαν με πολύ βραδείς ρυθμούς και με αμφισβητούμενη αμεροληψία, δεν οδήγησαν σε καταδίκη του Μόντι, αν και καταδικάστηκαν αρκετοί άμεσοι συνεργάτες του. Ο Μόντι έγινε μαύρο πρόβατο: του είχε απαγορευθεί η είσοδος στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία επί δέκα χρόνια μετά τη σφαγή, μέχρι που έγινε Πρωθυπουργός της Ινδίας.

Ο Μόντι σιγά-σιγά επέκτεινε την επιρροή του και πέρα από το Γκουτζαράτ, απέκτησε υποστηρικτές πανεθνικά και επαινέθηκε για τις οικονομικές επιδόσεις που παρουσίασε η Πολιτεία του, πάνω σε ένα μοντέλο που διαφημίστηκε ως Modinomics.  Οι επιδόσεις αυτές, όπως παρατηρούσε ο Αντίτγια Τσακραμπότι στον Guardian το 2014 προσέφεραν μεγέθυνση της οικονομίας αλλά όχι ανάπτυξη:

«Σε ό,τι αφορά το μοντέλο ανάπτυξης του Γκουτζαράτ, δεν υφίσταται. Η Πολιτεία έχει γνωρίσει οικονομική μεγέθυνση, αλλά ελάχιστη ανάπτυξη. Υπό τον Μόντι έμεινε πίσω από τις άλλες μεγάλες Ινδικές Πολιτείες στην αντιμετώπιση της βρεφικής θνησιμότητας, τη μείωση της φτώχειας και του αναλφαβητισμού. Το 2016 υπήρχαν περισσότερα υποσιτιζόμενα παιδιά στο Γκουτζαράτ από ό,τι το 1993, κάτι που ο Μόντι απέδωσε στο ότι τα κορίτσια της μεσαίας τάξης δίνουν προτεραιότητα στην εμφάνισή τους.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίζουν τον Μόντι, αλλά αυτό οφείλεται στα τόσα που τους έχει δώσει. Από την πλευρά τους, του παρείχαν ως αντάλλαγμα την χορηγία τους και βόλτες με τα ιδιωτικά τους αεροπλάνα».

Η στήριξη αυτή, φανερή αλλά και κάτω από το τραπέζι, ευοδώθηκε με την εκλογή του Μόντι στην πρωθυπουργία, με την αρωγή αμερικανικών εταιρειών δημοσίων σχέσεων και μάρκετινγκ, και την προώθηση μιας σκληρής νεοφιλελεύθερης ατζέντας. Έκτοτε, ως κυρίαρχος του παιχνιδιού στην Ινδία συνεχίζει αυτόν το συνδυασμό αταβιστικού εθνικισμού και νεοφιλελευθερισμού.

Η προσπάθεια πολιτικού ξεπλύματος του ακροδεξιού Μόντι συνεχίζεται από μεγάλα τμήματα των ινδικών ΜΜΕ, υπό την επιρροή της αστικής τάξης που τον έχει αγκαλιάσει. Ήδη σχεδιάζει επίθεση στη δημόσια περιουσία και τον δημόσιο τομέα, ανοίγοντας πλήρως πεδία που μέχρι σήμερα ήταν κλειστά στις ξένες επενδύσεις, όπως η άμυνα, οι συγκοινωνίες, οι ορυκτοί πόροι, οι αερομεταφορές, η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες, ενώ έχει βάλει μπροστά ένα ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Ταυτόχρονα, σε θέματα δικαιωμάτων και ελευθεριών, μεταξύ άλλων και του Τύπου, η κυβέρνηση Μόντι οπισθοδρομεί.

Στάσιμη είναι και η ινδική οικονομία για την πλειοψηφία του πληθυσμού της  παρά το success story της κυβέρνησης Μόντι. Φυσικά, η εκλογική επιτυχία του βασίζεται και στην πλήρη ανυποληψία του Κόμματος του Κογκρέσου, του ιστορικού κεντροαριστερού κόμματος της Ινδίας λόγω της οικονομικής του πολιτικής και της βαθιάς του διαφθοράς. Ο Μόντι μπορεί ακόμα να παρουσιάζεται, με τη βοήθεια ενός μηντιακού τοπίου το οποίο ελέγχει με κίνητρα και εκφοβισμούς, ως η προσωποποίηση της άρνησης του παλιού και διεφθαρμένου συστήματος.

Ιαπωνία: Ο εγγονός του εγκληματία πολέμου και μια σκοτεινή οργάνωση

Στην Ιαπωνία πρόσφατα, η κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει τη διδασκαλία του Mein Kampf του Χίτλερ στα σχολεία, μαζί με τo Αυτοκρατορικό Διάταγμα για την Παιδεία του 1890, βασικό εργαλείο προπαγάνδας του ιαπωνικού φασισμού στον Μεσοπόλεμο. Η προσθήκη διευκρινίσεων ότι δεν θα πρέπει Ο Αγών του Χίτλερ να χρησιμοποιηθεί για να προάγει τον ρατσισμό δεν μοιάζει καθόλου καθησυχαστική.

Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σίνζο Άμπε, αρχηγός του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (ΦΔΚ) που κυβερνά την Ιαπωνία, με ένα μικρό μόνο διάλλειμα από τον πόλεμο και μετά, και μέλη της κυβέρνησής του, δείχνουν ανησυχητική προσκόλληση στον ναζισμό και τον ιαπωνικό αυτοκρατορικό φασισμό. Ο ίδιος είναι εγγονός ενός πρωτοκλασάτου εγκληματία πολέμου, του Νονμποσούκε Κισί, υπεύθυνου για ασύλληπτες αγριότητες στην Κορέα και τη Μαντζουρία, που μετέπειτα αποκαταστάθηκε από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής, επειδή τον θεωρούσαν χρήσιμο για τη διακυβέρνηση της μεταπολεμικής Ιαπωνίας. Αυτός ο άνθρωπος, κατά τον ίδιο τον Άμπε, «αποτελεί πολιτικό του πρότυπο».

Δύο μέλη της κυβέρνησης του Άμπε έχουν σχέση με το ιαπωνικό ναζιστικό κόμμα, άλλος ένας με μια βίαιη αντικορεάτικη ακροδεξιά σέχτα, ενώ το 2013 ο αναπληρωτής πρωθυπουργός δήλωνε πως «το Γερμανικό Σύνταγμα της Βαϊμάρης μετατράπηκε στο Σύνταγμα του Ναζισμού πριν το πάρει κανείς χαμπάρι… Άλλαξε πριν το καταλάβει κανείς. Γιατί δεν μαθαίνουμε από τη μέθοδο αυτή;».

Το Σύνταγμα στο οποίο αναφέρεται είναι το Σύνταγμα που επέβαλαν οι ΗΠΑ στην ηττημένη Ιαπωνία το 1947. Είναι ένα πασιφιστικό και δημοκρατικό Σύνταγμα, που βρίσκεται στο στόχαστρο του ιαπωνικού εθνικισμού από τον πόλεμο και μετά, και το ΦΔΚ τα τελευταία χρόνια το παραβιάζει κατά συρροήν – αλλά πια αυτό δεν του φθάνει. Οι αλλαγές που θέλει να κάνει το κόμμα του Άμπε, περιλαμβάνουν «την απόρριψη της καθολικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ανύψωση της διατήρησης της δημόσιας τάξης πάνω από όλα τα ατομικά δικαιώματα (συμπεριλαμβανομένων της ελευθερίας του λόγου και του τύπου), την ακύρωση της πλήρους εγγύησης όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων, την αναστολή του Συντάγματος σε “περιόδους εκτάκτων καταστάσεων”, τη μείωση των φραγμών για μελλοντικές συνταγματικές τροποποιήσεις και φυσικά την κατάργηση του Άρθρου 9 που περιορίζει την στρατιωτική ισχύ της Ιαπωνίας».

Από την αρχή της θητείας του Άμπε, η ελευθερία του Τύπου και του λόγου δέχθηκε αλλεπάλληλα χτυπήματα, με αποτέλεσμα η Ιαπωνία να έχει πέσει μέσα σε έξι χρόνια 61 θέσεις στην κατάταξη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου στον κόσμο. Μεταξύ άλλων υπάρχει μια δρακόντεια για το κρατικό απόρρητο νομοθεσία, που τιμωρεί με φυλάκιση όποιον δημοσιογράφο αναφέρει θέμα που θεωρείται κρατικό απόρρητο ακόμα και αν δεν ξέρει πως είναι κρατικό απόρρητο, ενώ οι πιέσεις προς τις εφημερίδες να γράφουν αυτά που θέλει η κυβέρνηση είναι συνεχείς. Στις προηγούμενες εκλογές του 2014 η κυβέρνηση είχε εκδώσει οδηγίες για το τι επιτρεπόταν και τι δεν επιτρεπόταν να συζητήσουν τα ΜΜΕ (π.χ. το θέμα της πυρηνικής ενέργειας με πρόσφατη την καταστροφή της Φουκουσίμα ήταν εκτός), υποδεικνύοντας πως το μόνο που θα έπρεπε να συζητηθεί προεκλογικά ήταν τα οικονομικά. Τα ΜΜΕ ανταποκρίθηκαν, μέσα σε ένα κλίμα εκφοβισμού.

Πίσω από όλη αυτή την ακροδεξιά και εθνικιστική στροφή της Ιαπωνίας βρίσκεται μια υπερσυντηρητική, παραδοσιοκρατική οργάνωση, η Νιππόν Καϊγκί (Ιαπωνική Συνδιάσκεψη), μέλη της οποίας είναι ο ίδιος ο Άμπε και το μεγαλύτερο μέρος της κυβέρνησής του. Πρόκειται για μια οργάνωση που έχει σαν σκοπούς, μεταξύ άλλων, την επαναφορά της λατρείας του Αυτοκράτορα, την ακύρωση του επιβληθέντος από τους νικητές Συντάγματος της Ιαπωνίας, συμπεριλαβανομένης και της άρσης των εμποδίων στην ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, την αποκατάσταση των νεκρών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που σημαίνει ξέπλυμα των βαρβαροτήτων του Αυτοκρατορικού Στρατού και την τόνωση του πατριωτισμού και του σεβασμού των εθνικών συμβόλων.

Βραζιλία: η πραξικοπηματική άνοδος της ακροδεξιάς

Στη Βραζιλία συνετελέσθη την άνοιξη του 2016 κοινοβουλετικό πραξικόπημα που απομάκρυνε, μέσω ενός έωλου κατηγορητηρίου, την εκλεγμένη Πρόεδρο της χώρας Ντίλμα Ρούσσεφ και έφερε στην εξουσία τον αντιπρόεδρό της Μίτσελ Τεμέρ, επικεφαλής μιας ευρείας συνεργασίας κομμάτων, κάποια από τα οποία είχαν συνεργαστεί με το Κόμμα των Εργατών (PT) της Ρούσσεφ.

Η νέα κυβέρνηση, χωρίς νέες εκλογές, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ανατροπής των κατακτήσεων και των φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων του Κόμματος των Εργατών, που είχαν ξεκινήσει επί προεδρίας Λούλα το 2003, και έβαλε τη χώρα σε έναν παρατεταμένο ζουρλομανδύα λιτότητας, με περιορισμό των κρατικών δαπανών σε ορίζοντα εικοσαετίας, περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων, αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης και κατάργηση πολλών προνοιακών επιδομάτων. Οι δυναμικές διαδηλώσεις σε όλη τη Βραζιλία τον Απρίλιο του 2017 έδειξαν πως τα μέτρα αυτά δεν θα περνούσαν εύκολα, αλλά στο μεταξύ η συνεχιζόμενη έρευνα των σκανδάλων, στα οποία είναι εμπλεγμένο ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της Βραζιλίας, ενέπλεξε τόσο τον νυν πρόεδρο Τεμέρ όσο και τον Αέσιο Νέβες, τον ισχυρότερο υποψήφιο του δεξιού μπλοκ, και πρόεδρο του κεντροδεξιού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις πάντως φαίνεται πως ανοίγει ο δρόμος για την επανεκλογή του Λούλα ως υποψηφίου του PT με την προϋπόθεση πως δεν θα του κλείσει τον δρόμο η δικαιοσύνη, η οποία διεξάγει έρευνες. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις φέρουν τον Λούλα να προπορεύεται σημαντικά του δεύτερου υποψηφίου. Πίσω του βρίσκεται ο μοναδικός υποψήφιος της δεξιάς που σημειώνει σημαντική άνοδο τους τελευταίους μήνες, ένας δεδηλωμένος φασίστας, ο Τζάιμε Μπολσονάρο, ένας άνθρωπος που κάνει τον Ντόναλντ Τραμπ να μοιάζει μετριοπαθής και πολιτισμένος.

Ο Μπολσονάρο έχει απειλήσει βουλεύτριες της αριστεράς στη Βραζιλία με βιασμό μέσα στο κοινοβούλιο, έπλεξε στη βουλή το εγκώμιο του αρχιβασανιστή της βραζιλιάνικης χούντας (1964–1985) και βασανιστή της ίδιας της πρώην Προέδρου Ρούσσεφ, την ψήφο του υπέρ της καθαίρεσης της οποίας του αφιέρωσε. Είναι βίαια μισογύνης και ομοφοβικός, θεωρεί πως το μεγάλο σφάλμα της χούντας (επί της οποίας υπήρξε αξιωματικός του στρατού) είναι που άφησε ζωντανούς κομμουνιστές, πιστεύει πως η βραζιλιάνικη αστυνομία (την οποία η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ως τη βιαιότερη αστυνομία του κόσμου) είναι πολύ μαλακή, έχει ταχθεί υπέρ του βασανισμού συλληφθέντων, κατά των ιθαγενών πληθυσμών των οποίων την εκδίωξη ζητά από τον Αμαζόνιο, κατά του μαύρου πληθυσμού, υπέρ της θανατικής ποινής κ.λπ. Ο Μπολσονάρο, που είναι μέλος της άτυπης κοινοβουλευτικής ομάδας που αυτοαποκαλείται Σφαίρες, Κρέας και Βίβλος (καταστολή, καταστροφή του Αμαζονίου και φονταμενταλιστικός υπερσυντηρητισμός) θα κατέβει στις επόμενες εκλογές με το Κοινωνικό Χριστιανικό Κόμμα, ένα κόμμα ευαγγελικών προτεσταντών που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν χριστιανοί ταλιμπάν. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις τον δείχνουν να πλησιάζει στη δεύτερη θέση και τον δεύτερο γύρο των εκλογών με ισχυρή δυναμική.

*Ο Μιχάλης Παναγιωτάκης είναι αναλυτής διαδικτύου και δημοσιογράφος.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Leave a Reply

Your email address will not be published.